Arctangent Festival @ Bristol Fernhill Farm, UK, 19-20/08/26
Ζώντας το όνειρο ενός ολοκληρωμένου κι ανεξάρτητου φεστιβάλ στην Αγγλία, μέρος Α
For the English version, click here.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Jez Pennington
Εισαγωγή
Η δίψα και ο θαυμασμός μας για την φεστιβαλική κουλτούρα της Ευρώπης εδώ στο Rocking.gr, όχι απλά παραμένει άσβεστη, αλλά χρόνο με το χρόνο μεγαλώνει, κι έτσι εξερευνούμε όσο το δυνατόν περισσότερα τοπία και διοργανώσεις στο χάρτη για να τα μοιραστούμε μαζί σας και να μεταλαμπαδεύσουμε αυτό το πάθος για τα αξεπέραστα συναισθήματα που μια τέτοια εμπειρία μπορεί να προσφέρει. Ο δρόμος αυτός μας οδήγησε φέτος στο για πολλά χρόνια στοχοθετημένο Arctangent Festival της Αγγλίας. Μια διοργάνωση που ξεκίνησε και παραμένει επί το πλείστον ανεξάρτητη, φιλοξενώντας μερικά από τα μεγαλύτερα ανερχόμενα ονόματα του σκληρού ήχου - μπορείτε να βρείτε περισσότερα για το πρόγραμμά του στα πρότερα άρθρα μας. Φέτος λοιπόν, στη δωδέκατη εκδοχή του φεστιβάλ, θα το συναντούσαμε σε μια γλυκόπικρη στιγμή - παρά το πρώτο του τρανταχτό sold out, η συγκεκριμένη χρονιά το βρήκε να διεξάγεται για τελευταία φορά στην έως τώρα τοποθεσία του, Fernhill Farm. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει τη λήξη του, μιας που ήδη έχουμε την νέα του τοποθεσία γνωστή και διαθέσιμη, ωστόσο δεν παύει η φετινή του έκδοση να αποτελεί κι ένα στερνό αντίο στο έως τώρα σπίτι του.
Στα κείμενα για το Arctangent Festival θα επιτρέψετε στη γράφουσα να κάνει μερικές παρενθέσεις σε πρώτο ενικό, αφενός γιατί οι επιλογές μεταξύ των περίφημων clashes βασίζονται στο προσωπικό της γούστο, μα αφετέρου μιας που αυτό το φεστιβάλ θα κριθεί και ως προς τη συνθήκη του να ταξιδεύει μια γυναίκα μόνη της για κάτι τέτοιο. Θα προκαταβάλω πως, μόνο καλά πράγματα έχω να πω ως προς αυτή τη συνθήκη. Μεγάλο ρόλο σε αυτά τα θετικά, διαδραματίζει ένας πλήρως απρόσμενος παράγοντας που εκτόξευσε όλη την εμπειρία του φεστιβάλ σε μια αξέχαστη ανάμνηση.

