Release Athens: The Offspring, Bad Religion, High Vis @ Πλατεία Νερού, 07/07/26

Παρελθόν, παρόν και μέλλον του punk rock συναντήθηκαν σε μια από τις πιο εκρηκτικές βραδιές του καλοκαιριού

Κάθε γενιά έχει τα δικά της συγκροτήματα. Εκείνα που την διαμόρφωσαν, που την συνόδευσαν στις καλύτερες και στις χειρότερες στιγμές της, και που κατάφεραν να ξεπεράσουν το πλαίσιο της μουσικής και να εξελιχθούν σε βίωμα. Για αρκετούς από εμάς, οι Bad Religion και οι Offspring ανήκουν ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Όταν μάλιστα πλαισιώνονται από ένα γκρουπ όπως οι High Vis, που σήμερα κουβαλάν στους ώμους τους ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης punk παρακαταθήκης, το αποτέλεσμα μοιάζει ανέλπιστα ελκυστικό.

Έτσι, με τον Ιούλιο να θυμίζει ότι το φετινό συναυλιακό καλοκαίρι δεν σκοπεύει να μας αφήσει να πάρουμε ανάσα, η Πλατεία Νερού γέμισε ξανά με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών αλλά κοινών αναφορών, έτοιμους να γιορτάσουν το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον μιας μουσικής που συνεχίζει να ενώνει. (ΑΑ)

Τα αγόρια από το Merseyside έχoντας διανύσει πολλά χιλιόμετρα σε μια δεκαετία δράσης, εμφανίστηκαν πρώτοι στην σκηνή της Πλατείας Νερού. Από τις hardcore σκηνές της Αγγλίας μέχρι τα μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, οι High Vis έχουν κερδίσει κάθε βήμα αυτής της διαδρομής επάξια και η τους συμμετοχή τους σε αυτό το line-up ήταν μια σπουδαία ευκαιρία για το ελληνικό κοινό να τους δει για πρώτη φορά και να αντιληφθεί την αξία μιας από τις πιο σημαντικές μπάντες των τελευταίων ετών. Με τον ήλιο να καίει, αλλά χωρίς αυτό να μας απασχολεί ιδιαίτερα, το εναρκτήριο “Drop Me Out” από το “Guided Tour”, έδωσε τον τόνο της απογείωσης. Η ενέργεια ήταν εκρηκτική από τα πρώτα λεπτά, με τον Graham Sayle να δίνει το απόλυτο τόσο φωνητικά, με highlights τα “Walking Wires” και “Altitude”, όσο με την αεικίνητη και γεμάτη νεύρο παρουσία του και την επικοινωνία που έχτισε μαζί μας.

Ο κόσμος ζεσταινόταν - κυριολεκτικά και μεταφορικά - και παράλληλα συστηνόταν στις πτυχές των High Vis. Πρώτα απ’ όλα το μουσικό τους σύμπαν: ένα μοναδικό σημείο συνάντησης ανάμεσα στο post-punk revival και το hardcore. Εκεί που χωράνε τόσο τα riffs της βρετανικής post παράδοσης (όπως στο “Τhe Bastard Inside”) όσο και το κιθαριστικό, όμορφο χάος και τα βαριά ντραμς του “Out Cold”. Οι hardcore χοροί, αν δεν υπήρχε η απόσταση από τη σκηνή, θα επεκτείνονταν πέραν αυτής. Βασικά θα την αμφισβητούσαν ξεκάθαρα, αφού για όσες έχουμε την τύχη να τους έχουμε ξαναδεί, οι High Vis μέσα από την ορμή τους και τον underground τρόπο που προσεγγίζουν την ύπαρξή τους, θα φρόντιζαν να δημιουργήσουν ένα υπέροχο χάος με stage dives και mosh pits. Παρ’ όλα αυτά δεν αφαιρέθηκε τίποτα από την δυναμική τους, αντίθετα, όσο το set προχωρούσε όλο και περισσότερος κόσμος ερχόταν μπροστά για να γίνει κομμάτι αυτού που ζούσαμε.

