Death Disco Athens Festival, Day 1: Selofan, Riki, Days Of Sorrow, Ghost Cop @ Gazarte, 03/04/26

Μια πρώτη ημέρα που μας θύμισε γιατί επιστρέφουμε ξανά και ξανά στον σκοτεινό ήχο

Με τις εναλλαγές συννεφιάς και ήλιου να δημιουργούν την αίσθηση εποχιακού μεταιχμίου - ανάμεσα στους κλειστούς συναυλιακούς χώρους και λίγο πριν τα καλοκαιρινά φεστιβάλ - περάσαμε την είσοδο του Gazarte για την πρώτη ημέρα του Death Disco Αthens Festival. Οι αναμνήσεις από το διήμερο στην Τεχνόπολη ήταν ακόμη έντονες και η ανυπομονησία έκδηλη.

Έχοντας πλέον καθιερώσει την πρωτοκαθεδρία του στον συναυλιακό χάρτη του σκοτεινού εναλλακτικού ήχου, το Death Disco Athens Festival (είτε στην indoor, είτε στην open-air εκδοχή του) έχει διαμορφώσει ένα πιστό, ντόπιο αλλά και διεθνές κοινό, ενώ μας έχει καλομάθει σε line-ups που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από αντίστοιχες διοργανώσεις του εξωτερικού. Eν προκειμένω, με συμμετοχές που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα του post-punk, darkwave, synth και goth ήχου, απλώνοντας τα μουσικά σχήματα ως προς τη γεωγραφία και τη χρονική τους διαδρομή, από τους And Also The Trees, τους δικούς μας Selofan, έως τη Riki και τους Desinteresse, oι δύο αυτές ημέρες, βυθισμένες στη μουσική, κινούνται ανάμεσα σε ακούσματα που μας ακολουθούν χρόνια, σε νέες ανακαλύψεις και δυναμικές επιστροφές.

Λίγο πριν πέσει ο ήλιος, σε ένα αρκετά γεμάτο για την ώρα έναρξης Gazarte, την αρχή έκαναν οι Ghost Cop, το dark wave, synth duo από τη Νέα Υόρκη, φέρνοντας από τα μέρη τους μια πιο σκοτεινή, σχεδόν κινηματογραφική χροιά, με αρκετές EBM αποχρώσεις και δόσεις ερωτισμού. Αυτό το κοκτέιλ, που αποτυπώθηκε και στην έντασή τους on-stage, με τον Sean Dack να απασφαλίζει πάνω σε synths και drum machine και την Lucy Swope να παρασύρει με την κρυστάλλινη φωνή και την κίνησή της, τους κατέταξε - όπως φάνηκε και από τις αντιδράσεις του κοινού - πολύ ψηλότερα από ένα τυπικό warm-up act.

Η ζωντάνια, η ατμοσφαιρικότητα της μελωδίας και ο χορευτικός ρυθμός τους, μας μετέφεραν - έστω και νοερά - σε ένα υπόγειο κλαμπ, από εκείνα που το φως δεν εισχωρεί παρά ελάχιστα και οι σκηνές μοιάζουν να εκτυλίσσονται κάπου ανάμεσα σε δυστοπικό εφιάλτη και νυχτερινή περιπλάνηση. Με το setlist να περιλαμβάνει λιγότερα γνωστά διαμαντάκια τους, όπως το "Suitable Way Of Living", τα αγαπημένα του κοινού που χτίζουν σταθερά, "Problems" και "A Shot in the Dark" να ξεσηκώνουν, αλλά και με τα νέα κομμάτια που μοιράστηκαν μαζί μας, έκαναν την έκπληξη ήδη από την αρχή, στρώνοντας ιδανικά το έδαφος για τη συνέχεια.

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα, η σκηνή σκοτείνιασε, ο Frank πίσω από τα synths με τα LED γυαλιά του έδωσε το πρώτο φως, σχηματίζοντας το όνομα των Days Of Sorrow. Οι Γερμανοί πήραν τη σκυτάλη, μεταφέροντας το Gazarte σε μια διαφορετική χρονική και συναισθηματική συνθήκη. Νοσταλγία και ευφορία, καθώς όπως ανέφερε ο William Lennox, στην αρχή μιας εμφάνισης που είχε ως βασικό συστατικό την επικοινωνία και την αμεσότητα, «πάμε πίσω στα 80s, βρισκόμαστε πρώτη φορά εδώ για να χορέψουμε μαζί σας». Αυτή ήταν και μια ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων, καθώς το set τους εξελίχθηκε σε διαδρομή από την δημιουργία τους το 1983 μέχρι την πιο πρόσφατη κυκλοφορία τους, το φετινό "Raptures". Mε το "Who We Are" - τίτλο όνομα και πράγμα, τα "Tears" και "Bloody Valentine" να φέρνουν με τον χορό του William και όσων βρέθηκαν στις πρώτες σειρές, το γερμανικό post-punk στο σήμερα, κράτησαν τη σύνδεση με το κοινό μέχρι το κλείσιμο με το "Firestar". To τελευταίο αφιερώθηκε σε όσους τους κράτησαν ενεργούς όλα αυτά τα χρόνια, κλείνοντας την εμφάνισή τους μέσα σε ζεστό χειροκρότημα. Mας επέστρεψαν στον «άγριο κόσμο» που κινητοποίησε και τους ίδιους, η πλειοψηφία των καπνιζόντων έτρεξε στους εξωτερικούς χώρους και οι εργασίες στη σκηνή ξεκίνησαν για να ακολουθήσει η εμφάνιση της Riki.