Photo: Joe Singh
Ο λόγος για την ομάδα Arctangent Solo Community. Το Arctangent δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο φεστιβάλ που οι μοναχικοί ταξιδιώτες του οργανώνονται σε μια ομάδα για να διευκολύνουν το ένα το άλλο. Η συγκεκριμένη ομάδα όμως αποτελείται από μερικούς πανέμορφους ανθρώπους. Μερικούς τρελούς σαν κι εμένα και εσάς που αγαπούν τόσο τη μουσική τους, ώστε αν η παρέα τους δεν είναι διατεθειμένη να τους συνοδεύσει σε ένα φεστιβάλ, αυτό δεν θα σταθεί ως αρκετός λόγος για να το ακυρώσουν. Στην πραγματικότητα, άτομα μέχρι και από την Αυστραλία, τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά βρέθηκαν στο φεστιβάλ, κάποια εξ αυτών για πολλοστή φορά. Και η αλήθεια είναι πως από το πρώτο λεπτό που γίνεσαι μέλος αυτής της ομάδας, δεν πηγαίνεις πια μόνο στο φεστιβάλ. Μέσα σε λίγες μέρες έχεις βρει όποιο εξάρτημα κάμπινγκ σου λείπει από αυτούς που μένουν μόνιμα στην Αγγλία, τρόπο να πας με παρέα στο φεστιβάλ, merch, patches και αυτοκόλλητα ειδικά για εσάς, που τα έχουν σχεδιάσει άτομα από την ομάδα και φίλους που ξέρεις ότι θα θυμάσαι για μια ζωή, ακόμη κι αν δεν τους ξαναδείς ποτέ (που μεταξύ μας, για το τελευταίο αμφιβάλλω έντονα ότι πρόκειται να συμβεί). Από ‘δω και πέρα, θα διαβάσετε τα πάντα για μερικές μπάντες που αγαπάμε, την οργάνωση ενός υπέροχου φεστιβάλ, τις περιπέτειες εμού και όλων αυτών των παράξενων νέων φίλων, αλλά και τα κατορθώματα ενός παράξενου ροζ πλάσματος με κίτρινες βούλες και όνομα Blobby.
Ημέρα 1η
Το οδοιπορικό ξεκινά από το ειδυλλιακό Bristol το οποίο φυσικά καθίσαμε να απολαύσουμε τις προηγούμενες μέρες, σε ένα parking ξενοδοχείου όπου τέσσερα μέχρι πρότινος άγνωστα μεταξύ τους άτομα, παλεύουν με ειδικές ικανότητες επιτραπέζιου jenga να χωρέσουν τα μπαγκάζια τους και τους εαυτούς τους μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Αξιοποιώντας και το τελευταίο διαθέσιμο τετραγωνικό εκατοστό, τα καταφέρνουμε και πολύ γρήγορα (τρόπος του λέγειν, το αμάξι δεν έπιανε πάνω από δεύτερη ταχύτητα) μετά από το απαραίτητο bonding φτάνουμε στο χώρο του φεστιβάλ. Η διαδρομή για εκεί δεν περιγράφεται εν τω μεταξύ, από αυτά τα πράσινα λιβάδια από τα οδοιπορικά για την Αγγλία που θυμίζουν το φόντο των Windows XP απλώνεται παντού – λογικό μιας που το Fernhill Farm (ευτυχώς και η επόμενη τοποθεσία του Arctangent Festival) βρίσκονται εντός της ιστορικής βρετανικής περιοχής Coatswolds.
Photo: Joe Singh
Με τον καιρό να μοιάζει ιδανικός, παρόλο που τελικά μας πρόδωσε όπως θα μάθετε στη συνέχεια, ευτυχώς για μια μόνο μέρα, στον ήλιο είχε ζέστη, στη σκιά κρύο, συνεπώς οι σκηνές στήθηκαν πανεύκολα και χωρίς ιδρώτα. Το parking και το camping πολύ εύκολα σε πρόσβαση, χωρίζονται σε τέσσερις περιοχές, αυτές του κανονικού κάμπινγκ, του press/crew/artist, του accessibility area (για ΑμεΑ και συνοδούς) και του VIP camping (χώρος πολύ πιο κοντά στις σκηνές και στο ειδικό του parking, με δικό του μπαρ και τουαλέτες, αλλά και ειδικό πακέτο merch του φεστιβάλ, ως extra παροχές). Πολλές επιλογές επίσης και για έτοιμες, ήδη στημένες σκηνές από το φεστιβάλ για ενοικίαση, αλλά και δυνατότητα για διαμονή με camper van. Κοινώς, όλες οι πιθανές επιλογές για camping υπαρκτές. Προοικονομώντας, θα πω και ότι οι παρευρισκόμενοι διατηρούσαν σε πολύ καλή κατάσταση το χώρο του camping.
Εντός τώρα του κυρίως χώρου του φεστιβάλ, θα βρούμε τέσσερις σκηνές, εκ των οποίων λειτουργούν την πρώτη μέρα μόνο οι δύο, με την κλασσική βρετανική μορφή της πλαστικής τέντας. Από θέμα παροχών, δεν βρήκα κάτι να λείπει. Το μόνο ίσως «παράπονο» το οποίο δεν καταλάβαμε καν την πρώτη μέρα, ήταν πως θα μπορούσαν να βρίσκονται πολύ περισσότερες τουαλέτες στο χώρο, καθώς τις περισσότερο «φορτωμένες» από κόσμο ημέρες δημιουργήθηκαν σχετικά μεγάλες ουρές στην αναμονή τουαλέτας. Κατά τα άλλα, άπειρες επιλογές για φαγητό καλής ποιότητας, μπαρ που εξυπηρετούσαν ιδανικά με επιστρεφόμενα ποτήρια, μίνι μάρκετ με όλα τα απαραίτητα, ντουλάπια και ρεύμα για φόρτιση προς ενοικίαση. Υπήρχε και Merch με πάρα πολλές επιλογές (αγαπήσαμε και αποκτήσαμε τις απομίμηση κάρτες "Magic: The Gathering" με το εναλλακτικό όνομα "Tragic: The Saddening", αφιερωμένες στο ίδιο το φεστιβάλ αλλά και τον διοργανωτή του).
Επιπλέον, διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις είχαν θέση στο φεστιβάλ. Από το Heavy Metal Therapy που κάνει συζητήσεις για την ψυχική υγεία μέχρι το Frank Water, έναν οργανισμό που σου παρείχε με μικρή αμοιβή εμφιαλωμένο νερό για όλο το φεστιβάλ με τα κέρδη του να πηγαίνουν σε έργα για αποκατάσταση πόσιμου νερού ανά τον πλανήτη. Υπήρχε κι ένας πάγκος που νοίκιαζε ακουστικά, γι’ αυτόν θα μιλήσουμε πολύ πιο εκτενώς. Θα σταθώ τέλος, στο γεγονός ότι το φεστιβάλ επέτρεπε να φέρεις μαζί σου δικό σου φαγητό και αλκοόλ, αρκεί να μην ήταν εντός γυάλινης συσκευασίας, πράγμα που δεν έχω συναντήσει αλλού και μου έκανε πολύ θετική εντύπωση. Όπως και το πόσο απίστευτα ΚΑΘΑΡΟΣ ήταν ο χώρος, ακόμη και τα ελάχιστα σκουπίδια στο πάτωμα συλλέγονταν από άτομα που βρίσκονταν εκεί γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό.

