«A Buyer's Guide»: Max Roach
Ο ρυθμός ως ταυτότητα
Θα μπορούσε ο οδηγός να ήταν Roach/Brown οπως αρχικά σκεφτήκαμε μιας και οι συνεργατικοί δίσκοι με τον Clifford Brown είναι αρκετοί και σχεδόν όλοι, φανταστικοί. Στην πορεία νιώσαμε αδικία να μην αναφερθούν και οι solo κορυφαίοι δίσκοι του Max που καλύπτουν και διαφορετικό ήχο, αλλά και μια πιο προσωπική οπτική στην μουσική. Οπότε παρακάτω δεν αδικούμε κανέναν.
Ο Max Roach γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1924 στο Newland της Βόρειας Καρολίνας και πέθανε στις 16 Αυγούστου 2007 στη Νέα Υόρκη. Υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές μορφές στην ιστορία της jazz, επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο των κρουστών, των τύμπανων, από απλό ρυθμικό υπόβαθρο σε πλήρη, δημιουργική φωνή. Από το bebop έως το hard bop και τις πιο προχωρημένες φόρμες των ’60s, συνδύασε τεχνική ακρίβεια, συνθετική σκέψη και έντονη κοινωνική συνείδηση. Ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, το έργο του συνδέθηκε έντονα με τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα των Αφροαμερικανών. Ως ηγέτης, συνεργάτης και πρωτοπόρος, άφησε ένα έργο που δεν ακολούθησε απλώς τις εξελίξεις της jazz, αλλά συχνά τις προηγήθηκε.

Κάποια αλμπουμ που δεν ταίριαξαν ή δεν πληρουν τις προδιαγραφές για έναν οδηγό Max λοιπόν, ειναι το φανταστικό "Plus 4" (κυκλοφόρησε και ως "3 Giants!", δηλαδη Rollins/Brown/Roach) καθώς έχει συμπεριληφθεί στον οδηγό για τον Sonny Rollins. Επίσης δεν μπορεί να μπει το τεραστιο "Money Jungle" καθώς αφορά δισκογραφία του Duke Ellington και όπως είπαμε στον οδηγό του Charlie Mingus, αυτός και o Roach ακολουθούν τον πιανίστα εκπληκτικά. Στα ζωντανά μην ξεχνάμε ότι ειχε συμμετοχή σε μια απο τις καλύτερες jazz live κυκλοφορίες, το "The Quintet : Jazz At Massey Hall", που μην ξεχνάμε την συμπεριλάβαμε στον οδηγό του Charlie Parker.
Για να μην καταγράφουμε κι αλλες λοιπές δισκάρες που μας λείπουν, όσοι επιθυμείτε να ψαχτείτε επιπλέον, απλά κρατήστε και τα παρακάτω ονόματα με τα οποία εχει γραψει, δουλεψει, συμμετέχει και δισκογραφίσει μαζί τους: Hank Mobley, Clifford Jordan, Art Davis, Richard Williams, Herb Geller, Bud Powell, Bob Cranshaw, Eddie Baker, Booker Little, Walter Benton, George Coleman, Joe Maini, Stan Levey, Buddy Rich, Charles Mingus, Eric Dolphy, Roy Eldridge, Jo Jones, Hasaan (Hasaan Ibn Ali), Gary Bartz, Charles Tolliver, Jymie Merritt, Anthony Braxton, Connie Crothers, Abbey Lincoln, Cecil Taylor, Thelonious Monk, Dizzy Gillespie, Mal Waldron, Jon Jang, Jiebing Chen, Clark Terry, Stanley Turrentine, Tommy Turrentine, Robert Boswell, Julian Priester, Sonny Clark, Raphael Homer Bryant, Kenny Dorham, Dollar Brand (Abdullah Ibrahim) και George Duvivier.
Μην ξεχνάτε, οι λάτρεις του είδους ότι μπορείτε να διαβάσετε και τους οδηγούς μας στους John Coltrane, Miles Davis , Charles Mingus , Herbie Hancock , Thelonious Monk , Sonny Rollins , Ornette Coleman, Charlie Parker , Pharoah Sanders , Lee Morgan , Art Blakey , Cannonball Adderley, Archie Shepp , Wayne Shorter , Freddie Hubbard , Chick Corea αλλά και στην Spiritual Jazz και την Avant-Garde Jazz

Clifford Brown Αnd Max Roach
(EmArcy, 1954)
Αυτό το μνημέιο αποτελεί θεμέλιο λίθο τόσο για το hard bop όσο και για τη δισκογραφία του Max γενικότερα. Παρότι βασίζεται σε μια κλασική κουιντέτο φόρμα, τίποτα δεν ακούγεται συμβατικό. Οι ενορχηστρώσεις είναι αρκετά σφιχτές, η ηχογράφηση καθαρή και η αίσθηση συλλογικής κατεύθυνσης εντυπωσιακά ώριμη για την εποχή. Ο Clifford Brown στην τρομπέτα δεσπόζει με έναν ήχο γεμάτο ζεστασιά, ακρίβεια και αστείρευτη μελωδικότητα, ειδικά στις συνθέσεις του "Joy Spring", "Daahoud" και "Jordu", που έμελλε να γίνουν νέα standards. Ναι μιλάμε για συνθέσεις που ορίζουν την jazz και παίζονται ακόμα. Βέβαι το πως παίζουν και το "Delilah" του Victor Young είναι μαγεία. Ο Max Roach, από την άλλη, δεν συνοδεύει απλώς. Ουσιαστικά οργανώνει τον χρόνο, σχολιάζει, δημιουργεί ένταση με οικονομία και φαντασία. Ο δίσκος λειτουργεί και ως υπόδειγμα ομαδικού παιχνιδιού, με τον Harold Land στο σαξόφωνο να συμπληρώνει ιδανικά τον Brown και τη ρυθμική βάση να αναπνέει με φυσικότητα. Ένα έργο ορόσημο που κοίταζε τότε ξεκάθαρα προς το μέλλον της jazz.

We Insist! Freedom Now Suite
(Candid, 1960)
Όταν ο Max Roach κυκλοφόρησε το "We Insist" προκάλεσε ένα μικρό σοκ στην jazz κοινότητα για περισσότερους από έναν λόγους. Από τη μία έχουμε έναν μουσικό που ανήκε στην «παλιά φρουρά», έναν από τους στυλοβάτες της bebop και εν συνεχεία hard bop, που εδώ ενστερνίζεται την avant garde jazz και μάλιστα με θαυμαστά αποτελέσματα. Και από την άλλη έχουμε ίσως την πρώτη φορά που ένα jazz όνομα αυτού του διαμετρήματος γίνεται τόσο ξεκάθαρα και άμεσα πολιτικό στη μουσική του. Το έργο είναι αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη Διακήρυξη Χειραφέτησης και το Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων των ΗΠΑ. Όπως ήταν φυσικό, υπήρξε μία εμπορική αποτυχία, το καλλιτεχνικό του εύρος άγγιξε επίπεδα ασυνήθιστα ακόμα και για τη jazz τότε (η σύλληψή του περιελάμβανε χορογραφίες και μπαλέτα) ενώ καθαρά μουσικά έχουμε ένα από τα πιο αψεγάδιαστα άλμπουμ της jazz με την Abbey Lincoln (τότε σύζυγο του) να είναι φανταστική και να διεκδικεί τον τίτλο μίας από τις μάλλον υποτιμημένες φωνές στην ιστορία της jazz.

Study In Brown
(EmArcy, 1955)
Η συνεργασία Roach/Brown, που έμελλε να είναι σύντομη λόγω του άτυχου θανάτου τόσο του Clifford Brown όσο και του Richie Powell (πιάνο) στο δυστύχημα, δημιούργησε δυσανάλογα πολλούς σημαντικούς δίσκους της hard bop, σε σχέση με τη διάρκειά της. Ένας από αυτούς είναι και το "Study In Brown" που βρίσκει το κλασικό κουιντέτο όχι μόνο σε μεγάλη φόρμα σε επίπεδο παιξιμάτων (το δέσιμο του γκρουπ και τα solo του καθενός είναι αξιέπαινα καθόλη τη διάρκειά) αλλά και συνθετικά, αφού πέραν του leader, Brown και οι Powell και Harold Land (σαξόφωνο) συμμετέχουν με δικές τους δημιουργίες. Ο ρόλος του Roach στο κουιντέτο δεν είναι τόσο κυριαρχικός όσο σε δουλειές που φέρουν το όνομά του και μόνο, αλλά το σύνολο παραμένει ενθουσιώδες και παράγει ένα διαχρονικό διαμάντι του είδους. Είναι σαν έργο εξαιρετικά γεμάτο και ολοκληρωμένο.

It's Time
(Max Roach and His Chorus and Orchestra)
(Impulse!, 1962)
Όλες οι συνθέσεις εδώ δικές του. Από τα πιο φιλόδοξα και ριζοσπαστικά έργα της δισκογραφίας του. Βρισκόμενος σε μια δημιουργική κορύφωση μετά τα "We Insist!" και "Percussion Bitter Sweet", με τον Mal Waldron, ο Roach συνθέτει μια πολυμερική σουίτα όπου το hard bop διαστέλλεται προς μια σχεδόν συμφωνική, μοντερνιστική jazz. Η χρήση της χορωδίας (υπό τη διεύθυνση του Coleridge-Taylor Perkinson) δεν λειτουργεί διακοσμητικά, αλλά ως ισότιμο όργανο. Ακους φωνές, φωνήεντα και ρυθμικές παρεμβάσεις οι οποίες ενσωματώνονται οργανικά στον μουσικό ιστό. Οι Richard Williams, Clifford Jordan και Julian Priester ξεχωρίζουν με έντονες, νευρικές εκφράσεις σε τρομπέτα, σαξόφωνο και τρομπόνι, ενώ ο Waldron στο πιάνο προσφέρει σκοτεινή, υποβόσκουσα αρμονία. Το "Lonesome Lover" με τη φωνή της Abbey Lincoln προσθέτει μια ανθρώπινη, σχεδόν λυρική ανάσα. Ένας δίσκος που κοιτάζει μπροστά, γεφυρώνοντας jazz, σύγχρονη λόγια μουσική και κοινωνικό όραμα. Ναι είναι avant-garde και spiritual jazz μαζί!

At Basin Street
(Clifford Brown & Max Roach)
(EmArcy, 1956)
Η τελευταία ηχογράφηση του θρυλικού κουιντέτου με τον Sonny Rollins στη θέση του Land και τους Brown, Powell, Morrow και φυσικά τον Roach να παραμένουν σταθεροί. Πρόκειται για την πρώτη που κυκλοφόρησε μετά το θάνατο των Brown/Powell και είναι αφιερωμένη στη μνήμη τους, αν και ήδη προγραμματισμένη πριν το ατύχημα. Είχε ως στόχο να πιάσει την ατμόσφαιρα των πολύ πετυχημένων εμφανίσεων του σχήματος στο club Basin Street East, όπως και ο τίτλος υπονοεί. Η ένταση κατά τη διάρκειά του διατηρείται ψηλά, ο Roach κρατάει το swing του σε απαράμιλλα επίπεδα όπως συνήθως, ο Brown είναι από τα πιο αδικοχαμένα ταλέντα της jazz, και ο Rollins είναι τουλάχιστον εξίσου καλός όσο και ο Land. Οι μόνες συνθέσεις που δεν είναι jazz standards ανήκουν στον Powell. Σχεδόν την ίδια εποχή, οι ίδιοι συντελεστές θα ηχογραφήσουν για τελευταία φορά υπό το όνομα του Rollins.

Deeds, Not Words
(Riverside, 1958)
Αυτή η ομορφιά αποτυπώνει ιδανικά τον Max Roach ως ηγέτη που αρνείται να επιβληθεί, επιλέγοντας αντίθετα τη συλλογική ισορροπία. Μάγκας. Παρότι πρόκειται για δίσκο με έντονη ρυθμική ταυτότητα, τα τύμπανα δεν κυριαρχούν. Πρακτικά λειτουργούν οργανικά μέσα στο σύνολο, σχολιάζοντας και κατευθύνοντας διακριτικά τη ροή. Σουπερ μάγκας. Η απουσία πιάνου και η παρουσία της τούμπας του Ray Draper δίνουν έναν ιδιότυπο, ελαφρώς αιωρούμενο ήχο, που κάνει τον δίσκο να ακούγεται αναπάντεχα φρέσκος. Ο νεαρός τότε Booker Little ξεχωρίζει στην τρομπέτα με αιχμηρό, σχεδόν προ-avant παίξιμο, γεμάτο λυρισμό και ένταση, ιδιαίτερα στα "Filide" και "It’s You Οr No One". Το "Conversation", ένα από τα πιο δυνατά drum solos του Roach, δείχνει πώς η τεχνική μπορεί να μετατραπεί σε αφήγηση. Άπιαστος μάγκας. Ένας μεταβατικός αλλά ουσιαστικός post-bop δίσκος, ανάμεσα στο bebop και στο επερχόμενο avant-garde. Χωρίς να ακουμπάει τίποτα, χαιδευει, εξηγεί και μαγεύει.