Σε ένα minimal σκηνικό, γιατί δεν χρειάζονται πάντα πολλά, η Riki ανέβηκε στο λουσμένο από φως stage, λαμπερή και με ένα ζεστό χαμόγελο αντάξιο της θερμής υποδοχής. Όσες την είχαμε δει στο περσινό Grauzone και γνωρίζαμε ότι κυριαρχεί απόλυτα σε μεγάλες σκηνές, ήμασταν σίγουρες για τη γοητεία που θα ασκούσε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή του set της. Οι synthpop μελωδίες ήταν το υπόβαθρο σε μια εμφάνιση που έδωσε έμφαση στην κίνηση και την εξαιρετική, εκφραστική φωνή της. Με αυτά στις αποσκευές της, η Riki κυριάρχησε για ακόμη μια φορά, κάνοντας τη σκηνή δική της, περπατώντας και χορεύοντας με αυτοπεποίθηση, αναδεικνύοντας σε κάθε κομμάτι το φωνητικό της εύρος. Από τον αισθησιασμό και τον παλμό του "Pulser" μέχρι τις επιλογές από τα "Riki" και "Gold" που πλαισίωσαν το setlist, με highlight τo "Napoleon" που η Riki έπαιξε melodica, η εμφάνισή της ήταν μια μετάβαση στην εξωστρεφή εκτόνωση. Η διαρκής κίνηση στην οποία μας έβαλε, οι εκδηλώσεις θαυμασμού, ήταν η απόλυτη απόδειξη για την επίδραση της ως ένα νέο όνομα στη σκηνή που συνεχώς κερδίζει έδαφος. Γεμάτη ενθουσιασμό, ευχαρίστησε το κοινό πριν αποχωρήσει, αφήνοντάς μας μια αίσθηση ευφορίας και - μέσα από το νέο κομμάτι που παρουσίασε και το νέο άλμπουμ που ανακοίνωσε - κάτι να περιμένουμε για το άμεσο μέλλον.

Δεν θα ήθελα, αλλά δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στους (ευτυχώς ελάχιστους πλέον) άνδρες που όταν παρακολουθούν γυναίκες καλλιτέχνιδες, δεν παραλείπουν να βγάλουν - χαμηλόφωνα ή όχι - σεξιστικό οχετό. Εκείνες, όπως και όλες, έχουν δικαίωμα να εκφράζονται, να ντύνονται, να χορεύουν όπως θέλουν. Οι υπόλοιποι, μπορούν να πάρουν τις «απόψεις» τους και τον σεξισμό που καμουφλάρουν ως θαυμασμό, να τα κλειδώσουν σε ένα ντουλαπάκι και να πετάξουν το κλειδί.

Σίγουρα κάτι τέτοια δεν θα μπορούσαν να μας πτοήσουν. Οι συναυλίες του είδους γίνονται όλο και περισσότερο ασφαλείς χώροι, με αυτό να είναι αποτέλεσμα τόσο του κοινού, αλλά και των ίδιων των καλλιτεχνών, στον βαθμό που διαμορφώνουν την κουλτούρα του, κοινωνικά και καλλιτεχνικά.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι headliners της πρώτης ημέρας, oι αγαπημένοι και δικοί μας Selofan. Το duo συνενόχων στο έγκλημα, τον έρωτα και την κόλαση, δεν χρειάζεται συστάσεις. Αν και δημιουργήθηκαν το 2012, είναι λες και βρίσκονται εδώ από πάντα. Έχουν καταφέρει να γίνουν μια από τις επιδραστικότερες παρουσίες στο darkwave και minimal synth, κρατώντας την ολόδική τους goth και θεατρική αισθητική. Είχαμε να τους δούμε live περίπου έναν χρόνο, αλλά θα μας υπενθύμιζαν απευθείας που βρισκόμαστε.