Photo: Joe Singh, The Grey
Κι αφού σταθήκαμε σε όλα τα πρακτικά του θέματος, το σύμπαν βάρυνε. Η Τετάρτη, παραδοσιακά, είναι η πιο επιεικής μέρα του φεστιβάλ βάσει προγράμματος. Δεν υπάρχει κάποια επικάλυψη μεταξύ συγκροτημάτων, όλα παίζουν εναλλάξ, ενώ στην πλειοψηφία τους αυτά είχαν ξαναπαίξει στην αμέσως προηγούμενη εκδοχή του φεστιβάλ. Την εκδήλωση ανοίγει το σκληροπηρυνικό sludge των Swamp Coffin, οι οποίοι ήδη νωρίτερα μας είχαν προσκαλέσει μέσω των social media να συμμετάσχουμε στο «πιο αργό wall of death" της ιστορίας. Έτσι κι έγινε, και η πραγματικότητα του Arctangent Festival άρχισε να χτίζεται κάπου έξω από το χρόνο, προσφέροντας σε όλους τους τυχερούς παρευρισκόμενους μια ανάσα έξω από τη μίζερη καθημερινότητα. Αυτή τη ρουτίνα ήρθαν να ελαφρύνουν ακόμη περισσότερο οι The Grey, όπου παρά το εξίσου βαρύ μουσικό τους ιδίωμα που κυμαίνεται σε post sludge ήχους, η τελική διάθεση της μουσικής τους σε γεμίζει με ελπίδα.

Photo: Jez Pennington
Η διαδρομή μας σήμερα, συμβαίνει αποκλειστικά μεταξύ των σκηνών Yohkai και PX3, και δεν αργούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο ήχος έχει δουλευτεί πολύ και ευνοεί ιδιαίτερα τα συγκροτήματα. Η πρώτη εμφάνιση για την οποία ανέμενα πολύ ήταν αυτή των Chalk Hands, μιας που είναι γνωστό πως δεν μπορείς να αφαιρέσεις το screamo από την Ειρήνη. Η παρέα από το Brighton, μας έχει φροντίσει πολύ με τις δυο πρόσφατες κυκλοφορίες της και το "The Line That Shapes The Coast Of Us", είναι από τα φετινά μας αγαπημένα. Ενθουσιασμένοι με την επιστροφή τους στο φεστιβάλ, έδωσαν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό, κι εμείς χαρήκαμε αυτό το υπέροχο "Your Skin Is Gold". Παράλληλα, στην εμφάνιση των Chalk Hands είχα και την πρώτη μου συνάντηση με μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία του φεστιβάλ, αυτή της μαριονέτας του βάτραχου Κέρμιτ και του μπαμπά του, που πιστά παρακολουθούσε, τραγουδούσε και επιδιδόταν σε headbanging στα αγαπημένα του συγκροτήματα. Αξιολάτρευτος!
Κατά τη διάρκεια της εμφάνισης των Giant Walker, αφιέρωσα το χρόνο μου στο να ανακαλύψω λίγο καλύτερα το χώρο του φεστιβάλ, ούσα για πρώτη φορά εκεί, και αυτό που συνάντησα με ικανοποίησε πολύ, σε περίπτωση που δεν το καταλάβατε από τις προηγούμενες παραγράφους. Λάτρεψα όμως και το γεγονός ότι στα ατέλειωτα χορτάρια οι μουσικόφιλοι καθόντουσαν, κάτω ή σε καρέκλες, και απολάμβαναν νέες φιλίες ή (και) τη μουσική στο βάθος. Ωραία στημένος ήταν και ο δημοσιογραφικός χώρος όπου μπορούσαν συντάκτες και φωτογράφοι να δουλέψουν, να στήσουν συνεντεύξεις (θα ακολουθήσουν αρκετές τις επόμενες ημέρες!) να έχουν πρόσβαση σε ρεύμα αλλά και να τα πούνε μεταξύ τους ρε παιδί μου. Στην πρώτη μου είσοδο στο χώρο, συνάντησα και τον ιθύνων νου του φεστιβάλ, James Scarlet, όπου ανταλλάξαμε δυο κουβέντες και μου έδωσε την εντύπωση ενός ανθρώπου που τρέφει ασίγαστο ενθουσιασμό γι’ αυτό που κάνει, καθώς και ελεφρά συγκινημένου σε σχέση με το από πόσο μακριά έρχεται πλέον ο κόσμος για το φεστιβάλ του (το ένα από τα δύο, τουλάχιστον). Περισσότερα για το πως έμαθα τη δουλειά του James και κάποιου άλλου κυρίου στη δεύτερο μέρος της ανταπόκρισης, υπάρχει λόγος…

Photo: Jez Pennington, Overhead, The Albatross
Στο φεστιβάλ αυτού του δεύτερου κυρίου, γνωρίσαμε πέρυσι για πρώτη φορά αυτό το αδάμαστο τέρας που ακούει στο όνομα Overhead, The Albatross, και μας κόπηκε η λαλιά. Συνεπώς βρεθήκαμε πολύ γρήγορα στις επάλξεις για έναν δεύτερο γύρο από αυτή την έκρηξη συναισθημάτων που προσφέρει το συγκεκριμένο συγκρότημα με ευκολία. Με βάση το σχεδόν σιωπηρό σε λέξεις post rock τους, οι Overhead, The Albatross επιβεβαίωσαν το αρχικό σοκ που μου είχαν προκαλέσει. Αδάμαστη ενέργεια επί σκηνής με εμφανή και απεριόριστη αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη, απαγγελίες που σπάνε κόκαλα και κομμάτια σαν τα "Your Last Breath" και "Paul Lynch" είναι όπλα στην κατοχή τους που τους καθιστά ικανούς να κερδίσουν τον πιο άνισο πόλεμο. Είμαι απόλυτα σίγουρη πως η κούραση του ταξιδιού ήταν ο μοναδικός λόγος που με συγκράτησε από το να ξεσπάσω σε ασυμμάζευτα κλάματα. Σας προτρέπω, όπου κι αν συναντήσετε μπροστά σας αυτό το όνομα, να γνωριστείτε με την πανέμορφη μουσική του.

Photo: Jez Pennington, Lost In Kyiv
Μια από τις ανακαλύψεις που μας έφερε σε επαφή το ίδιο το φεστιβάλ με την ανακοίνωση του lineup του, ήταν αυτή των Sans Froid. Η ντόπια παρέα από το Bristol έχει συνθέσει pop rock ήχους με νεοκλασσική χροιά και η δουλειά που έχουν ρίξει ειδικά για τα φωνητικά τους είναι αξιοσημείωτη. Πρόσφατα κυκλοφόρησαν και το "Back Into The Womb" το οποίο απολαύσαμε σε μεγάλο μέρος του, ελπίζουμε σύντομα να μιλήσουμε αναλυτικότερα για αυτή την κυκλοφορία. Το ταξίδι στο post rock συνεχίζεται έπειτα από το διάλειμμα των Sans Froid με μια μεγάλη εμφάνιση από τους Lost In Kyiv. Πελώριος ήχος, ασταμάτητη σκηνική παρουσία και το ολόφρεσκο "We’re All Going To Be Fine" στάθηκαν στο πλευρό των Lost In Kyiv που συγκίνησαν όλους εμάς από κάτω με περίσσια ευκολία. Στο κατόπι τους, οι ανερχόμενοι Dimscua έδωσαν κι αυτοί μια εξαιρετική εμφάνιση, την οποία αφήσαμε λίγο στη μέση για να βρεθούμε στις επάλξεις του ενός εκ των δύο, σημαντικότερων γεγονότων της ημέρας. Προτού προχωρήσω σε αυτά, θα πω προς αποφυγή παρεξηγήσεων πως ίσως παρατηρήσει κανείς, ότι για όλες τις εμφανίσεις που παρακολούθησα, έχω να πω πολύ καλά λόγια. Αυτό δεν συμβαίνει λόγω υπερβολικού ζήλου ή αδυναμίας κρίσης, μα πραγματικά επειδή η μία εμφάνιση ξεπερνούσε την προηγούμενη, και το ποιοτικό επίπεδο ήταν εν γένει πολύ άνω του «πολύ καλού» - παρατήρηση στην οποία κατέληξε πολύς κόσμος, όπως διαπίστωσα από τις εκ των υστέρων συζητήσεων.

Photo: Abbi Drapper-Scott, Svalbard
Τούτων λεχθέντων, η φετινή εκδοχή του Arctangent Festival δεν θα αποχαιρετούσε μόνο το Fernhill Farm, αλλά και ένα συγκρότημα που έχω αγαπήσει βαθιά όσα χρόνια είναι ενεργό. Οι Svalbard μέσα στα περίπου δέκα χρόνια ύπαρξής τους, έγραψαν μουσική και στίχους που τράνταξαν τις ευαίσθητες χορδές μου και ένιωσα την ταύτιση σε πάρα πολλά σημεία. Τους αγάπησα τόσο που θεώρησα ότι ένας από τους στίχους τους άξιζε να μείνει στην ιστορία της δικής μου ντόπιας μικροκοινότητας ως σύνθημα. Παρόλο που κάποια συντρόφια δεν το τίμησαν, αυτός ήταν ο δικός που τρόπος να τους εντάξω στην μικρή μου αιωνιότητα. Κλείνοντας αυτή τη μικρή πονεμένη προσωπική παρένθεση, οι Svalbard το είχαν ανακοινώσει καιρό τώρα πως δεν τραβάει άλλο η ιστορία τους, και πως η τελευταία τους συναυλία θα ήταν αυτή στο Arctangent Festival.
Η αυλαία, άνοιξε με το "Final Countdown" και την αίσθηση του γλυκόπικρου στον αέρα, να μπορείς κυριολεκτικά να τη γευτείς. Τα "Open Wound" και "Faking It" ξερίζωσαν τις καρδιές μας για μια στερνή φορά. Οι βουτιές στο παρελθόν με τα "Disparity" και "For The Sake Of The Breed" τίμησαν όλη τη δισκογραφία. Τι κι αν μου έλειψαν τα "Lights Out" και "What Was She Wearing", οι παλαιότερες μας συναντήσεις είχαν κατευνάσει τις ανάγκες. Ο ήχος μπούκωσε λίγο σε σημεία, αλλά μεγάλη σημασία δεν είχε, σίγουρα όχι τόσο μεγάλη όσο το μπούκωμα στα μάτια. Η αυλαία, έπεσε με το "Wasted Years" των Iron Maiden. Βγαίνοντας από το Yohkai Stage, η βροχή άρχισε να κάνει τις πρώτες της δειλές εξάρσεις. Στο κοντινότερο υπόστεγο που βρέθηκα για να προστατευτώ, βρίσκω δίπλα μου τη Serena των Svalbard, ακόμη σε κατάσταση όπου δεν έχει συνειδητοποιήσει πως αυτό το κεφάλαιο έκλεισε. Ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες πολύ προσωπικές, κλαίμε λίγο, καταλαβαινόμαστε, αγκαλιαζόμαστε και τέλοσπάντων ο χρόνος σταματάει για λίγο, για δυο γυναίκες που μοιράζονται εμπειρίες μέσα από τη μουσική. Μια ιερή στιγμή που τη συντροφεύουν οι ήχοι των Papangu στο βάθος. Που ψυχή για να τους πλησιάσω περισσότερο, φοράω το αδιάβροχο μου και περπατώ στη βροχή για να έρθω και πάλι στα ίσια μου.

