Plantoid

Flare

Bella Union (2026)
Επιτυχημένο δεύτερο βήμα που καθιστά τους Plantoid μία υπολογίσιμη prog δύναμη, και δημιουργεί μόνο θετικούς συνειρμούς για το τι μέλλει γενέσθαι
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

...και καθώς, λοιπόν, το prog μετεξελίσσεται και αναζητά νέους τρόπους έκφρασης, αρχίζει και μειώνει την πληροφορία και στρέφεται σε πιο σαφείς δομές, κρατώντας όμως το περιπετειώδες song-writing και την τεχνική κατάρτιση. Σ' αυτήν τη λογική, οι βρετανοί plantoid αποτελούν μία φρέσκια πρόταση, κυκλοφορώντας δύο χρόνια πριν το πολύ ιδιαίτερο και συμπαθές ντεμπούτο τους, "Terrapath", στο οποίο jazz, soul, και indie συμπληρώνουν την prog δυναμική. Στο δεύτερο πόνημά τους η μουσικότητα παραμένει κυρίαρχη παρ' όλο που - όπως παραδέχονται και οι ίδιοι, αλλά και διαπιστώνουμε από πολύ νωρίς - βγαίνει μπροστά κι η math πλευρά τους, μ' ένα κοφτό και δυσαρμονικό riff να ανοίγει τον δίσκο, απέχοντας παρασάγγας απ' το ήπιο και σχεδόν electronica προκάτοχό του.

Αυτό το στοιχείο της έκπληξης θα διατηρηθεί στο σύνολο του δίσκου, με κομμάτια που δοκιμάζουν να διαταράξουν λίγο τις συμβάσεις - ακόμη κι αυτές που οι ίδιοι έθεσαν. Παραμένει εκείνη η πλευρά του χαρακτήρα τους, που συμπίπτει με την jazz και λίγο με τη neo-soul (βλ, για παράδειγμα το "The Weaver"), μέσα από κρυστάλλινα πλήκτρα και τις φωνητικές μελωδίες της Chloe Spence, που έχουν αυτή την αέρινη ελαφρότητα των Hiatus Kayote. Εκείνο που παραμένει σταθερό, όμως, και αποτελεί και κατά τη γνώμη του γράφοντος το δυνατό χαρτί, είναι οπωσδήποτε η παραγωγή στον ήχο, που ουδεμία σχέση δεν έχει με την παγιωμένη prog ακουστική, αλλά είναι ωμή και ακατέργαστη. Σχεδόν διακρίνεις πού έχει σκουριά η χορδή της κιθάρας και πού ράγισμα ένα πιατίνι, κι αυτή η οργανικότητα είναι που κάνει τον δίσκο να πάλλεται μ' ένα ιδιαίτερο χρώμα και να αιχμαλωτίζει την μαγεία μίας ζωντανής παρουσίασης.

Συνεισφέρουν σ' αυτήν την ζωντάνια τα διάφορα ψυχεδελικά ξεσπάσματα και οι φρενήρεις ιδέες που ξετρυπώνουν απ' το πουθενά, με το "Doser" και το "Splatter" να αποτελούν εξαιρετικά δείγματα μίας σχεδόν indie ακουστικής προσέγγισης στο prog, ενώ το ποιμενικό (το "pastoral" μας ακούγεται καλύτερο;) "Good For You" βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην indie αισθητική, με την Chloe να θυμίζει την Aldous Harding. Μιλώντας συνέχεια, όμως, για τη φωνή, θα μοιάζει σαν τα υπόλοιπα μέλη να μην έχουν να προσφέρουν πολλά, πράγμα που τόσο το ευρηματικό και γωνιώδες παίξιμο του κιθαρίστα Tom Coyne όσο και το στακάτο και πληθωρικό drumming του Louis Bradshaw αμφισβητούν και του βγάζουν τη γλώσσα.

Tα κοπλιμέντα μπορούν να συνεχίζονται αενάως. Eίναι σίγουρο ότι ο ενθουσιασμός όσων έρχονται σ' επαφή με τη μουσική των plantoid είναι όχι μόνο βάσιμος, αλλά και δικαιολογημένος. Είναι μία φρέσκια πνοή στο πολύπαθο prog είδος, ρίχνοντας τοίχους προς άλλα ιδιώματα που εισάγονταν σποραδικά και αυτάρεσκα ως snippets στον ως τώρα κώδικά του. Η δύναμή τους είναι η φαινομενικά αχαλίνωτη έμπνευσή τους κι η ευκολία τους να παίζουν με διαφορετικά genres, όμως θα παραμείνω συγκρατημένος και θα πω ότι ένα επιτυχημένο δεύτερο βήμα είναι ένας θετικός οιωνός, όμως η εκπλήρωσή του δεν έχει έρθει ακόμη. Κάτι γυαλίζει πίσω απ' το κορυφαίο "Daisy Chains" , που πέρα απ' την τεχνική και την ευχάριστη ακουστική του, πετυχαίνει και στην συναισθηματική κορύφωση, και πιστεύω πως στο τρίτο τους βήμα μπορεί και να παραμιλάμε.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET