Conan @ Gazarte Ground Stage, 06/03/26
Επικό βρετανικό sludge doom σε όλο του το μεγαλείο
Ένα από τα αναπάντεχα συναυλιακά γεγονότα της χρονιάς, από αυτά που δεν τα έχεις καταχωρήσει τόσο καλά στο ασυνείδητό σου καθώς άλλες, πιο επιβλητικές ίσως συναυλίες πρωταγωνιστούν, όμως οι Conan είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό και αγαπημένος θησαυρός των ανθρώπων που αγαπούν το doom. Φυσικά η ονοματοδοσία τους πηγάζει από τον μοναδικό ήρωα του Robert E. Howard και η θεματολογία και μουσική τους, είναι μια σκληρή, επική αφήγηση του σήμερα σαν να ήταν περιπέτεια δική του σε ένα άλλο παράλληλο, άχρονο σύμπαν. Ήταν αρκετοί οι άνθρωποι που γνώριζα καλά πως ανυπομονούσαν γι’ αυτή τους την εμφάνιση, μιας που το συγκρότημα είχε να επισκεφθεί για περίπου 12 χρόνια την πόλη μας.
Δυστυχώς, ίσως οι άνθρωποι που γνώριζα να τους περιμένουν διακαώς, παρότι πολλοί να ήταν και οι μοναδικοί, καθώς ο χώρος του Gazarte δεν γέμισε τόσο πολύ όσο θα περίμενα δεδομένου του ονόματος των Conan αλλά και του εξαιρετικού περσινού δίσκου τους, “Violent Dimension”. Από την άλλη βέβαια ίσως και η απουσία εναρκτήριου σχήματος να έκανε το πακέτο τους λίγο λιγότερο ελκυστικό, εγώ πιστεύω πως πάντα βοηθάει να έχεις ένα λίγο πιο γεμάτο πρόγραμμα στην προσέλευση του κοινού.
Ωστόσο, ο κόσμος ήταν αρκετός στην συλλογική του ενέργεια, πράγμα που φάνηκε από την προσμονή αλλά και τη συμμετοχή του. Οι Conan βγαίνουν στη σκηνή, υπό τις παραστατικές εικόνες των αριστουργηματικών animation των “Fire And Ice”, “Yor” και φυσικά, “Conan”, τα οποία με τις πανέμορφες χρωματιστές και επιβλητικές σκηνές τους ανέβαζαν τα επίπεδα doom ψυχεδέλειας στα ύψη, παρότι η μουσική των Conan δεν έχει τόσο άμεση σχέση με την ψυχεδέλεια. Προσόν τους λοιπόν, ότι βρήκαν έναν τρόπο να την εντείνουν και να την εντάξουν στο πλαίσιο τους.
Η τριάδα των John Davis, Johnny King και του προσφάτως αποκτηθέντος David Ryley στα κρουστά, δεν χαράμισε λεπτό για να ανεβάσει τα ντεσιμπέλ με τις αργές, θανατηφόρες νότες της. Τα φωνητικά αλλάζουν συνεχώς χέρια δημιουργώντας πολυεπίπεδες εκρήξεις σατανιασμένου doom, όπως οφείλουν. Τα κομμάτια του ‘Violent Dimension” υπερέχουν σε ποσότητα των υπολοίπων, όπως και είναι λογικό μετά από μια φρέσκια κυκλοφορία, αλλά μοιάζουν και εξίσου καλοδεχούμενα με τις υπόλοιπες ήδη αγαπημένες βαθιά, επικές ιστορίες των Conan. Τα φώτα δείχνουν από την αρχή τη δύναμή τους (όπως συνηθίζουν άλλωστε στο Gazarte να είναι ένα από τα δυνατά σημεία κάθε εμφάνισης εκεί), και σε αυτή την πληθώρα ερεθισμάτων από τα φώτα, τα animations και τη στιβαρή μουσική των Crowbar, το μυαλό χάνεται.
Έχει που λες αυτή τη μαγική ιδιότητα το sludge doom, που παρά το ψυχικό και μουσικό βάρος των ήχων του, τείνει να αδειάζει την ψυχή από βάρη, άγχη και υποχρεώσεις, κάπως σαν αυτές τις κουβέρτες που έχουν μέσα τους βάρος και ακριβώς αυτό τις κάνει να σε χαλαρώνουν (αν δεν έχεις ιδέα για τι μιλάω, αναζήτησε τις weighted blankets). Ιδιαίτερα σε στιγμές που οι Conan γυρνούν πίσω, φαίνεται το ιδιαίτερο δέσιμο με το κοινό τους. Εκεί που το “Monnos” χαράζει με την επιλογή του κλασσικού πια, “Hawk As A Weapon”. Ή όταν τα “Throne Of Fire” και “Thunderhoof” του “Revengerance” διαλύουν κάθε τι ζωντανό στο πέρασμά τους. Το στίγμα αυτών των τραγουδιών συνομολογείται από την άσβεστη κι αλάνθαστη ερμηνεία των στίχων από το μεγαλύτερο μέρος του κοινού, με πάθος που σε λίγες συναυλίες συναντάμε. Και από την όρεξή τους να αδράξουν τα γρήγορα σημεία και riffs των Conan, όπου αυτά υπάρχουν, για να ανοίξει ένα moshpit που πιο πολύ αγκαλιές περιλάμβανέ, παρά χτυπήματα.
Γεμάτες δύο ώρες από τους Conan και το μακρόσυρτο έργο τους, κατέληξαν σε μια ανάμνηση που θα μας συντροφεύει για καιρό με τη ζεστασιά της. Όλοι οι οπαδοί τους ξέρουμε πως η ιστορία τους κουβαλά κάτι μαγικό, με τα σκαμπανευάσματα της κι αυτή, αλλά χωρίς τελικά να χάνει την ιστορική και ποιοτική της συνέχεια. Λέγεται για τους Crowbar εκείνο το ρητό, το “None heavier” και δεν θα διαφωνήσω καθώς τους λατρεύω, αλλά σίγουρα, και με απόδειξη αυτή την εμφάνιση, οι Conan τους υπενθυμίζουν καθημερινά ότι αυτός ο τίτλος, όσο υπάρχουν, δεν είναι ποτέ απόλυτα ασφαλής.
Φωτογραφίες: Χρήστος Λεμονής