Photo: Joe Singh, Cardiacs
Φτάνει κι η στιγμή που ίσως άλλοι άνθρωποι να περίμεναν περισσότερο από μένα, παρ’ όλα αυτά δεν θα της στερήσω από το μέγεθός της απλά επειδή εμένα στο μυαλό μου έπαιζαν σε λούπα οι στίχοι των Svalbard. Οι Cardiacs, ένα από τα ιστορικότερα rock συγκροτήματα της Βρετανίας, έγιναν και πάλι επίκαιροι πέρυσι με την κυκλοφορία του "LSD" , κλείνοντας έναν κύκλο που είχε ανοίξει πριν εικοσιπέντε χρόνια. Τιμώντας τη νέα τους δουλειά, την ενσωμάτωσαν στις φετινές τους ζωντανές εμφανίσεις και ειδικά αυτή το Arctangent Festival έμοιαζε να είναι από αυτές που περίμεναν πολύ έντονα. Η απόδοση τους τα έλεγε όλα. Αεικίνητη παρά την όποια ηλικία των μελών τους, και η ανταπόκριση του κοινού ανέβαζε την εμφάνιση κάθε λεπτό και λίγο περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά το δικό μου σώμα είχε αρχίσει λίγο να εγκαταλείπει, ενώ παράλληλα η βροχή που υποτίθεται θα διαρκούσε μόνο μιάμιση ώρα, την είχε ξεπεράσει, και όλο και δυνάμωνε. Άκουσα τους Alpha Male Tea Party και τους SikTh καθήμενη σε υπόστεγο από μακριά, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια να αντέξω όσο το δυνατόν περισσότερο. Στα καλά νέα, αυτή ήταν και η μοναδική φορά που δυσκολεύτηκα να ολοκληρώσω τη μέρα. Στα κακά νέα…
Ημέρα 2η
Η βροχή τελικά δεν σταμάτησε ποτέ όλο το βράδυ, και όσο καλή και να είναι μια σκηνή σε αυτή την περίπτωση, λίγο νεράκι θα το πάρει. Ευτυχώς με αυτή τη γνώση είχαμε ασφαλίσει επαρκώς όλα μας τα πράγματα και δεν θρηνήσαμε θύματα, ωστόσο ξυπνήσαμε δυο τρεις φορές από τη βροχή, ενώ εκεί που είπαμε ε θα σταματήσει, πάμε να δούμε συναυλίες, πιάνει μια ακόμη πιο δυνατή μπόρα. Όλοι μου λέγανε να σηκωθώ νωρίς να πάω να δω τους IAN, ατάκα που είναι και κάπως inside joke πλέον στην ομάδα των solo travellers. Συγχωρέστε με όμως IAN, Sleemo, LOE και Terminals, αυτή την ώρα που βρισκόσασταν στη σκηνή εγώ εκτελούσα αντιπλημμυρικά έργα στο σπίτι (ελεύθερη μετάφραση του «έβγαζα νερά από τη σκηνή με πετσέτα»). Υπήρξα σίγουρα πιο αποτελεσματική από το ελληνικό κράτος στο πεδίο «αντιπλημμυρικά έργα», αλλά μου κόστισε σε χρόνο. Μικρή αντιξοότητα βέβαια που ένας έμπειρος camper γνωρίζει να διαχειριστεί, τη λύσαμε, ο ήλιος βγήκε, και πήγαμε να πιούμε τον καφέ μας με την χαλαρωτική μουσική του ISKANDR που ήταν ό,τι έπρεπε για να αφήσουμε τις δυσκολίες του καιρού (εν τέλει, μια και καλή) πίσω μας. Άλλωστε από δω και πέρα, το πρόγραμμα βάραινε, με τέσσερις σκηνές σε λειτουργία, και πάντοτε την επιλογή μεταξύ δύο καλλιτεχνών ή του να δεις τον καθένα από λίγο να αποτελεί δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας.

Photo: Carl Battams, Otay:Onii
Μοιράσαμε έπειτα λοιπόν τις εμφανίσεις των KLAMP και HAAL στη μέση, για να σταθούμε μετά στην μεγάλη σκηνή την οποία θα καταλάμβανε η Otay: Onii. Παλιά μας γνώριμη από την πάγια εμπιστοσύνη που της έχει δείξει το Roadburn Festival, κι έχοντας ήδη απολαύσει πολλαπλές εμφανίσεις της τα τελευταία χρόνια, αν έχεις έρθει σε επαφή με την τέχνη της, γνωρίζεις ότι δεν θα σε απογοητεύσει ποτέ. Με εικόνισμα την Bjork αλλά σε εντελώς δικό της κόσμο, εκεί που κυριαρχούν τα στοιχειά της κινέζικης μυθολογίας, η Otay:Onii οργώνει τη σκηνή, συνηθέστερα με το αγαπημένο της keytar, άλλοτε με σταθερά πλήκτρα, πάντοτε με τα άμεσα αναγνωρίσιμα φωνητικά της. Για μια ακόμη φορά η "shit lady" (παρατσούκλι που την αποδόθηκε όχι υποτιμητικά, μα λόγω του τελευταίου της δίσκου, "Love Is The Shit") υπήρξε καταιγιστική. Επιλογή στην τύχη για την επόμενη συνάντηση αφού δεν γνώριζα καμία από τις δύο μπάντες σε βάθος. Οι Zeta χάνουν, ο κλήρος πέφτει στους Pil & Bue, και η επικείμενη μελέτη για το νορβηγικό ντουέτο χρίζει επιτακτικής ανάγκης, αφού ειδικά οι μελωδίες των φωνητικών με συγκίνησαν.

Photo: Abbi Drapper-Scott, Psychonaut
Συνέχεια όμως με δύο σετ που περίμενα πολύ. Τους Psychonaut, τους έχω ξαναδεί. Όχι όμως έτσι. Όχι όμως να ξεπερνούν τους εαυτούς τους και να στήνουν ήχους που ανοίγουν μαύρες τρύπες στο πέρασμά τους. Η πατρική απώλεια, η ενότητα γενικά αλλά και η ανθρώπινη επαφή και η ενσυναίσθηση συγκεκριμένα στα πλαίσια του πένθους, όπως και ο τελευταίος δίσκος τους, "World Maker", στάθηκαν ισχυροί σύμμαχοι σε μια εμφάνιση που κρίνεται από τις αγαπημένες του φεστιβάλ. Οι τρίχες σηκώνονται και στέκουν κάγκελο στο "And You Came With Searing Light". Αποχώρηση δέκα λεπτά νωρίτερα για να αφιερώσουμε τη δέουσα παρουσία στους Bucket που έπαιζαν ταυτόχρονα στην σκηνή PX3. Με τους Psychonaut άλλωστε, ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την Αθήνα.

Photo: Derek Bremner, Ronker
Απαραίτητη στάση, η νέα μου αγαπημένη ανακάλυψη που εντοπίζεται στο πρόσωπο των Βέλγων Ronker. Ίσως τους έχει πάρει το μάτι σας ήδη από αυτό το πολύ χαρακτηριστικό εξώφυλλο του φετινού "Respect The Hussle, I Won’t Be Your Dog Forever". Αν όχι, τότε μην φοβάστε, θα επιμείνουμε μελλοντικά. Αποκαλυπτική εμφάνιση με πολύ ξύλο από αυτά τα όμορφα που περιλαμβάνουν εναγκαλισμούς. Μια εξαιρετική γέφυρα μεταξύ punk και noise rock. Μια απίστευτη φρεσκάδα στη σκηνή που καθόλου δεν χόρτασα και απαιτώ δεύτερο γύρο όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Με τη συνειδητοποίηση πως δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία για φαγητό μέσα στην ημέρα, άκουσα λίγο Nordic Giants και FLOATING από μακριά. Κάπως κρίμα γιατί ειδικά για την ατμόσφαιρα των πρώτων μου είπαν τα καλύτερα, Αλλά αυτά έχει ένα φεστιβάλ – ευτυχώς στην περίπτωση του Arctangent μπορείς όπου και να βρεθείς να ακούς τουλάχιστον τη μία σκηνή. Άλλωστε, ετοιμαζόμασταν να βιώσουμε τη μάλλον αγαπημένη μου εμφάνιση για τη συγκεκριμένη ημέρα.

Photo: Joe Singh, Agent Fresco
Στην πραγματικότητα, λίγο νωρίτερα που παρακολουθούσα τους Pil & Bue, αποχώρησα στη μέση, για να συναντήσω για μια συνέντευξη τους Agent Fresco, που θα διαβάσετε πολύ σύντομα. Βλέπετε, οι αγαπημένοι Ισλανδοί prog τύποι, επέστρεψαν στην ενεργό δράση μετά από 7-8 χρόνια. Εμένα με υποδέχτηκαν ο Arnór και ο Hrafnkell (πλήρης αδυναμία προφοράς των ονομάτων τους, δεν το δοκίμασα, ούτε αυτοί το δικό μου), με χαρά μικρού παιδιού, με πήραν αγκαλιά, και δεν σταμάτησαν να μου μιλούν για τον ενθουσιασμό τους που το σχήμα είναι πάλι ενεργό. Επιστρέφοντας στην εμφάνισή τους, τίποτα δεν άλλαξε. Με ακραίο ενθουσιασμό, άρτιο ήχο και σαν να μην πέρασε μια μέρα, οι Agent Fresco σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμα τους από το σανίδι της Yohkai stage. Συγκινημένοι μας λένε πως οι συνεντεύξεις που έδωσαν λίγο πριν τους θύμισαν πόσο τους αγαπάει ο κόσμος και πως δεν υπήρξαν ποτέ πριν περισσότερο έτοιμοι. Τι frontman είναι ο Arnór όμως ε… χωρίς να χάσει νότα έχει διασχίσει εκατοντάδες φορές τη σκηνή με το καλώδιο του μικροφώνου να είναι το πέμπτο μέλος της μπάντας. Σχεδόν έβαλε τα κλάματα πάλι χωρίς να χάσει νότα. Τα αγαπημένα "Pyre" και "Wait For Me" ζωντάνεψαν πάλι μπροστά μας, ακούσαμε καινούρια μουσική, ταξιδέψαμε στο παρελθόν με το "Eyes Of A Cloud Catcher". Το μόνο πράγμα που ελάφρυνε λίγο το χθεσινό αποχωρισμό με τους Svalbard, ήταν η νέα κοινωνία με τους Agent Fresco. H δίψα για το νέο δίσκο ταΐστηκε με αλάτι.

