Nu Jazz

Un Jazz

Orange Milk Records (2026)
Από τον Αποστόλη Ζαμπάρα, 26/08/2026
Ηλεκτροψυχεδελική cyberjazz-punk σκουληκότρυπα που χωράει όλη τη μεταμοντέρνα κριτική θεωρία σε ένα παλαιοδισκάδικο της Νέας Υόρκης
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Μερικές, μα σπάνιες, φορές, η υλοποίηση μιας ιδέας είναι πιο εντυπωσιακή από τη σύλληψή της. Το, κάτι-σαν-supergroup της underground πειραματικής Νέας Υόρκης που είναι οι Nu Jazz, με μέλη από Deli Girls, Wrens, The Narcotix, CGI Jesus, Murderpact και τον ιθύνοντα νου του label 29 Speedway μεταξύ άλλων, στο δεύτερο full-length του αποφασίζει να προχωρήσει σε μια περίεργη καλλιτεχνική διακύρηξη: «το χάος Woodstock του ’99, στο Jazz Montreux Festival, πολεμική μουσική για τα ψηφιακά χαρακώματα».

Το "Un Jazz", στα 57 λεπτά που διαρκεί, εδράζει την ιδιοφυία του στο προαναφερθέν χάος. Η κολεκτίβα έφερε στο τραπέζι μια προκλητικά ευρεία γκάμα επιρροών και αποφάσισε να τις ενσωματώσει σε ένα cyber jazz-punk αμάλγαμα που περνάει από nu metal, rave/glitch κουλτούρα μέχρι avant-garde jazz. Το, οριακά γελοιωδώς, τιτλοφορούμενο "Un Jazz", στέκεται ως το ηχητικό, παροξυσμικό ισοδύναμο της αρνητικής διαλεκτικής ως προς τη μουσική βιομηχανία, και κατ’ επέκταση διαδικτυακή/εμπορευματική κουλτούρα.

Η μετα-ειρωνική προσέγγιση των Nu Jazz ως προς τις στιχουργικές τους θεματικές αποτελεί λεπτεπίλεπτη προέκταση του μουσικού τους πειραματισμού. Η χρήση του auto-tune για να διατυμπανίζονται οι καταγγελτικοί στίχοι και τα ουρλιαχτά του Dan Orlowski δημιουργεί μια από τις πολλές πολύχρωμες αντιθέσεις του δίσκου, όταν πέφτει πάνω σε πολλαπλά synths, lo-fi jams και κονιορτοποιημένες μουσικές εκρήξεις. Υπό μια έννοια, το "Un Jazz" πυροβολεί κατά βούληση προς ένα κόσμο που πιθανώς να αγνοεί την ύπαρξή του. Από τον μετανεοτερισμό της κοινωνικής αποξένωσης, την καπιταλιστική ερήμωση, την πολεμική βιομηχανία και τον τεχνοφασισμό, μέχρι την εμπορευματοποίηση της μουσικής και από εκεί πίσω σε μια σχεδόν νιχιλιστική προσέγγιση της αλγοριθμικής απάθειας, αυτός ο δίσκος ηχεί ως όλα και τίποτα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο άχρονος χαρακτήρας της μουσικής προσέγγισης των Nu Jazz ηχεί ευφάνταστος όσο και βιτριολικός. Υπό μια έννοια, από τα πρωτοποριακά πειράματα του Sun Ra και από το επιδραστικό "Sextant" του Herbie Hancock, μέχρι την rave/industrial κουλτούρα των ‘90s, (και την μεσοαστική, αποστειρωμένη επιστροφή της σήμερα), και από την cyberpunk λογοτεχνία και τα σχετικά κινηματογραφικά soundtracks, διαμέσου fusion jazz/rock και ‘90s post-hardcore, μέχρι τον ψηφιακό Angelus Novus των clipping., οι Nu Jazz εμπεριέχουν μια ογκώδη μουσική παράδοση. Το αποτέλεσμα, δεν φαντάζει όμως μόνο ρηξικέλευθο, όσο και οριακά επιτηδευμένα πεπερασμένο.