Members, Don't Git Weary
(Atlantic, 1968)
Υπό μία έννοια, η τελευταίες ανάσες μία άλλης εποχής για μία jazz που άλλαζε δραστικά στο τέλος της δεκαετίας του 60, δίσκοι σαν το "Members, Don't Git Weary" κρατάνε την bop παράδοση ψηλά και σε δημοφιλία και, φυσικά, σε ποιότητα. Ο Roach παραμένει σημείο αναφοράς όπως σε όλους τους δίσκους που φέρουν το όνομά του στο εξώφυλλο, αν όχι όπου συμμετείχε γενικότερα. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι του πιανίστα Stanley Cowell που θα βρει τη δική του Ιθάκη και μεγαλύτερη επιτυχία στην εταιρεία που ο ίδιος ίδρυσε, τη Strata-East (αξίζει ένα ξεχωριστό αφιέρωμα για αυτήν). Παρόλα αυτά, η σύνθεση που κλέβει τις εντυπώσεις και είναι και από τις καλύτερες στιγμές στην καριέρα του Roach είναι το "Libra" του σαξοφωνίστα Gary Bartz.
![Force [Sweet Mao - Suid Afrika 76]](http://images.rocking.gr/guides/2026/maxroach/maxroach8.jpg)
Force [Sweet Mao - Suid Afrika 76]
Archie Shepp & Max Roach
(Uniteledis, 1976)
Ηχογραφημένο στο Παρίσι για λογαριασμό και με χρηματοδότηση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, παραμένει άγνωστο κατά πόσο οι καλλιτέχνες συμμετείχαν στην Μαοϊκή κατεύθυνση του τίτλου παρότι ξεκάθαρα ενεργοί κοινωνικοπολιτικά και αλληλέγγυοι στα απελευθερωτικά κινήματα της εποχής. Εξάλλου ο δίσκος ήταν αφιερωμένος σε τρεις ήρωες του κινήματος της ακτιβιστικής πλευράς του Black Power. Μουσικά πρόκειται για ένα ενδιαφέρον και εξεζητημένο συνεχή διάλογο ντραμς-σαξόφωνου που είναι ένα δώρο για όσους αγαπάνε αυτούς τους δύο ιδιαίτερα φιλόδοξους μουσικούς και θέλουν να τους ακούσουν να αυτοσχεδιάζουν στην κορύφωση του πειραματισμού τους. Είναι για ζόρικους! Σίγουρα όμως δεν αποτελεί σημείο εκκίνησης για την δισκογραφία κανενός από τους δύο.

Best Coast Jazz
(EmArcy, 1955)
Υπάρχουν δίσκοι αρκετά αδιάφοροι, που δεν θα τους προτείναμε ούτε στις εκπτώσεις, όπως τα "Moon Faced and Starry Eyed" ή "The Many Sides of Max". Η σύμπραξη Max Roach, Herb Geller, Walter Benton, Joe Maini και Clifford Brown όμως, ανήκει σε μια διαφορετική κατηγορία. Δεν είναι κορυφαίο έργο στη δισκογραφία του Max, έχει όμως τρελό lineup οπως φαίνεται και κάτι ουσιαστικό να δώσει. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εκτενή blowing session, με μόλις δύο μεγάλα κομμάτια, όπου η χαλαρή ατμόσφαιρα της δυτικής ακτής συναντά έναν hard bop δυναμισμό που μόλις διαμορφώνεται. Ο Clifford Brown ξεχωρίζει φυσικά, όμως αυτό που κάνει τον δίσκο να αξίζει είναι η συλλογικότητα και η αίσθηση αυθορμητισμού. Ο Roach παίζει με ενθουσιασμό αλλά χωρίς να επιβάλλεται, κρατώντας τη ροή ζωντανή και ευέλικτη. Το "Coronado" προσφέρει ενέργεια και ένταση, ενώ το "You Go Τo My Head" αναδεικνύει τη λεπτομέρεια και την υπομονή των μουσικών. Όχι εμβληματικό, αλλά τίμιο και απολαυστικό.

Speak, Brother, Speak!
Max Roach Quartet At The Jazz Workshop
(Fantasy, 1963)
Ξεχωρίζει ως live επιλογή γιατί αποτυπώνει τον Roach στο φυσικό του περιβάλλον. Είναι στη σκηνή, με ένταση, ρίσκο και ανοιχτές φόρμες. Σε αντίθεση με άλλες ζωντανές κυκλοφορίες που λειτουργούν ως απλή αναπαραγωγή του στούντιο ρεπερτορίου, εδώ το υλικό χτίζεται σταδιακά, με δύο μεγάλα, εκτενή κομμάτια που εξελίσσονται μπροστά στον ακροατή. Είναι δύο δικά του κομμάτια. Σε σχέση με το "Bee Hive" το live με τον Brown, αυτό κερδίζει ακριβώς επειδή ο Roach δεν λειτουργεί απλώς ως ερμηνευτής μέσα σε ένα συλλογικό πλαίσιο, αλλά ως συνθέτης και αρχιτέκτονας της ζωντανής αφήγησης. Η ενέργεια του συνόλου είναι αδιάκοπη, με τον Clifford Jordan να παραδίδει ένα από τα πιο δυνατά και εκφραστικά live παιξίματά του στο τενόρο σαξόφωνο. Οι μακροσκελείς αυτοσχεδιασμοί αναδεικνύουν τη λογική της στιγμής και την αλληλεπίδραση του κουαρτέτου. Τα drum solos του Roach, ωμά και χωρίς φιλτράρισμα, δείχνουν γιατί στη σκηνή μεταμορφωνόταν σε καθαρή δύναμη. Ένα ντοκουμέντο ουσίας, όχι εντυπωσιασμού.