Photo: Jez Pennington, Alcest
Μια μικρή αναποδιά στην πορεία των Alcest προς το φεστιβάλ, αναστάτωσε πολύ κόσμο μιας που το βαν τους χάλασε και καθυστέρησαν αρκετά να φτάσουν στο χώρο, μειώνοντας ως αποτέλεσμα και το χρόνο της εμφάνισής τους. Κάποιο κόσμο στο κοινό τον στεναχώρησε (προσέχτε που γράφω στεναχώρησε και όχι εκνεύρισε, λέει πολλά για την ποιότητα του κόσμου η χρήση του ρήματος), ωστόσο ίσως και να ήταν χρήσιμη συναισθηματική παύση μετά από αυτό το βαλς θανάτου με τους Agent Fresco. Θα ήταν ανοησία να πω για την τωρινή εκδοχή των Alcest πως είναι οτιδήποτε λιγότερο από ονειρικοί. Απολαύσαμε τέσσερα κομμάτια τους αντί για έξι, αντιμετωπίσαμε και κάποια προβλήματα στο reception της κιθάρας στην αρχή, αλλά κι αυτό ήταν όσο πιο πλήρες θα μπορούσε.

Photo: Carl Battams, The Tony Danza Tapdance Extravaganza
Και τώρα, αρχίζει ο μαραθώνιος! Είχα σκοπό να μείνω σε όλη τη διάρκεια της εμφάνισης που σηματοδοτούσε την επιστροφή των math / metalcore θρύλων The Tony Danza Tapdance Extravaganza. To έπραξα στη μεγαλύτερη διάρκεια της εμφάνισής τους που ήταν μια από τις πιο άγρια όμορφες όλου του φεστιβάλ – παπούτσια στον αέρα (παραδόξως, όχι από αυτά για τις κλακέτες), ανόητη διάθεση, τρομερή απόδοση από τη μπάντα. Όμως κάτι με έτρωγε μέσα μου γνωρίζοντας πως την ίδια ώρα ο αγαπημένος Kvohst έπαιζε σε μία από τις πρώτες του εμφανίσεις με το νεοσύστατο σχήμα των Scorpion Milk, οπότε παρόλο που δεν μου πήγαινε η καρδιά, έφτασα μέχρι την Bixler Stage. Ευτυχώς να λέμε, γιατί ακούσαμε εκεί προς το τέλος και δύο κομμάτια Beastmilk (έχετε δέκα λεπτά να σας μιλήσω για τον άγιο και σωτήρα μας πρώτο και μοναδικό δίσκο των Beastmilk; ), ενώ κακά τα ψέματα, με τόσο δυνατό «αντίπαλο», χρειαζόταν λίγο μεγαλύτερη παρουσία κόσμου η σκηνή. Την κομματάρα "She-Wolf Of London" δεν την προλάβαμε δυστυχώς, αλλά ελπίζουμε πως θα ξαναβρεθεί ευκαιρία.

Photo: Joe Singh, Igorrr
Μεγάλη σκηνή για το κερδισμένο από τα αποδυτήρια στοίχημα της εμφάνισης του Igorrr. Τα φώτα πέφτουν, μπαλόνια κόβουν βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας και το "Daemoni" κάνει την αρχή για ένα ξέφρενο πάρτυ που αν είχε ιδανική τοποθεσία, αυτή θα ήταν μέσα στις παρισινές κατακόμβες.To πρόσφατο "Amen" αλλά και το "Spirituality And Distortion" κυριαρχούν φυσικά στο setlist. Οι παρουσίες των JB Le Bail και Gerda Iguchi στα φωνητικά, μαγεύουν με τη θεατρικότητά τους, μιλώντας εξίσου για το λαρύγγι αλλά και τα κοστούμια τους. Τα φώτα μοιάζουν σαν επιπλέον μέλος του συγκροτήματος. Το "Blaastbeat Falafel" ζωντανά είναι μια σκέτη απόλαυση, σαν και το ομώνυμό του φαγητό. Πάλι όμως, μετά από περίπου μια ώρα απώλειας εαυτού στο ρυθμό της μουσικής, βρίσκω τη δύναμη για την προδοσία, και τα βήματα μου με οδηγούν στην PX3, καθώς εκεί μέσα βρίσκονται οι Shearling, που οι drone λούπες τους συνθέτουν μια ιδιαίτερα σατανική λειτουργία. Αν την έχεις ζήσει μια φορά, θες κι άλλο. Την ίδια ώρα, ο μάγιστρος του Rocking.gr Αντώνης Καλαμούτσος, μαγείρευε την κριτική του νέου τους Ep. Εμείς, βυθιζόμασταν στο χάος. Όσοι βγήκαμε από την PX3, ήμασταν αλλαγμένοι.