Σε αυτό συνέβαλε ότι η εμφάνιση της πεντάδας ήταν αψεγάδιαστη, αποδεικνύοντας ότι παρά το σοκ της ζέστης όπως μας παραδέχτηκαν, μπορούν να κερδίζουν σε κάθε τερέν. Τίμιοι συνοδοιπόροι του Sayle, oι Rob Hammarén και Martin MacNamara στις κιθάρες, o Jack Muncaster στο μπάσο και ο Edward Harper στα ντραμς, δημιουργούσαν πολλαπλές υφές, παράσερναν στον ρυθμό, έκαναν εν ολίγοις το sing along και την σύνδεση αβίαστα. Αυτή η αίσθηση διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του setlist, το οποίο κινήθηκε σχεδόν ισότιμα στην πορεία της δισκογραφίας τους, για να μας οδηγήσει προς το κλείσιμο με μια πιο εσωτερική και σκοτεινή διαδρομή που ξεκίνησε το “The Bastard Inside”. Εκεί η στιχουργία τoυ Sayle διαπέρασε σαν ρεύμα, ειδικά όσες και όσους δώσαμε προσοχή στο μοίρασμά του, πολιτικό και προσωπικό ανάμεσα στα κομμάτια.

Υπάρχει άραγε πιο ειλικρινής και ταυτόχρονα punk στιγμή από το να βλέπεις live μια μπάντα να αποκαλύπτει την ευαλωτότητά της και να μιλά για την απώλεια και την αυτοχειρία; Μάλλον όχι και καθοριστικό σημείο ήταν το κλείσιμο με το “Trauma Bonds”. H φωνή σπάει στη φράση “Αre we still lucky to be here?” και όλα τα προσωπεία σκληρότητας καταρρέουν μπροστά στο θάρρος ανθρώπων όπως ο Graham Sayle που με σεβασμό και ευθύνη μοιράζονται το βίωμά τους, δίνοντας λίγο φως.

Σε μία από τις καλύτερες εμφανίσεις του φετινού release συνολικά, oi High Vis χάρισαν ό,τι καλύτερο είχαν, αφήνοντας μια εμφάνιση που λειτουργεί ως entry point για τις επόμενες στη χώρα μας, την ευχαρίστηση να ακούμε live το soundtrack της οργισμένης και σκοτεινής καθημερινότητας μας, αλλά και ένα opening ισάξιο όσων ακολούθησαν. (ΧΚΜ)

SETLIST

Drop Me Out
Walking Wires
Talk for Hours
Altitude
Out Cold
Guided Tour
0151
The Bastard Inside
Choose To Lose
Mind's A Lie
Trauma Bonds

To 2026 έχει βαλθεί να μας χτυπήσει συναυλιακά στο μεδούλι εμάς τους τριανταλίγο, μιας που το 2010 και στα μισά μας χρόνια είχαν λάβει χώρα αντίστοιχες συναυλίες με φέτος, χωρίς καμία επανάληψη ενδιάμεσα, δημιουργώντας αναπόφευκτες συνδέσεις στο τότε και στο τώρα. Ακόμη και γενικότερα όμως, η εμφάνιση των Bad Religion μετά από δεκάξι χρόνια πάλι στην Ελλάδα (ξανά όχι headliners όπως τους αξίζει βέβαια) υπήρξε ένα γεγονός πολυαναμενόμενο από μεγάλη μερίδα του κοινού, ίσως ακόμη και το σημαντικότερο της ημέρας. Άλλωστε, σε μια κοινωνική στιγμή που άνθρωποι με πολλά πτυχία είμαστε στα πρόθυρα του να παρατήσουμε τα πάντα και να ξεκινήσουμε το δικό μας punk rock συγκρότημα, η ύπαρξη των Bad Religion ηχεί περισσότερο αληθινή ίσως και από ποτέ.

