My Metallica Story - ...And Justice For All?
Ο Μάνος Κορνηλάκης - Ορφανουδάκης θυμάται τις άρρητες ιστορίες γύρω απ’ τα μεγάλα συναυλιακά γεγονότα
Το 2010 ήμουν ο μισός απ’ ό,τι είμαι τώρα, τίγκα σε εφηβική ανασφάλεια, δημιουργική περιέργεια, και μία καλοπροαίρετη μα ολότελα ανερμάτιστη επαναστατικότητα, μπολιασμένη με μικροαστισμό, ηθικολογία, και σύνδρομα καλού παιδιού. Ό,τι πρέπει για να γίνω μεταλλάς, δηλαδή, κι αυτό ακριβώς είχα πράξει από πριν, αγκαλιάζοντας αφιλτράριστα όλο τον μεταλλικό ήχο που μπορούσα να βρω σε Limewire και σκληρούς δίσκους φίλων. Είναι τρομερά ανακουφιστική η διαπίστωση ότι υπάρχει εκεί έξω μία ταυτότητα που συνδυάζει ανωτερότητα και περιθώριο, και έπεσα στις ανοιχτές αγκάλες της χωρίς να το πολυσκεφτώ. Μελετούσα προσεκτικά ολόκληρο το βασικό μεταλλικό αλφάβητο, φρόντιζα να φοράω μαύρα μπλουζάκια και ραφτά, μάκραινα μαλλί, και έγραφα στίχους σε τσάντες και παπούτσια, ενώ βασάνιζα για καιρό μία δύσμοιρη Cort με γκρεμισμένες κλίμακες και riff με λόξιγκα.
Στην κουασιμόδεια πόλη του Ηρακλείου υπάρχει μία μάζα ανθρώπων που τάσσονται με τον σκληρό ήχο, που αισθάνομαι πως σήμερα είναι λίγο πιο γερασμένη απ’ ότι στο παρελθόν. Στη θάλασσα από μαύρα πουκάμισα και λύρες, σκυλολαϊκά, και ρεμπέτικο, η κοινωνικοποίησή μου γινόταν με ροκόπουλα και μέταλλα από διαφορετικά μετερίζια, που μου έδειχναν προς το death, το prog, το alternative, το black, ή το κλασικό heavy, όμως με έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Κι όλος αυτός ο κόσμος συντονίστηκε σαν βελόνα πυξίδας, προς τον Βορρά, την ημέρα ανακοίνωσης του Sonisphere και των Τεσσάρων Μεγάλων.
Οι μεγάλες συναυλίες, πλην τοπικών εξαιρέσεων (βλ. Scorpions το 2009, Deep Purple το 2011), δεν με πολυαφορούσαν∙ ήταν πράγματα που συμβαίνουν πολύ μακριά και κοστίζουν σε ακτοπλοϊκά/αεροπορικά, διαμονές, φαγητό, χρόνο, συν τα εισιτήρια της συναυλίας. Με λίγα λόγια, το να ανέβεις ήθελε πολλή συνεννόηση, κάμποσα χρήματα, και σίγουρα έναν ενήλικα πρόθυμο και διαθέσιμο να σε συνοδεύσει. Είχα εκπαιδευτεί στο fomo πολλών συναυλιών που έβλεπα να διαφημίζονται, αρκούμενος στις μετέπειτα ανταποκρίσεις του μουσικοκριτικού τύπου, ή σε αφηγήσεις φίλων που πήγαν και μου μετέφεραν φουσκωμένες ιστορίες και βίντεο σε κακή ανάλυση (κι ένα CD του "A Change of Seasons", ευχαριστώ Λ.). Γι’ αυτό και χρόνια αργότερα, θα κοιτούσα με φθόνο και ιερό μένος έναν φίλο Πειραιώτη που μου εξηγούσε ότι έχασε live μπάντας επειδή βαριόταν να πάει (ναι, εσένα λέω Μ.).
Όμως η συναυλία των Big Four στο Terra Vibe δεν ήταν μία οποιαδήποτε συναυλία, αφού θα είχαμε την ευκαιρία να δούμε από κοντά ιερά τέρατα να τσακίζουν κόκαλα με τα riffs και τον όγκο τους, σε μία βραδιά που προμηνύονταν ιστορική. Στα μάτια μου, έμοιαζε ως το απόλυτο συναυλιακό γεγονός, το αποκορύφωμα της κουλτούρας μου, σημείο συνάντησης και διαμόρφωσης συνειδήσεων, ένωση με τον λαό μου.
