Sanctuary, Darklon @ Πειραιώς Club Academy, 22/04/26
Το πνεύμα των Sanctuary αντανακλά μεγαλύτερο από τις μονάδες που το απαρτίζουν
Οι μεσοβδόμαδες εμφανίσεις τείνουν να γίνουν κατόρθωμα για όσους επιλέξουν να παραβρεθούν σε αυτές, αν και, ομολογουμένως, στην εν λόγω περίπτωση το θέλγητρο ήταν ιδιαιτέρως πειστικό για να υπερνικήσει την όποια κούραση. Βλέπετε, η επιστροφή των Sanctuary στη χώρα μας, τους ήθελε να αποδίδουν το αριστουργηματικό "Into The Mirror Black" ζωντανά στην ολότητα του, με τους Darklon να φυλούν τα νώτα τους ως ένα απολύτως ταιριαστό opening act.

Βλέπετε, η αρμάδα του Κώστα Κρασώνη μοιάζει στην καλύτερη φάση της διαρκώς ανοδικής πορείας της, κάτι που επιβεβαίωσε ξανά στον ίδιο χώρο που παρέδωσε μια θριαμβευτική headline εμφάνιση, μερικούς μήνες πριν. Μάλιστα, με το πρόγραμμα να έχει πιεστεί λόγω της αυξημένης προσέλευσης του κόσμου εξαρχής, το κουαρτέτο θα εκκινούσε με το "In The Abyss" και θα παρουσίαζε συμπυκνωμένο το τίγκα metal set τους, δίχως πολλά – πολλά ανάμεσα στα κομμάτια.

Καλοστημένοι, διαθέτοντας μια ωμή δύναμη στα παιξίματα τους και με τον Βασίλη Χρέπα να φαντάζει προορισμένος από πάντα να πρωτοστατεί στα φωνητικά τους καθήκοντα, οι Darklon έμοιαζαν με την απαιτούμενη ηχητική ένεση US metal αδρεναλίνης που χρειαζόμασταν για να σταθούμε γερά στα πόδια μας για τα όσα θα ακολουθούσαν. Το "The Redeemer", λίγο πριν το τέλος, είναι ο δικός τους ύμνος και το ξέρουν και οι ίδιοι, με το κλείσιμο με το "Mad Messiah" να παρασέρνει τα πάντα και να κερδίζει το θερμό χειροκρότημα μας. Μεγάλη μπάντα, μακάρι να συνεχίσουν το ίδιο δραστήριοι και στο εγγύς μέλλον, προς τέρψη όλων μας.

Περνώντας στους headliners της βραδιάς, ομολογώ πως για μια μεγάλη περίοδο πριν την εμφάνιση τους είχα επαναπροσεγγίσει τα πεπραγμένα τους – αλλά κι αυτά των Nevermore – με αποκορύφωμα την παρουσία μου στο live προς τιμήν της ζωής και του έργου του Warrel Dane, το περασμένο Σάββατο στο An club. Σε εκείνη τη βραδιά, η συνειδητοποίηση πως τα τραγούδια παραμένουν διαχρονικά και άφθαρτα, ανεξαρτήτως ποιος τα εκτελεί επί σκηνής, υπήρξε θεμελιώδης για να απολαύσω δίχως πολλές δεύτερες σκέψεις τα όσα μας προσέφεραν οι σημερινοί Sanctuary.

Απογυμνωμένα από το πέπλο της απουσίας του αείμνηστου Warrel Dane, και δευτερευόντως του – αποσυρμένου στην Alaska – Jim Sheppard, τα πεπραγμένα της μπάντας που συνεχίζει την κληρονομιά των Sanctuary στέκουν αρκούντως εντυπωσιακά και πειστικά για αυτό που είναι. Το σχήμα φαίνεται να είναι έτοιμο να συνεχίσει και δημιουργικά την πορεία του, κάτι που φάνηκε και από το νέο τραγούδι (βλ. "Not of the Living") που παρουσίασαν για πρώτη φορά ζωντανά στη χώρα μας, διαθέτοντας ένα απόλυτα καταρτισμένο lineup γύρω από τον Lenny Rutledge.