Κίτρινο φως έλουσε τη σκηνή, ενώ παραμορφωμένες ραδιοφωνικές συχνότητες, παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε λούπες του "Πόσο Λυπάμαι" της Σοφίας Βέμπο. Η drag performance της έναρξης έδωσε ακριβώς αυτό το ταυτοτικό στοιχείο των Selofan και, μόλις εμφανίστηκαν στη σκηνή, προκάλεσαν αντίδραση όμοια με οπαδικό ξέσπασμα. «Τι κάνετε μανάρια», «Τζοάννα, σ’ αγαπάμε» ήταν μερικά από όσα ειπώθηκαν - εδώ μιλάμε για μία λατρεία που έχει σφυρηλατηθεί στο σκοτάδι και δεν διαλύεται με τίποτα.

Οι πρώτες νότες του "Billie Was A Vampire" μας παρέσυραν στην δίνη αυτού του τοξικού πλάσματος, με τους στίχους κάθε φορά να μοιάζουν τόσο τρομακτικά γνώριμοι. Η βαριά ατμόσφαιρα θα άλλαζε με το «τώρα ξεντυνόμαστε» της Ιωάννας, αφού ο χορός κατέκλυσε τον χώρο. Αν μιλήσαμε στην αρχή της βραδιάς για σκοτεινά υπόγεια, σίγουρα σε ένα τέτοιο μας μετέφερε το απόκοσμο σφυροκόπημα του " Ιst Die Liebe Tot?" (το "Vitrioli" διέτρεχε το setlist) για να ξεκλειδώσουν στη συνέχεια τα αστρικά ταξίδια μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, με οδηγό τον μεταφορικό χάρτη του "Auf Deiner Haut".

Χορεύοντας με κλειστά μάτια, σκεφτόμουν αυτό που κάνει τόσο μοναδικό τον ήχο των Selofan: τη διαρκή αντίθεση και ταυτόχρονα αλληλοσυμπλήρωση ανάμεσα στον ήχο του Δημήτρη - τα ψυχρά synths, τις βαριές μπασογραμμές, όπως και τις συναισθηματικές εκρήξεις του σαξοφώνου - μαζί με τη διαπεραστική, σκοτεινά μελωδική φωνή της Ιωάννας. Το μουσικό τους αυτί, η καλλιτεχνική αντίληψη που διαμόρφωσε τον ήχο τους, αλλά και η χημεία τους είναι το καύσιμο όχι μόνο αυτής της υπέροχης εμφάνισης, αλλά και της πορείας τους. Μας το έκαναν εξάλλου και εικόνα, εκείνη τη στιγμή που κάπως ο χρόνος πάγωσε, ο Δημήτρης έπαιζε σαξόφωνο και η Ιωάννα, σε απόσταση αναπνοής, τον κοιτούσε στα μάτια. Μαγεία.

Η εμφάνισή τους είχε απ’ όλα, το «Φωσφορίζω» (Fosforiso) από το "Verbotten" που μας τους σύστησε κάπου στα βόρεια το 2013, ενδιάμεσες στάσεις «Στο Σκοτάδι», στιγμές από το πρόσφατο και εξίσου αγαπημένο "Animal Mentality". Kάπου ανάμεσα στα ηλεκτροφόρα καλώδια του "Lucille" και τον κόσμο του "Fouschia Chameleon", η Ιωάννα, όπως κάνει σε κάθε live τους, έδινε μικρά δώρα στο κοινό, μια ιεροτελεστία που κάθε φορά μοιάζει και σαν να μας δίνουν μικρά κομμάτια τους.

Με το beat της ελεγείας της μοναξιάς να μπαίνει, μαθαίνουμε ότι πλησιάζουμε προς το τέλος. «Η μοναξιά είναι της μόδας», αλλά εμείς θέλουμε να μείνουμε κι άλλο εδώ, φαίνεται στον παλμό και τις φωνές που δεν σταμάτησαν στιγμή. Ο αποχαιρετισμός δεν κράτησε πολύ, με το encore να είναι ένα συναισθηματικό roller coaster. Tο "Cellophane" μας διέλυσε, για να ενώσει ξανά τα κομμάτια μας η διασκευή του "I’ve Seen That Face Before (Libertango)" της Grace Jones. Χειροκροτήματα, φωνές, λίγα δάκρυα και πολλή αγάπη έγιναν κουβάρι κάπου εκεί. Η πρώτη ημέρα του Death Disco Athens Festival έφτασε στο τέλος της, αφήνοντας μια αίσθηση πληρότητας - και βάζοντας τον πήχη πολύ ψηλά για την αυριανή συνέχεια. We’ll be back.

SETLIST

Intro
Billie Was a Vampire
Lοve Is a Mental Suicide
Ι’m Addicted 
Ιst Die Liebe Tot?
Mausoleum
Ignoranz
After You the Silence
Shadowmen
There Must Be Somebody
Wheels of Love
Auf Diener Haut
Fouschia Chameleon
Στο Σκοτάδι
Lucille
Vitrioli 
Fosforiso
Loneliness Is Fashion

Εncore:

Cellophane
Libertango

  • SHARE
  • TWEET