Δεν ήταν δυνατόν να έχω γαλουχηθεί από νωρίς με το "Black Album" και "Master of Puppets", να ανακαλύπτω τυχαία σε torrent το "...And Justice for All" και να καταλαβαίνω ότι η μουσική είναι πιο απέραντη απ’ όσο νόμιζα. Να ακούω με δέος τα σολίδια του "Rust In Peace", να φοβάμαι κάπως το "South Of Heaven", να περιμένω να βιώσω το χαμό του "Caught In A Mosh" και να τα χάσω ΟΛΑ αυτά, ενώ θα έρχονταν πακέτο στην χώρα μου. Με λίγα λόγια, στις 24 Ιουνίου η Μαλακάσα θα ήταν η Μέκκα του metal και δεν έπρεπε να λείπω.
Και θα ήθελα πολύ να πω ότι βρήκα το χρυσό εισιτήριο και πήγα, όμως δεν πήγα, διότι αυτή δεν είναι μία τέτοια ιστορία. Είναι μία απ’ τις χιλιάδες ιστορίες μετάλλων που κάθε μετακίνηση στην πρωτεύουσα για να δούνε ένα συγκρότημα σήμαινε διαβούλευση για την ψήφιση του προϋπολογισμού. Να θυμηθούμε ότι τότε η οικονομική κρίση είχε αρχίσει να αποτελεί μόνιμο θέμα συζήτησης, με το γνωστό διάγγελμα του Παπανδρέου απ’ το Καστελόριζο να μας βάζει κι επίσημα σε τροχιά τον Απρίλιο του ίδιου έτους.
Φυσικά, δεν ήμουν κάποιος Τσάρλι Μπάκετ σε παραγκούπολη, κάθε άλλο, όμως δεν ήταν αυτό απαραίτητο για να αποκλειστώ απ’ το «συναυλιακό γεγονός της χρονιάς». Εκτός κι αν είχες την τύχη να είσαι κάποιων Μαΐων και πρόλαβες μεγαθήρια στο κόστος ενός σημερινού γύρου, ή να μένεις πρωτεύουσα και σε ένοιαζε μόνο να μην συμπέσει η συναυλία με γάμο τρίτου ξαδέρφου, σίγουρα ξέρεις για τι μιλάω.
Νομίζω ότι τέτοιες κι αντίστοιχες ιστορίες επισκιάζονται όποτε συζητάμε για μεγάλα συναυλιακά γεγονότα, κι υποψιάζομαι ότι η κατάσταση σήμερα δεν είναι πολύ διαφορετική. Υπάρχουν πάμπολλα άτομα που ψάχνονται με την μουσική και χτίζουν κουλτούρα και αισθητική κυρίως εξ αποστάσεως και δι’ αντιπροσώπων. Ειδικά στην post-covid συναυλιακή επικράτεια, βλέπουν τις τιμές να εκτοξεύονται και την ταχύτητα των sold-out να απαγορεύει έστω και την πιθανότητα να μαζέψουν τα χρήματα σε βάθος χρόνου. Που αν δεν έχουν συγγενείς στη μητρόπολη να φιλοξενηθούν δεν θα μπορέσουν να κλείσουν ένα δωμάτιο σε προσβάσιμη τιμή, και που στα μέρη τους έχει μηδαμινή ή άτακτη παρουσία ο σκληρός ήχος, οι κοινότητες ψιλοδιαλύονται, και το μουσικό μοίρασμα περιορίζεται στο διαδίκτυο.
Δεκαέξι χρόνια μετά, πράγματι, "θα δούμε πάλι Metallica". Όμως για πολύ κόσμο - γενιές ολόκληρες - είναι η πρώτη φορά που θα δούμε Metallica, και μάλλον η μοναδική. Για κάποια από εμάς, τέτοιες ώρες έρχεται η εκδίκηση της γυφτιάς, όμως αυτή η εκδίκηση δεν είναι δεδομένη. Ούτε πάντα, ούτε για όλα.