Προεξέχοντος του Joseph Michael, ο οποίος είχε ένα έτσι κι αλλιώς πολύ δύσκολο ρόλο να καλύψει, και με τον Dave Budbill να δίνει επιπλέον πόντους ονομαστικής υπόστασης με την ακόμη ακμαία παρουσία του πίσω από τα τύμπανα, οι Sanctuary μοιάζουν μια καλή ενσάρκωση του ιστορικού εαυτού τους, όχι περισσότερο αυθαίρετη από λοιπές μπάντες της συνομοταξίας τους (βλ. Fifth Angel, Heir Apparent, Vicious Rumors και Crimson Glory, μεταξύ άλλων).

Σε μια βραδιά που ξεκίνησε με τους back to back ύμνους "Die For My Sins" και "Battle Angels" και μικροπροβλήματα στο μικρόφωνο του Michael, η εξέλιξη της με την απόδοση ολόκληρου του "Into The Mirror Black" απροβλημάτιστα, υπήρξε μια απάντηση αν μπορεί να συνεχίζει αυτή η μπάντα ως έχει. Πράγματι, ο (μακρινός ξάδερφος του R.J. Dio) Αμερικάνος τραγουδιστής των Witherfall έκανε την αρχική τροχοπέδη εντυπώσεων να λειτουργήσει υπέρ του, αφού, σε τεχνικούς όρους, απέδωσε άψογα τα φωνητικά μέρη του καταλόγου της μπάντας, με έφεση στα πιο ψηλά ξεσπάσματα που διέθετε το υλικό των δύο πρώτων, κλασικών της άλμπουμ.
Επικοινωνιακός γαρ, μπόρεσε να κερδίσει το κοινό, ενώ δεν έλειψαν και στιγμές που έδινε το μικρόφωνο στις πρώτες σειρές, για ένα εστιασμένο sing along. Εκείνος και ο Rutledge φαντάζουν κι επί σκηνής ως το δίπολο που περιστρέφεται γύρω του η υπόλοιπη μπάντα, με μια αναφορά να αξίζει και στον Will Wallner, που κάλυψε επιτυχώς τη θέση του δεύτερου κιθαρίστα. Ο Βρετανός είναι δεδομένα πρόταση του Joseph Michael, αφού οι δύο μουσικοί είχαν συνεργαστεί και στο "Devil’s Cut" των White Wizzard, πίσω στο 2013, και εκτελεστικά ξεχώρισε, αν κι αντιμετώπισε κάποια απρόοπτα με τον εξοπλισμό του προς το τέλος του set.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στην απόδοση του "White Rabbit" συναυλιακά, μια διασκευή ενός κομματιού που οι Sanctuary είχαν κάνει «δικό τους», αλλά και στο γεγονός του τόσο εκτεταμένου set που μας παρουσίασαν, που σίγουρα δεν άφησε κανέναν ανικανοποίητο, καθώς αντηχούσαν στο χώρο οι καταληκτικές νότες του "Soldiers Of Steel". Με την μπάντα να βγαίνει μετά την εμφάνιση της και να περνάει χρόνο με όσο κόσμο παρέμεινε στο γνωστό μαγαζί επί της Πειραιώς, τελικά ο σκόπελος της μονοσήμαντης νοσταλγίας αποφεύχθηκε. Ισορροπώντας ανάμεσα στον σεβασμό προς την απώλεια του Warrel Dane και την ανάγκη για δημιουργική συνέχεια, το πνεύμα των Sanctuary αντανακλά μεγαλύτερο από τις μονάδες που το απαρτίζουν, κάτι που κρίνεται σαφώς τίμιο για τη συνολική τους μουσική κληρονομιά.
Die for My Sins
Battle Angels
Future Tense
Taste Revenge
Long Since Dark
Epitaph
Eden Lies Obscured
The Mirror Black
Seasons of Destruction
One More Murder
Communion
White Rabbit (Jefferson Airplane cover)
Veil of Disguise
Not of the Living
Arise and Purify
The Year the Sun Died
Encore:
Soldiers of Steel
