Ok Goodnight

Stop/Go

Self-Release (2026)
Εμπνευσμένο τρίτο βήμα για το art prog σχήμα, επιβεβαιώνει κάθε σκέψη που κάναμε για το ταλέντο και την αξία του, χαρίζοντάς μας παράλληλα και μία πανδαισία ήχων
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Γεια σας! Έχετε λίγο χρόνο να σας μιλήσω για τους άρχοντες και σωτήρες μας, Ok Goodnight; Αν δεν θυμάστε να τους εκθειάζω πριν τρία χρόνια για το "The Fox & The Bird", τότε δεν πειράζει, γιατί είμαι έτοιμος για έναν ακόμη γύρο διθυράμβων. Το Βοστονέζικο σχήμα έχει μπει για τα καλά σε μία τροχιά αναγνώρισης, και αν σ’ αρέσει η prog, τότε δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ μακριά για ένα απ’ τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ της χρονιάς. Πιο μεταλλίζοντες απ’ τους Meer, λιγότερο jazz συγκριτικά με τους Plantoid, πιο pop απ’ ό,τι οι Caligula’s Horse, όμως λιγότερο  artsy σε σχέση με τους Bent Knee,  οι Ok Goodnight χτίζουν το δικό τους μουσικό σύμπαν, και με το "stop/go", την τρίτη δουλειά τους, το διευρύνουν ακόμη περισσότερο.

Μετά απ’ το πολύ μαξιμαλιστικό δεύτερο άλμπουμ τους, ένα παραμύθι γύρω απ’ τη φιλία με πολλούς χαρακτήρες και μία μουσική υπηρεσία στην ιστορία, το "stop/go" έρχεται πιο αυθόρμητο και γι’ αυτό ίσως πολύπλευρο, να εξερευνήσει και να πειραματιστεί με διάφορους ήχους. Η ισορροπία που κρατάνε μεταξύ διαφόρων αποχρώσεων έντασης είναι που μας κάνει να λέμε «είναι rock!», «όχι, είναι metal!», σαν να βρισκόμαστε μπροστά από ένα ποτήρι με νερό ως τη μέση.

Το ρυθμικό σκέλος, δηλαδή το στιβαρό παίξιμο του Augusto Bussio στο drum kit με τη φανταστική παρουσία του Peter de Reyna στο μπάσο, αναλαμβάνει τη μουσική ροή ήδη απ’ το "No Sound" και μας δείχνει τι δημιουργικά που μπορούν να συνυπάρξουν γκρούβα, παιχνιδίσματα, και ουσιαστική συμβολή στη σύνθεση. Πάνω τους έρχεται να πατήσει ο εξαιρετικά ικανός μα πειθαρχημένος Martín de Lima στην κιθάρα. Ακούω την κριτική πως σπανίζει ένα βαρύ riff ή ένα μακροσκελές σόλο, όμως κάνω την υπόθεση ότι αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: αφενός γιατί στυλιστικά θέλει να υπηρετήσει μία άλλη νοοτροπία στο ρόλο της κιθάρας, κι αφετέρου αποφεύγει να συγκρουστεί με την φωνή της Casey Lee Williams. Χωρίς να αφήσω τον ενθουσιασμό μου να μεγαλοστομήσει, πιστεύω πως κάθε κομμάτι ανεβαίνει στην ποιοτική σκάλα εξαιτίας της παρουσίας της (μα τι κάνει στο "Spiral!").  

Παρά την αδιαπραγμάτευτη τεχνική τους κατάρτιση, που μας χαρίζει γενναιόδωρα στιγμές prog ολοκλήρωσης με το "Top of the Bottom", γραμμένο θαρρείς απ’ τους Night Verses, δίνεται έμφαση στο να έχουμε συνθέσεις ολοκληρωμένες. Γι’ αυτό και, παρά την ηχητική πληροφορία και τις φάσεις απ’ τις οποίες εξελίσσεται κάθε τραγούδι, το "stop/go" ρέει αβίαστα, ενώ παρελαύνουν μέσα απ’ τις νότες οι διάφορες τάσεις του προοδευτικού ήχου. Ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στα προηγούμενα άλμπουμ τους, αυτό που ξεχωρίζει τους Ok Goodnight δεν είναι η πρωτοτυπία και η καινοτομία που φέρνουν στο τραπέζι, αλλά το καθαρό κολάζ που πετυχαίνουν με την αφομοίωση ήχων απ’ όλη την πλούσια βεντάλια της σύγχρονης progressive μουσικής.

Το "art rock" του πράγματος έχει λιγότερο να κάνει με την μουσική καθαυτή, παρ’ όλο που υπάρχουν αρκετοί λυρισμοί για να δικαιολογούν μία πιο έντεχνη ταυτοποίηση. Είναι, όμως, η γενικότερη αισθητική που διαφοροποιεί τους Ok Goodnight από ένα τυπικά prog συγκρότημα: το εξώφυλλο που τιμά τον Rothko, τα βίντεο κλιπ με την εκπληκτική σκηνογραφία και χρωματική επιλογή, που άλλοτε εμπνέονται απ’ τα κόμιξ, τη μοντέρνα τέχνη, το σύγχρονο χορό, κι άλλοτε απ’ τον κινηματογράφο, συνομολογούν προς μία κατεύθυνση του «ωδείου» και των «καλών τεχνών», γι’ αυτό και προκύπτει μία αύρα πιο έντεχνη, ωστόσο καθόλου επιτηδευμένη προς μία "high art" στόχευση.

Ωριμάζοντας συνθετικά αλλά και μέσα στο μουσικό βιομηχανικό τοπίο, οι Ok Goodnight εδραιώνονται ως επαγγελματικό project, και αγκαλιάζουν μία ανεξάρτητη, indie αισθητική στην prog τους, φέρνοντας νέο αέρα και πλαισιώσεις. Πιστεύω πια έχουν όλα τα εχέγγυα, την παρουσία, και το υλικό για να κερδίσουν σε δημοφιλία – κι αν κρίνω απ’ τις αντιδράσεις στο πρώτο single "22", δεν είναι πολύ μακριά απ’ αυτό. Δεν θέλω να κάνω προβλέψεις, γιατί γυρίζουν ύστερα και σε ειρωνεύονται, όμως πιστεύω ότι οι Ok Goodnight έχουν σοβαρό λόγο ύπαρξης στο είδος και αξίζει να τους ακούμε προσεκτικά.

Bandcamp

 

  • SHARE
  • TWEET