Photo: Abbi Draper - Scott, Maruja
Είχα πει το μεγάλο ψέμα στον εαυτό μου, πως έχω δει τους Maruja ίσα με δεκαεπτά φορές, οπότε τώρα θα τιμούσα τους MOL. Έκανα όμως την ύψιστη βλακεία να μπω για λίγο στη Yohkai stage έτσι για το καλό. Ε, και δεν μπόρεσα να φύγω παρά λίγο πριν το τέλος. Το αγνό πάθος των Maruja για τη μουσική που δημιουργούν, η αστείρευτη τους ένταση αλλά και η πασιφανής τους όρεξη για την επαφή με το κοινό και τη δημιουργία ενός κοινού τόπου στις συναυλίες τους, σε μαγνητίζει και σε αιχμαλωτίζει, όσες φορές κι αν τους έχεις βιώσει ζωντανά. Εδώ στην Αθήνα εμείς τα ξέρουμε, γιατί είχαμε πολλές φορές την τύχη, αλλά το σαξόφωνο να οδηγεί το moshpit ενώ τα συνθήματα για την Παλαιστίνη κυριαρχούν, είναι ένα από τα πιο απαιτητικά και αναγκαία συναισθήματα της εποχής μας. Πήγα και είδα και δέκα λεπτά τους MOL, δυστυχώς όμως το μυαλό μου ήταν κολλημένο στο σαξόφωνο του "Thunder".

Photo: Carl Battams, Chelsea Wolfe
Αν τολμήσει το μυαλό σου να ταξιδέψει πέρα από την αγέρωχη μα στιβαρή φιγούρα της Chelsea Wolfe στην ερώτηση του ποια είναι η πιο δυναμική θηλυκή παρουσία στο σκληρό ήχο αυτή τη στιγμή, απλά κάνεις λάθος. Η Chelsea έχει περάσει κι από φάσεις πόνου, κι από φάσεις που δεν υπήρξε σίγουρη για τον εαυτό της, και από όλα όσα κάθε κορίτσι που βρίσκεται σε διάλογο με τον εαυτό του για το γεγονός πως πλέον μεταμορφώνεται σε γυναίκα έχει ζήσει και έχει μοιραστεί με τις όμοιές της. Η παρούσα φάση όμως στο μεταίχμιο του πρότερου "She Reaches Out To…" και του επερχόμενου "The Dark", τη βρίσκει να στέκει μητριαρχική φιγούρα στα όρια υπαρκτού και φανταστικού κόσμου. Το μέγεθος της δύναμης που εξαπολύει με κάθε λέξη, με κάθε άγγιγμα της κιθάρας, με κάθε φαινομενικά παγωμένο βλέμμα από τα σπινθηροβόλα γκρίζα μάτια της, είναι ασήκωτο. Η πιστή μπάντα της συμπληρώνει αυτό το καρέ την πανύψηλης φιγούρας της ορίζοντας επαρκώς την έννοια της κοινότητας και της ομάδας. Μπροστά από τα εντυπωσιακά φώτα, κλασσικά σαν τα "Carrion Flowers" και "Feral Love" συγκινούν. Ο ολοκαίνουριος δίσκος λάμπει μέσα από τα singles "The Dark", "Cold", με κυρίως το υπέρτατο "Death Is Not The End". Θυμόμαστε τον Mark Lannegan με το "Flatlands". Μα με διαφορά μεγαλύτερη στιγμή αυτής της εμφάνισης, όταν στο "Vex" ξεπροβάλλει μέσα από τους καπνούς η φιγούρα του Neige των Alcest για να συνοδεύσει με τα γρυλίσματα του την ιέρεια της θρησκείας μας. Ακόμη το σκέφτομαι και ξεροκαταπίνω.
Πραγματικά ήμουν πολύ έτοιμη να τελειώσει εκεί η βραδιά, όμως είπα να κάνω την πρώτη μου απόπειρα για μια συνεργασία με, αν θυμάστε, εκείνο τον πάγκο με τα ακουστικά. Το Arctangent Festival μέσα στο πρόγραμμα του και για να μην ενοχλεί τις μεγάλες ώρες, έχει πρόγραμμα silent disco – στην αρχή ένα συγκρότημα παίζει ζωντανά και το ακούς μόνο στα ακουστικά, έπειτα χορεύετε με πρόγραμμα DJ πάλι στα ακουστικά. Περισσότερα για αυτό το αλλόκοτο πάρτι στην περιγραφή της επόμενης ημέρας. Τη συγκεκριμένη, είδαμε και ακούσαμε για λίγο τους Bruised Blood, διακόψαμε όμως για μια ωραία έκπληξη: ο νέος δίσκος της Chelsea Wolfe, "The Dark", θα έπαιζε ολόκληρος μέσω καναλιού του Silent Disco. Απομονώθηκα λοιπόν κι εγώ σε ένα ειδυλλιακό σημείο, και αφέθηκα στη γνωριμία με τη νέα μουσική. Θα σας αρέσει πολύ.
Έπεται η συνέχεια...