Οι πατεράδες του punk rock μα και δικοί μας, οι άνθρωποι που μας μεγάλωσαν, αυτοί που δεν ένιωσαν ποτέ την ανάγκη να μοιάζουν punk rock στην όψη μα υπήρξαν πάντοτε οι πιο punk rock τύποι, ήρθαν να μας θυμίσουν ότι οι ιστορίες τους, είναι ολωνών μας. Η φιγούρα του Greg Graffin μπορεί να «ασπρίζει» με τα χρόνια, μα η φωνή του αντέχει στο χρόνο εντυπωσιακά. Μεγαλύτερης ακόμη αντοχής, χαίρει το χαμόγελο και η ζεστασιά του. Ο γηραιός βάρδος που μας συγκεντρώνει για να μας εξιστορήσει τα punk rock παραμύθια που απ’ ότι φάνηκε, θυμόμασταν από αυτά σχεδόν κάθε γραμμή.

Απίστευτα δύσκολο να επιλέξεις ανάμεσα στα δεκάδες αγαπημένα τραγούδια μιας αψεγάδιαστης δισκογραφίας που υπερβαίνει πια τις 17 μεγάλες κυκλοφορίες και να μην αδικήσεις κάτι, μα οι Bad Religion ζέσταναν τις καρδιές μας παρά το γεγονός πως η αρχή έγινε με το “Recipe For Hate”. Η βραδιά είχε από όλα, από το “How Could Hell Be Any Worse?” (ω, αγαπημένοι, που να φανταζόσασταν το ‘82 πως 45 χρόνια μετά θα ήταν όλα πολύ χειρότερα) και το “Fuck Armageddon… This Is Hell”, μέχρι το πρόσφατο “Age Of Unreason” και το “End Of History”, η πολυετής και αδιάσπαστη στο χρόνο πορεία των Bad Religion τιμήθηκε όπως της άξιζε.

Δημιουργώντας ένα κενό στο χωρόχρονο που οι έγνοιες της καθημερινότητας έμειναν εκτός, μαζευτήκαμε να κάνουμε αυτό που γουστάρουμε, χωρίς κριτικές και με σεβασμό στον δίπλα. Με αγκαλιές από τους παιδικούς μας φίλους στην πρώτη γραμμή.

“So do what you must, do all you can

Break all the fucking rules and γo to hell with Superman and die like a champion, yeah-hey!”

Όλη η νιότη μας και η ανάγκη για ξέσπασμα και ξεγνοιασιά, σε δυο γραμμές. Από εκεί μέχρι την κατάκτηση του κόσμου. “I want to conquer the world, give all the idiots a brand new religion”. Το δίδυμο των Bentley και Baker μας χάρισε όλες τις αγαπημένες μας μελωδίες και μας συγκίνησε βαθιά, με τα «νεότερα» μέλη Dimkich και Miller να δένουν (το ξέρουμε άλλωστε πια) συμπαγώς με την τωρινή μορφή των Bad Religion. Όπως μας είπε και ο Bentley, «δεν είναι κάθε μέρα που έχεις την τύχη να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα σε έναν από τους αρχαιότερους πολιτισμούς του κόσμου». Πίσω από το ηλιοβασίλεμα, θαρρεί κανείς πως το βλέμμα του Gurewitz που αναγκάζεται πια να είναι απών, μας προσέχει και συμμετέχει εξ αποστάσεως στη γιορτή μας. Εκεί στο βάθος, δεν λείπει κι ένα μεγάλο πλοίο, που όπως είπε ο Graffin του θύμισε το video clip της Cher από το “If I Could Turn Back Time” ενώ άρχισαν να το χαζο-παίζουν, συμπληρώνοντας οι υπόλοιποι πως πρέπει ο Greg να αρχίσει να ντύνεται σαν τη Cher τότε, ε πόσο να τους αγαπήσεις πια.