Το συμπυκνωμένο σύμπαν των Nu Jazz ξεδιπλώνεται ευκρινώς στο δεκάλεπτο εναρκτήριο "Return Of The Rant". Ένα glitched sludge/jazz έρπον κτήνος, με τίτλο σαφές λογοπαίγνιο στο άσμα των Wipers, που μέσα στην σχεδόν ρομποτική, ειρωνική spoken-word αναφορά τσιτάτων που κάνουν το beat κίνημα να μοιάζει ως αστείο βγαλμένο από τον Νευρομάντη, που συσσωρεύει πυρηνική ενέργεια. Το εντυπωσιακό "In My City" που ακολουθεί, θα φροντίσει μέσα από διαστημικά σαξόφωνα σε μια γέφυρα - σκουληκότρυπα, να φτάσει σε μουσικό οργασμό, γεμάτο low-end μπάσα και κιθαριστικά γδαρσίματα πάνω σε σύνθια.

Το "Un Jazz", μπορεί να εμπεριέχει πολλή πληροφορία αλλά φροντίζει να την (απο)δομεί μεθοδικά. Έχοντας εμφανώς αποτυπωμένο στο γενετικό του υλικό τον μουσικοτεχνικό πειραματισμό του νεοϋορκέζικου κιθαριστικού underground που μας γοητεύει τα τελευταία χρόνια σταθερά, το άλμπουμ περιφέρεται σε σοκάκια και άσημες μουσικές γωνίες και υπόγεια, ως ένας προφήτης ξεχασμένος από το μέλλον, που παραληρηματικά καταγγέλλει την ανθρώπινη διάδραση, από το διαπροσωπικό επίπεδο μέχρι αυτό της μεγα-μηχανής, για να επικαλεστώ έναν άλλο «προφήτη», τον Lewis Mumford. Στο "Rearview" οι punk ορμές αναλαμβάνουν τα ηνία, δίχως όμως να αποτάσσονται τον jam χαρακτήρα της avant-jazz αισθητικής. Είναι όμως συνθέσεις όπως το "Who Do You Work For", που ξεδιπλώνεται με αυθάδη μαεστρία, δομώντας ένα υπέροχο σόλο σαξοφώνου πάνω σε ένα συμπαγή ρυθμικό κορμό, θα μας μεταφέρει ρετροφουτουριστικά στα ‘30s. Υπό μια έννοια, η φούσκα της αμερικανικής οικονομίας δεν έχει αλλάξει από τα χρόνια της μεγάλης ύφεσης, και αυτό το noise παιχνίδισμα στο φινάλε της σύνθεσης ενώνει δύο κόσμους με διαφορά σχεδόν ενός αιώνα, οδηγώντας στο βραχύ "Recombination".

Οδεύοντας το φινάλε του, το "Un Jazz" ενδίδει στην αστρική μελαγχολία της έρημης αστικής νύχτας. Απελευθερωμένο από τις τεχνοκρατικές προσεγγίσεις της ιδιοφυίας των συντελεστών του, είναι ένα άλμπουμ γεμάτο συγκρουσιακές ορεινές γωνίες και βαθιές κοιλάδες καταμεσής τους. Στο τέλος, η κραυγή "authoritarian" του πελώριου "Civil War", κόβει την ανάσα πριν οδηγήσει σε ένα κρεσέντο που γειτνιάζει με τη σύγχρονη ακραία (παικτικά) jazz αναβίωση αλλά και τις εκπομπές του Robert Glasper.

Η, οριακά μάταιη, περιπλάνηση του άλμπουμ ανάμεσα σε επιρροές, θεματικές, υπο-ιδιώματα, η απεύθυνσή του σε ετερόκλητα κοινά, δεν παραδίδεται στην απελπισία. Το δημιουργικό του χάος γοητεύει επειδή ακριβώς μπορεί να ηχεί μοντέρνο, πειραματικό, ωμό, περίτεχνο, βουτηγμένο στην κριτική θεωρία όσο και στην καταθλιπτική θέση των memes στο σύγχρονο διάλογο. Όπως είπα και στα κοντινά μου άτομα στην πρώτη ακρόαση, «τώρα νιωθω πως είμαι μέσα σε ψυχεδελική post-marxist σκουληκοτρυπα που θα με βγάλει σε δισκάδικο στο Queens να αγοράζω τζαζ κασέτες». Αν αυτή η μουσική σηματοδοτεί το τέλος της μουσικής στην εποχή της ψηφιακής κατάρρευσης, σηματοδοτεί και μια ένωση διαφορών και σημείο αναφοράς ικανή να αγγίξει άπαντα. Αρκεί να ακούσετε προσεκτικά, ανεξαρτήτως προτιμήσεων. Επίσης, Knicks in 5 για να μην ξεχνιόμαστε.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET