«A Buyer's Guide»: Eric Dolphy
Από hard bop μέχρι avant-garde εξερεύνηση και μοναδικότητα!
Ο Eric Dolphy ήταν μια από τις πιο πρωτοποριακές φωνές στην ιστορία της jazz, γνωστός για την τεχνική του σε alto σαξόφωνο, μπασσοκλαρινέτο και φλάουτο. Γεννημένος το 1928 στις ΗΠΑ, συνεργάστηκε με κορυφαίους όπως ο Charles Mingus και ο John Coltrane, ενώ ταυτόχρονα διαμόρφωνε τη δική του μοναδική πορεία, γεφυρώνοντας hard bop, post-bop και avant-garde. Η σύντομη αλλά εκρηκτική καριέρα του χαρακτηρίζεται από συνεχείς πειραματισμούς, έντονη εκφραστικότητα και μια αξεπέραστη αίσθηση ελευθερίας, που έθεσε νέα δεδομένα στη jazz. Τα άλμπουμ του μαρτυρούν τη συνεχή του αναζήτηση, την τεχνική δεινότητα και την ικανότητα να επηρεάζει γενιές μουσικών, ενώ η νωρίς χαμένη ζωή του, το 1964, άφησε ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στον κόσμο της μουσικής.
Ιούνιος 1964, περιοδεία στην Ευρώπη με τον Charles Mingus. Στις 29 Ιουνίου κατέρρευσε στο Βερολίνο. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο όπου οι γιατροί υπέθεσαν ότι είχε πάρει ναρκωτικά (κάτι που συνέβαινε συχνά τότε με jazz μουσικούς). Στην πραγματικότητα είχε διαβητικό σοκ. Δεν διαγνώστηκε σωστά και πέθανε την ίδια μέρα, σε ηλικία 36 ετών. Η επίσημη αιτία ήταν επιπλοκές από αδιάγνωστο διαβήτη. Λίγο πριν πεθάνει είχε πει ότι σκόπευε να μείνει μόνιμα στην Ευρώπη να παντρευτεί την αρραβωνιαστικιά του και να δουλέψει με πιο μεγάλες συνθέσεις (ensembles). Γι’ αυτό και ο πρόωρος θάνατός του θεωρείται μία από τις μεγάλες ας την πουμε χαμένη πορεία της jazz.

Στον οδηγό δεν θα μπούν συνεργατικά αλμπουμ ή συμμετοχές, καθώς θα παρουσιαστούν δικές του δουλειές, που ήταν κύριος, συνθέτης και ηγέτης! Αλλά πως να μην αναφερθούν τα "Newport Rebels" με Charles Mingus, Max Roach, Roy Eldridge και Jo Jones που πραγματικά ειναι κορυφαίο jazz album, το "Looking Ahead" με Ken McIntyre το απίθανο "Screamin' Τhe Blues" και το φοβερό "Straight Ahead" του Oliver Nelson , το "Where?" με Ron Carter αλλά και το "The Quest" με Mal Waldron και Booker Ervin. Αξίζει το "The Blues And The Abstract Truth" με Bill Evans, Roy Haynes, Paul Chambers και Freddie Hubbard και το "Play Kurt Weill" με τον John Lewis. Δεν θα παραλείψω το αδιανόητο "Groovin' High" με Hubbard, Wayne Shorter, Curtis Fuller, Ron Carter, Charlie Persip, Bill Hardman, Grachan Moncur, Benny Golson και Bill Evans και διαλέγοντας ένα από τα πολλά live με Charles Mingus πάμε με τα "At Town Hall" και "Cornell 1964". Σαν πιο πρόσφατη κυκλοφορία μην ξεχάσετε το "Evenings Αt Τhe Village Gate" με John Coltrane.
Μην ξεχνάτε, οι λάτρεις του είδους ότι μπορείτε να διαβάσετε και οδηγούς στους Miles Davis , Herbie Hancock , Thelonious Monk , Sonny Rollins, Ornette Coleman , Charlie Parker , Pharoah Sanders , Lee Morgan, Art Blakey , Cannonball Adderley, Archie Shepp και Chick Corea