Πολύ μπορείς να τους αγαπήσεις μάλλον, αφού χαρήκαμε τα τραγούδια που την προηγούμενη φορά τους εδώ δεν είχαν κυκλοφορήσει, σαν τα “Fuck You” και “True North”. Οι μεγάλες στιγμές όμως είναι στα τραγούδια που λατρεύουμε για μια ζωή. “Punk Rock Song”, “Anesthesia”, “21st Century Digital Boy”, “A Walk”, “Suffer”, “You”. Το μεγάλο «αη στον κόρακα» του “Infected” για κάθε μας τοξική σχέση. Η τεράστια κορύφωση με το σερί των “Sorrow” και “American Jesus” (κι ας έλειπε από τη δική μας χώρα το “Generator”). Ένας ήχος που τους ανύψωσε ακόμη περισσότερο κι ας μας τρόμαξαν τα πολύ δυνατά μπάσα στην έναρξη, τα οποία χαλάρωσαν πολύ άμεσα. Η απόλυτη punk rock συναυλία με δακρυσμένα μάτια και αγκαλιές. Μοναδικό παράπονο, το να καταφέρουμε μια φορά πριν αποσυρθούν μιας που αναπόφευκτα αυτή η ώρα πλησιάζει κι ας μην τους φαίνεται ολωσδιόλου στην απόδοσή τους, να δούμε τους Bad Religion στη χώρα μας ως τους απόλυτους headliners για μια punk μάζωξη άνευ προηγουμένου. Για να μην κλείσουμε όμως με παράπονο αυτή την εγκάρδια εμπειρία, ας κλείσουμε με την ευχή που κάποτε οι Bad Religion έθεσαν ως προσταγή, μα ακόμη ως είδος δεν καταφέραμε μα κυνηγάμε κι ακόμη, αντί να προσεγγίζουμε, απομακρυνόμαστε από αυτή όλο και περισσότερο: “And there will be sorrow no more”. (ΕΤ)

SETLIST

Recipe For Hate
Them And Us
Los Angeles Is Burning
Do What You Want
21st Century (Digital Boy)
The Streets Of America
Fuck You
I Want To Conquer The World
Come Join Us
End Of History
True North
Atomic Garden
We're Only Gonna Die
No Control
Struck A Nerve
Suffer
Punk Rock Song
Infected
A Walk
You
Anesthesia
Fuck Armageddon... This Is Hell
Sorrow
American Jesus

Μετά από όλα αυτά τα σπουδαία που είχαν προηγηθεί στην Πλατεία Νερού, είχε έρθει επιτέλους η ώρα για τους πρωταγωνιστές της βραδιάς. Και αν πριν από δύο χρόνια οι Offspring επέστρεφαν στην Αθήνα κουβαλώντας την επέτειο των τριάντα χρόνων του θρυλικού "Smash" (χωρίς βέβαια να μας χαρίσουν το επετειακό live της ζωής μας), αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά, καθώς αποστολή τους ήταν να μας υπενθυμίσουν γιατί, εδώ και σαράντα περίπου χρόνια, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα punk rock σχήματα που πέρασαν ποτέ από αυτόν τον πλανήτη.

Σε ένα κάπως αναμενόμενο déjà vu, το "Come Out And Play" λειτούργησε για άλλη μία φορά ως ιδανική έναρξη με χιλιάδες στόματα να ενώνουν τις φωνές του και το "You've got to keep 'em separated" να μετατρέπει σε δευτερόλεπτα την Πλατεία Νερού σε ένα τεράστιο punk rock party. Το "All I Want" που ακολούθησε, εκπροσωπώντας μόνο του το αριστουργηματικό “Ixnay on the Hombre”, διατήρησε την αδρεναλίνη στα ύψη, με το "I Want You Bad" στη συνέχεια να αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πως το συγκρότημα διαθέτει πολλά περισσότερα hits από αυτά που μπορεί να μας έρχονται αρχικά στο μυαλό όταν μιλάμε για την δισκογραφία τους.

Βέβαια, κάπου εκεί έγινε σαφές πως παρόλο που ήχος, απόδοση, και διάθεση σχήματος βρίσκονταν στα ύψη, αυτό που βιώναμε ήταν μια πιστή επανάληψη της προηγούμενης εμφάνισής τους στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, ο Dexter Holland ήταν καλά φορμαρισμένος και εντυπωσιακά σταθερός φωνητικά, ο Noodles, παρόλο που έκανε πλάκα για τα λάθη του, κράτησε πολύ υψηλό επίπεδο τεχνικά και αποδείχθηκε βασικός εμψυχωτής του κοινού, ενώ το συγκρότημα, συνολικά, κινήθηκε με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που έχουν παίξει αυτά τα τραγούδια χιλιάδες φορές χωρίς όμως να τα έχουν βαρεθεί. Και το ίδιο ίσχυε και για το κοινό, το οποίο ήταν συνεχώς εκστασιασμένο, ανοίγοντας moshpits και χοροπηδώντας χωρίς αύριο, δημιουργώντας μια εκρηκτική ατμόσφαιρα στην Πλατεία Νερού.

Η πρώτη πραγματική έκπληξη της βραδιάς ήρθε με το "Burn It Up" από το “Ignition”, το οποίο ακούστηκε ζωντανά για πρώτη φορά μετά από χρόνια και προκάλεσε ενθουσιασμό σε όσους αγαπούν την προ- “Smash” εποχή του συγκροτήματος, ενώ ακολούθησε το πάντα απολαυστικό "Staring At The Sun", προτού το δίδυμο "Hit That"/ "Original Prankster" μας μεταφέρει στις ημέρες όπου οι Offspring είχαν πια κατακτήσει ολοκληρωτικά το mainstream, με τα καλά και τα κακά αυτής της σύμβασης. Όπως σχολιάζαμε εξάλλου και με τον σύντροφο Μαρίνη μετά τη συναυλία, ήταν αθώες οι εποχές που νομίζαμε πως αυτά μπορεί να είναι μερικά από τα χειρότερα κομμάτια που έχει γράψει το συγκρότημα.

Αναμενόμενα, τεράστιο highlight της βραδιάς αποτέλεσε το “Bad Habbit”, με το συγκρότημα να κόβει το κομμάτι στη μέση, προκειμένου να μας παρακινήσει να πούμε μερικές βρισιές μαζί του και το χαρακτηριστικό μπινελίκι να οδηγεί σε μια από τις πιο έντονες στιγμές της βραδιάς. Κάπου εκεί όμως, μάλλον αναμενόμενα, ξεκίνησε μια κοιλιά που κράτησε αρκετή ώρα με τους Offspring να τζαμάρουν το “Paranoid”, να κάνουν tribute στον Ozzy με το “Crazy Train”, ο Noodles να δίνει ανάσες στον Dexter με το “In the Hall of the Mountain King”, και – χωρίς κανένα λόγο – να διασκευάζουν Taylor Swift, προτρέποντας μας να δημιουργήσουμε το μεγαλύτερο mosh pit που έχει δημιουργηθεί ποτέ σε τραγούδι της (but whyyy?).

Ομολογώ πως η βαρεμάρα χτύπησε κόκκινο σε αυτό το σημείο παρόλο που ο περισσότερος κόσμος έδειξε να το διασκεδάζει. «Legacy act είναι μωρέ θα κάνουν και τέτοια» λέει ο φίλος και συναγωνιστής Παντελής και, μάλλον, δίκιο έχει αλλά δεν μπορώ να είμαι απολύτως αντικειμενικός με τους Offspring καθώς για μένα υπήρξαν καθοριστικοί αφού, με βεβαιότητα, αποτελούν το πρώτο συγκρότημα που αγάπησα. Συνεπώς, όλο αυτό το medley μου φάνηκε σαν ένα τεράστιο χάσιμο χρόνου που μας στέρησε την ευκαιρία να ακούσουμε 2-3 κομμάτια τους παραπάνω. Και ναι, οκ, πάνω-κάτω τα ίδια έκαναν και την προηγούμενη φορά αλλά τότε το setlist είχε και “It'll Be A Long Time”, είχε και “Million Miles Away”, και, στην τελική, είχε διασκευή σε Ramones, όχι σε Taylor Swift! Και αλήθεια, δεν το λέω με ίχνος ελιτισμού, μια χαρά η Swift, αλλά γιατί σε συναυλία των Offspring; Πάω εγώ στην Dua Lipa και περιμένω να ακούσω Sepultura;