Out There
(New Jazz, 1961)
Πρόκειται για έναν από τους πιο ιδιαίτερους δίσκους του Eric Dolphy, όπου το hard bop πλαίσιο αρχίζει να διαλύεται και να αντικαθίσταται από κάτι πιο αινιγματικό και ανοιχτό. Xωρίς πιάνο ή αρμονικό όργανο, αλλά με κοντραμπάσο και το πιο ασυνήθιστο σίγουρα τσέλο του Ron Carter, δημιουργώντας ένα υβρίδιο ανάμεσα σε modal jazz και μουσική δωματίου. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος παράξενος αλλά γοητευτικός, που ισορροπεί ανάμεσα στο γνώριμο και το απρόβλεπτο. Ο Dolphy αλλάζει διαρκώς όργανα από άλτο σαξόφωνο φυσικά, σε φλάουτο και κλαρινέτα, διαμορφώνοντας συνεχώς νέες υφές, ενώ η μουσική κινείται με μια αίσθηση μυστηρίου και εσωτερικής έντασης. Παρά τον πειραματισμό, ο δίσκος δεν γίνεται ποτέ χαοτικός. Δεν κουράζει, αλλά αντίθετα, παραμένει συγκεντρωμένος και υποβλητικός. Είναι η στιγμή όπου ο Dolphy απομακρύνεται οριστικά από τα όρια του bop και αρχίζει να χαράζει τον δικό του, εντελώς προσωπικό δρόμο. Πιο μοντέρνος. Πιο φανταστικός. Ηταν σίγουρα η τότε νέα τζαζ της εποχής. Πάρα πολύ διορατική μουσική, πάρα πολύ εμπνευσμένες συνθέσεις.

Out To Lunch!
(Blue Note, 1964)
Θεωρείται δικαίως η κορυφαία στιγμή του Eric Dolphy ως bandleader και ένα από τα πιο σημαντικά άλμπουμ στην ιστορία της avant-garde jazz. Μαλλον στην ιστορία της μουσικής γενικότερα. Εδώ ο Dolphy φτάνει σε μια μοναδική ισορροπία καθώς η μουσική είναι τολμηρή και γεμάτη ένταση, αλλά ποτέ χαοτική. Οι συνθέσεις έχουν σαφή δομή, μέσα στην οποία οι μουσικοί κινούνται ελεύθερα, σπρώχνοντας συνεχώς τα όρια χωρίς να τα καταργούν. Το line-up είναι καθοριστικό. Ο τρομπετίστας Freddie Hubbard παίζει με μια σχεδόν εκρηκτική ενέργεια, ενώ το βιμπράφωνο του Bobby Hutcherson αντικαθιστά τον ρόλο του πιάνου, χαρίζοντας στη μουσική μια ελαφριά αλλά απόκοσμη υφή. Στη ρυθμική βάση, ο μπασίστας Richard Davis και ο νεαρός ντράμερ Tony Williams δημιουργούν ένα ευέλικτο και διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο, όπου κάθε ιδέα μπορεί να μετατραπεί σε διάλογο. Ο ίδιος ο Dolphy αλλάζει όργανα και εδώ με άλτο σαξόφωνο, φλάουτο και μπάσο κλαρινέτο, επιδεικνύοντας πλήρη έλεγχο και φαντασία. Οι γραμμές του πηδούν, γλιστρούν και στρίβουν με τρόπο που ακούγεται ταυτόχρονα παιχνιδιάρικος και απολύτως πρωτοποριακός. Το αποτέλεσμα είναι μια μουσική που μοιάζει με οργανωμένο χάος, όντας παράξενη, γεμάτη ένταση και χιούμορ, αλλά και βαθιά συναρπαστική. Ένα αληθινό αριστούργημα που εξακολουθεί να ακούγεται τολμηρό ακόμη και σήμερα.