Όπως και να έχει, ευτυχώς για εμάς, το "Walla Walla" μετέτρεψε ξανά την Πλατεία Νερού σε punk πανηγύρι, το "Gotta Get Away" χτύπησε κατευθείαν στην καρδιά, και τα "Why Don't You Get A Job?”, "Pretty Fly (For A White Guy)" και "The Kids Aren't Alright" – με το “Americana” να έχει για άλλη μία φορά την τιμητική του - έκλεισαν πανηγυρικά την εμφάνισή τους αλλά και τις φωνές μας καθώς ξελαρυγγιαστήκαμε, χορέψαμε, χοροπηδήσαμε, φάγαμε 1-2 μπύρες στο κεφάλι και 2-3 ξέμπαρκες στην κοιλιά, και είπαμε και ευχαριστώ.

Μετά το σύντομο διάλειμμα για το encore, το "You're Gonna Go Far, Kid" μας χάρισε ακόμη ένα τεράστιο singalong, πριν το riff του “Seven Nation Army” εξελιχθεί σε μια τεράστια έκφραση αγάπης για την πρωθυπουργάρα μας, και το "Self Esteem" έρθει για να βάλει την τελευταία υπογραφή σε μια βραδιά κατά τη διάρκεια της οποίας χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν και κοπανιόντουσαν σχεδόν ασταμάτητα. Αχρείαστο θα πω βέβαια και το “fuck you I wont do what you tell me” μέσα στο κομμάτι αλλά, είπαμε, αυτά τα χαριτωμένα έχουν τα legacy acts.

Βέβαια, ας είμαστε ειλικρινείς, οι Offspring ποτέ δεν πέτυχαν το τέλειο ξεπούλημα όπως π.χ. οι Green Day, αλλά ούτε έμειναν πιστοί στις punk ρίζες τους όπως οι Bad Religion, με αποτέλεσμα σήμερα να κινούνται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο που δεν αφήνει κανέναν απολύτως ικανοποιημένο. Κάπου εδώ όμως γίνεται σαφές αυτό που λέγαμε και για την προηγούμενη εμφάνισή τους. Οι Offspring λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό, σαν ένας μηχανισμός ανάκλησης αναμνήσεων με κάθε τραγούδι τους να ξεκλειδώνει και μία πόρτα. Σχολικές εκδρομές, CD και κασέτες, συναυλίες, party, χυλόπιτες, εφηβικές αγωνίες, παρέες, καλοκαίρια, άνθρωποι που χάθηκαν, άνθρωποι που έμειναν, και μουσικές που κατέληξαν να αποτελούν το soundtrack μιας ζωής.

Και μπορεί κάποιοι να συνεχίζουν να συζητούν (κι εγώ μαζί) αν οι Offspring έγιναν πολύ εμπορικοί, αν τα τελευταία τους άλμπουμ μπορούν να σταθούν δίπλα στα κλασικά (όχι δεν μπορούν), αν αυτό που ζήσαμε το 2007 θα μπορούσε ποτέ να επαναληφθεί, και αν το punk οφείλει να στέκεται κάπως διαφορετικά απέναντι στο mainstream. Το βράδυ της Τρίτης όμως τίποτα από αυτά δεν είχε πραγματική σημασία καθώς ένα συγκρότημα που σημάδεψε όσο λίγα τη νιότη μιας ολόκληρης γενιάς ανέβηκε στη σκηνή και μας παρέδωσε ενενήντα λεπτά ασταμάτητων επιτυχιών, αποδεικνύοντας ξανά ότι τα τραγούδια παραμένουν σπουδαιότερα από κάθε συζήτηση γύρω από αυτά. (ΑΑ)

Φωτογραφίες: Γιώργος Κρίκος

SETLIST

Come Out And Play
All I Want
Want You Bad
Looking Out For #1
Burn It Up
Staring At The Sun
Hit That / Original Prankster
Hammerhead
Bad Habit
Paranoid (Black Sabbath), Crazy Train (Ozzy Osbourne), In the Hall of the Mountain King (Edvard Grieg), Love Story (Taylor Swift)
Walla Walla
Gotta Get Away
Why Don't You Get A Job?
Pretty Fly (For A White Guy)
The Kids Aren't Alright

  • SHARE
  • TWEET