Outward Bound
(New Jazz, 1960)
Πάμε πίσω. Σηματοδοτεί την πρώτη ηγετική ηχογράφηση του Eric και ήδη δείχνει γιατί ο ίδιος είναι μια από τις πιο μοναδικές μορφές της jazz. Από την αρχή, ξεχωρίζει για τον συνδυασμό ακραίας τεχνικής δεξιοτεχνίας με απίστευτη φαντασία, φέρνοντας τον ήχο των πνευστών σε νέα ύψη. Ο Dolphy δεν περιορίζεται από κανόνες της εποχής, αλλά επεκτείνει τη γλώσσα του bebop και της hard bop προς πιο ελεύθερες, avant-garde κατευθύνσεις, εισάγοντας σύνθετες αρμονίες, αιχμηρές μελωδίες και μια δική του εκφραστική δυναμική που γίνονται πρότυπο για μετέπειτα γενιές. Στο "Outward Bound" φαίνεται καθαρά η μοναδικότητά του. Φαίνεται αυτή η ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα στη δομή και την ελευθερία, να συνδυάζει το πνεύμα της παραδοσιακής πιο παλιάς jazz με την πρωτοπορία και να επηρεάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την αυτοσχεδιαστική μουσική έκφραση. Η μουσική του είναι ταυτόχρονα ζωντανή και πειραματική, με μια αίσθηση εξερεύνησης που ωθεί τους Freddie Hubbard, Roy Haynes, George Tucker και Jackie Byard να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους.Πρόκειται για ένα από τα πιο συναρπαστικά (προσωπικά) ντεμπούτα στην ιστορία της μουσικής, που θέτει τα θεμέλια για ό,τι θα ακολουθήσει στην καριέρα του.

Far Cry
(New Jazz, 1962)
Η πιο φιλική πύλη εισόδου στον ιδιόρρυθμο κόσμο του, χωρίς να χάνει τίποτα από την τόλμη του. Κινείται ανάμεσα στο hard bop και την πρώιμη free jazz, με δομή, swing και μια υπόγεια ένταση που ξεσπά απρόβλεπτα. Αρα post-bop. Δίπλα του, ο Booker Little λειτουργεί ως ιδανικός συνομιλητής. Oι γραμμές του είναι λυρικές, αλλά και έτοιμες να ακολουθήσουν τον Dolphy στις πιο παράξενες ή φευγάτες ιδέες του. Η μπάντα με Jaki Byard, Ron Carter και Roy Haynes επιπλέον, κρατά το έδαφος σταθερό, επιτρέποντας στα πνευστά να πειραματιστούν χωρίς να χάνεται η συνοχή. Κομμάτια όπως το "Miss Ann" και το ομώνυμο ισορροπούν ανάμεσα σε διεστραμμένο με την καλή εννοια bop και καθαρή μελωδία, ενώ το "Tenderly" αποκαλύπτει μια πιο ευάλωτη πλευρά. Δεν είναι το πιο ακραίο έργο του Dolphy φυσικά, αλλά ίσως το πιο ολοκληρωμένο. Αυτό είναι λοιπόν ένα άλμπουμ που γεφυρώνει το γνώριμο με το ριζοσπαστικό, κάνοντας το άγνωστο να μοιάζει συναρπαστικό αντί για δύσκολο. Για πολλούς είναι το καλύτερο του. Αντε στο δευτερο σκαλί!

Conversations
(FM Records, 1963)
Αν το ψαχνεις θα το βρεις και ως "The Greatness Of..." , "Music Matador" και "...Memorial Album". Εδώ είναι ο Dolphy σε μεταίχμιο. Σε μια παράξενη ηρεμία πριν την έκρηξη ή αν προτιμάς, το «ενδιάμεσο» ανάμεσα στο σκοτάδι του "Iron Man" και την απόλυτη αποδόμηση που θα ακολουθήσει. Η πρώτη πλευρά έχει μια σχεδόν φωτεινή, παιχνιδιάρικη διάθεση. Το "Jitterbug Waltz" αποκτά νέα, ελαστική ζωή με vibes και πνευστά, ενώ το "Music Matador" ισορροπεί κάπου ανάμεσα σε εξωτική ελαφρότητα και σε μια πανέμορφη υπόγεια αποσταθεροποίηση. Στη δεύτερη πλευρά όμως, όλα αλλάζουν. Ο Dolphy γδύνεται εκφραστικά. Το "Love Me" είναι ένα λιτό, μικρό, σχεδόν γυμνό σόλο άλτο και το "Alone Together", σε ντουέτο με τον Richard Davis στο μπάσο, έτσι σκέτα, αγγίζει μια από τις πιο υπνωτικές, υπόγειες στιγμές της δισκογραφίας του. Λιγότερο «κραυγαλέο» από άλλα έργα του, αλλά γεμάτο ρωγμές που προμηνύουν το χάος ή την εξύψωση. Αν το καλοσκεφτείς έχει μοναδικές στιγμές.

Last Date
(Fontana, 1965)
Το όνομα δεν είναι τυχαίο. Ηχογραφήθηκε 2 Ιουνίου 1964 στην Ολλανδία και ήταν από τις τελευταίες του εμφανίσεις. Είναι συγκλονιστικό γιατί είναι από τις τελευταίες καταγεγραμμένες εμφανίσεις του και παίζει πάρα πολύ ελεύθερα και επιθετικά. Γιατί αξίζει; Για το φοβερό "South Street Exit" που μιλάμε ουσιαστικά για μοναδική καταγραφή σε δίσκο. Το φανταστικό "The Madrig Speaks, The Panther Walks" το οποίο είναι μοναδική εκτέλεση. Το "Hypochristmutreefuzz" μια σπάνια Dolphy σύνθεση που δεν υπάρχει αλλού στον οδηγό και σπέρνει και το "You Don't Know What Love Is" που παρότι είναι ένα standard, δεν το έχει σε άλλο άλμπουμ. Το "Miss Ann" από το "Outward Bound" εδώ παίρνει μια πιο ελεύθερη και ζωντανή διάσταση, δείχνοντας την εξέλιξη του Dolphy. Τελος το "Epistrophy" το ακούμε και αλλού, αλλά μιλάμε για μια κομματάρα του Monk που εντυπωσιάζει. Είναι ένας δίσκος που δείχνει γιατί ο Dolphy υπήρξε τόσο μοναδικός, πώς η αίσθηση της στιγμής μπορεί να είναι ισχυρότερη από κάθε προγραμματισμένη σύνθεση και γιατί η προσέγγισή του στην jazz παραμένει αναντικατάστατη. Είναι η μαρτυρία ενός μουσικού που είχε κατακτήσει κάθε όργανο, κάθε ιδέα και την ίδια στιγμή δημιούργησε κάτι που δεν θα επαναληφθεί ποτέ.

Iron Man
(Douglas Music, 1968)
Παράξενο, σχεδόν μεταβατικό έργο που ισορροπεί ανάμεσα στην παράνοια και τη δομή, πιο προσιτό από το "Out Τo Lunch" φυσικά αλλά εξίσου ευρηματικό. Η απουσία πιάνου δίνει έναν αέρινο, αφηρημένο χαρακτήρα, με το βιμπράφωνο του Bobby Hutcherson να λειτουργεί ως άξονας μέσα σε ένα περιβάλλον ελεγχόμενης αταξίας. Το ομώνυμο κομμάτι και το "Mandrake" φέρνουν αυτό το αλλόκοτο groove που σε τραβάει χωρίς να το καταλαβαίνεις, ενώ το "Burning Spear" αγγίζει σχεδόν κινηματογραφική ατονικότητα. Στον αντίποδα, το "Come Sunday" του Duke Ellington απογυμνώνεται σε μια στοιχειωτική, σχεδόν εύθραυστη ερμηνεία. Ο Dolphy εδώ ακούγεται ελεύθερος αλλά όχι χαοτικός. Είναι πειραματικός αλλά με σαφή πρόθεση. Μην ξεχνάμε ότι πλαισιώνεται από επιπλέον πνευστά. Ίσως όχι τόσο συνεκτικό όσο άλλα, όμως η δημιουργικότητα ξεχειλίζει και το κάνει ένα άλμπουμ που αποκαλύπτει νέες λεπτομέρειες σε κάθε ακρόαση. Είναι σίγουρα από τις πιο modal δουλειές του. Είναι σίγουρα σκοτεινό. Είναι σίγουρα πολύ μπροστά για την εποχή του.

The Illinois Concert
(Blue Note, 1999)
Είναι σε αυτή την ενότητα, αν και live κυκλοφορία, γιατί αποτυπώνει τον Dolphy στην πιο ανεπεξέργαστη, σχεδόν εργαστηριακή του φάση. Το χρωστάμε στον Brian Sanders, ραδιοφωνικό παραγωγό που έσωσε τις εγγραφές και τον Alan Saul που οργάνωσε την κυκλοφορία. Εδώ δεν υπάρχει η ασφάλεια ενός στούντιο ή η καθαρή κατεύθυνση των κλασικών του δίσκων. Αντίθετα, εδώ έχουμε εκτεταμένα κομμάτια όπως το 20λεπτο "Softly As Ιn Α Morning Sunrise", όπου η φόρμα διαλύεται και ξαναχτίζεται μπροστά σου. Η συνύπαρξη με τον Herbie Hancock είναι σχεδόν αντιφατική, σαν δύο διαφορετικοί κόσμοι που προσπαθούν να συνεννοηθούν και αυτό ακριβώς δημιουργεί τη γοητεία αλλά και την δυσκολία του δίσκου. Οι μπασοκλαρινέτες, τα σόλο χωρίς δίχτυ ασφαλείας και οι ακατέργαστες ηχητικές ισορροπίες τον κάνουν περισσότερο ντοκουμέντο εξερεύνησης παρά εύκολη ακρόαση. Είναι για ακροατές που θέλουν να δουν τον Dolphy να ρισκάρει, να δοκιμάζει και να αποτυγχάνει (που λέει ο λόγος) δημιουργικά. Μην παρεξηγηθώ εννοώ ότι αφήνει επίτηδες πράγματα ανολοκλήρωτα ή άβολα, σαν να δοκιμάζει ιδέες. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κυκλοφορία.

Caribé
(New Jazz / Prestige, 1961)
Το "Caribé" είναι ένας απροσδόκητα γοητευτικός δίσκος στη δισκογραφία του, ιδανικός για όσους θέλουν να δουν μια διαφορετική πλευρά του. Ηχογραφημένο με το Latin Jazz Quintet, το αποτέλεσμα είναι μια session τύπου blowing date με latin και groove-oriented ρεπερτόριο. Δεν ειναι στους καλύτερους δίσκους του. Δεν υπάρχει η avant-garde ένταση που συνηθίζουμε από τον Dolphy. Παρά τη συμβατική φύση της μπάντας, η παρουσία του Dolphy σε alto σαξ, φλάουτο και μπάσο κλαρινέτο προσθέτει αιχμή, ένταση και λίγο από την ιδιοφυΐα του, δημιουργώντας ένα παράξενο αλλά μαγευτικό πάντρεμα. Αυτός ο δίσκος λειτουργεί σαν μικρό παράθυρο σε μια πιο χαλαρή πλευρά του, όπου η τεχνική και η φαντασία του Dolphy συναντούν μια πιο προσιτή latin αισθητική. Ευχάριστο, ενδιαφέρον και διαφορετικό, δείχνει γιατί ακόμα και οι δευτερέυοντες στιγμές της δισκογραφίας του αξίζουν την προσοχή των οπαδών του.

At Τhe Five Spot Vol.1 & 2
(Prestige, 1961 & 1963)
Ξεχωρίζουν μαζί ως η απόλυτη live επιλογή γιατί αποτυπώνουν μια μπάντα-φάντασμα, ένα σχήμα που είχε το ταλέντο να αλλάξει την ιστορία της jazz αλλά δεν πρόλαβε, καθώς ο Little πέθανε λίγους μήνες μετά. Αν και μοιρασμένο σε δύο δίσκους, που βέβαια κυκλοφόρησε και σαν "Complete Edition" αλλά και ως "The Great Concert of Eric Dolphy" το υλικό λειτουργεί ως ενιαία κατάθεση ουσίας. Ο Dolphy δεν είναι απλώς ένας σολίστας, αλλά ο αρχηγός ενός συνόλου που ισορροπεί ανάμεσα στο bop και την απόλυτη ελευθερία. Συνθέσεις που αναδεικνύουν τη μοναδική χημεία του διδύμου και δεν υπάρχουν σε studio εκτελέσεις με αυτή την ένταση. Ο ήχος του Van Gelder είναι αξεπέραστος και η αλληλεπίδραση με τον Booker Little αγγίζει το θρησκευτικό δέος. Το μπάσο κλαρινέτο του Dolphy «τσιρίζει» με μελωδική σοφία, ενώ ο Mal Waldron ορίζει το χάος με απίθανο παίξιμο στο πιάνο. Το Five Spot ηταν το κέντρο του σύμπαντος για δύο ώρες.
