Golden R. Festival: Rage feat. Lingua Mortis Orchestra, Hällas, Coroner, Heir Apparent, Flames, Yoth Iria, Anorimoi κ.ά. @ Νέα Αγχίαλος, 03-04/07/26
Δύο μέρες γεμάτες μουσική, πώρωση, συγκίνηση και ιδρώτα· ένα festival που κρίθηκε, τελικά, όχι μόνο από τα ονόματά του, αλλά από τον παλμό του
Τα festival κρίνονται εν πολλοίς από τα ονόματα της αφίσας. Άλλα από την οργάνωση, άλλα από τον χώρο, άλλα από τη δυνατότητά τους να γεννούν εκείνη την ανεπαίσθητη αίσθηση κοινότητας που δεν προκατασκευάζεται σε δελτία τύπου. Το Golden R. Festival, στις δύο πρώτες ημέρες του στον Βόλο, είχε κάτι από όλα αυτά.
Πέρα, λοιπόν, από οποιαδήποτε ιστορική ή επετειακή αναφορά, το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται πρωτίστως σε αυτό που συνέβη επί τόπου: σε ένα διήμερο όπου η αφίσα συνδύαζε σχήματα ιστορικού βάρους, εγχώριες παρουσίες διαφορετικών υφολογικών προσανατολισμών, στιγμές αυθεντικής συγκίνησης, αλλά και εμφανίσεις όπου η πρόθεση έμοιαζε ισχυρότερη από το τελικό αποτέλεσμα. Ο χώρος, ο ήχος, η ροή των εμφανίσεων, η σωματική κόπωση, οι μικρές ή πιο μεγάλες αστοχίες και οι αναπάντεχες κορυφώσεις συνέθεσαν μια εμπειρία που δεν εξαντλείται σε απλή παράθεση ονομάτων.

Κυρίως, όμως, υπήρχε κόσμος που, σε μεγάλο βαθμό, ήξερε γιατί βρισκόταν εκεί· και αυτό, σε ένα metal φεστιβάλ, παραμένει πάντοτε το πρώτο και τελευταίο ζητούμενο. Και ίσως ακριβώς αυτή η αίσθηση προορισμού να είναι κρίσιμη. Διότι ένα φεστιβάλ δεν αποτελεί μόνο το άθροισμα των ονομάτων του, όσο ισχυρά κι αν είναι αυτά. Κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο ο χώρος, ο ήχος, η αναμονή, η κόπωση, οι μετακινήσεις και οι στιγμές υπέρβασης συντίθενται σε μια εμπειρία που μπορεί να διεκδικήσει κάτι περισσότερο από την απλή καταγραφή μιας συναυλιακής ημέρας.
Δε θα επιχειρηθεί εδώ μια ψυχρή παράθεση setlists, καθότι η συναυλιακή εμπειρία δεν είναι λογιστικό κατάστιχο. Είναι συναίσθημα, αναμονή, απογοήτευση, έξαρση, μικρά απρόοπτα, φωνές που χάνονται και επανέρχονται. Με άλλα λόγια, οι ζωντανές εμφανίσεις εξαντλούνται στη βιωματική οπτική του καθενός.
Λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων, αλλά και της απόστασης, δεν κατέστη δυνατή η παρακολούθηση των δύο πρώτων σχημάτων της ημέρας· ως εκ τούτου, η ουσιαστική επαφή με το φεστιβάλ άρχισε με τους Wade Black's Astronomica. Εδώ, βεβαίως, τα πράγματα χρήζουν μιας μικρής διευκρίνισης. Ο Wade Black δεν προσήλθε απλώς φέροντας στις αποσκευές του το ειδικό βάρος της δικής του περιόδου στους Crimson Glory και του "Astronomica". Οι Astronomica έχουν πλέον να παρουσιάσουν και νεότερο υλικό, με άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 2024, γεγονός το οποίο, ομολογουμένως, δε μου ήταν επαρκώς γνωστό κατά τη στιγμή της εμφάνισης.

Υπό αυτό το πρίσμα, η εμφάνιση δε μπορεί να διαβαστεί αποκλειστικά ως απόπειρα συντήρησης ενός σημαντικού παρελθόντος παρότι αναπόφευκτα η σκιά του "Astronomica" και των Crimson Glory παρέμενε βαριά - ακόμη κι αν, προσωπικά, ο εν λόγω δίσκος έχει από καιρό παύσει να συγκινεί. Η προσπάθεια, για να ειπωθεί σχηματικά και απερίφραστα, πέρασε και δεν ακούμπησε. Ο Wade Black τίμησε, ως εικός, τη δική του περίοδο στο ιστορικό σχήμα, με στιγμές όπως τα "War Of The Worlds", "Astronomica" και "Touch The Sun" να λειτουργούν ως ευθεία υπενθύμιση εκείνης της εποχής. Εντούτοις, παρά τον σεβασμό και την προφανή πρόθεση, η εμφάνιση δεν κατόρθωσε να κερδίσει ουσιαστικά. Υπήρχε επίγνωση του βάρους, υπήρχε η διάθεση να γεφυρωθεί το παρελθόν με ένα παρόν που, όπως προαναφέρθηκε, διαθέτει και νέα δισκογραφική υπόσταση. Εκείνο που έλειψε ήταν ένας πειστικός λόγος ύπαρξης. Και χωρίς αυτόν, ακόμη και η πιο καλοπροαίρετη επαναφορά ενός ένδοξου κεφαλαίου κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο υπόμνηση παρά πλήρης επανενεργοποίηση ενός σημαντικού, κατά τας γραφάς, παρελθόντος.

Οι Ανώριμοι, αντιθέτως, δε χρειάστηκε να διεκδικήσουν τίποτε παραπάνω από αυτό που καταρχήν είναι. Με το γνωστό σατιρικό τους ύφος, το οποίο σχοινοβατεί ανάμεσα στην παρωδία, την αθυροστομία και την αυτοϋπονόμευση, διατήρησαν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού. Ο "Σλατίνος Εραστής", το "Spoiler", "Το Πέος της Παρηγοριάς", ο "Πανίσχυρος" και το "Δίκανο" λειτούργησαν ως ιδιότυπα συνθηματικά μίας κοινότητας που γνωρίζει καλά τι εστί metal, αλλά όταν λαμβάνει υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του, καταλήγει ενίοτε πιο κωμικό από την ίδια την κωμωδία. Το ενδιαφέρον με τους Ανώριμους είναι πως κάτω από τη φαινομενική αφέλεια της performance τους υπάρχει τεχνική κατάρτιση και σκηνική πείρα. Δεν πρόκειται για παρέα που απλώς κάνει χαβαλέ πάνω σε παραμορφωμένες κιθάρες. Πρόκειται για σχήμα που γνωρίζει πώς να χειρίζεται το κοινό, πώς να κρατά τον παλμό και πώς να μετατρέπει το σατιρικό εύρημα σε συναυλιακό γεγονός. Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί τους φύλακες της μεταλλικής σοβαροφάνειας, δεν είναι λίγο.

Οι Yoth Iria αποτέλεσαν μία από τις ισχυρότερες στιγμές της πρώτης ημέρας. Εξαιρετικοί σε αυτό που υπηρετούν, με πολύ καλό ήχο καθ' όλη τη διάρκεια της εμφάνισής τους, κατόρθωσαν να μεταφέρουν επί σκηνής αυτό που επι της ουσίας είναι: μελωδικό heavy oriented black metal με ατμόσφαιρα που πιστοποιεί τον όρο black. Το "We Call Upon The Elements" συμπύκνωσε ιδανικά αυτή τη συνθήκη: σαμανισμός, επίκληση, σκοτεινή μυσταγωγία, μαυρομεταλλική πυξίδα και σκηνική αυτοπεποίθηση. Η παρουσία τους απείχε παρασάγγας από την τυπική συναυλιακή διεκπεραίωση. Τουναντίον, ανέδυε ατμόσφαιρα, έρεβος και γνώση· ωσάν να μην επρόκειτο απλώς για εκτέλεση τραγουδιών, αλλά για πρόσκαιρη διάνοιξη μίας μαυρομεταλλικής δέησης μέσα στο ίδιο το festival-ικό σώμα.
Οι Heir Apparent υπήρξαν μία από τις πλέον αναμενόμενες εμφανίσεις της πρώτης ημέρας, δίχως ωστόσο να αποτελούν την κατακλείδα της. Η παρουσία τους δεν επιχείρησε να εκβιάσει τον εντυπωσιασμό· βασίστηκε στην εμπειρία, στην κατάρτιση, στον καθαρό ήχο, στην εξαιρετική παρουσία του μπάσου και σε εκείνη τη λιτή, απέριττη και απέθαντη US heavy/ prog power ευγένεια που χαρακτηρίζει τα σχήματα με πραγματικό ειδικό βάρος. Ιδιαίτερη μνεία οφείλει να γίνει στον Thomas Karam, πασίγνωστο στους εν λόγω κύκλους από τους Noor και Exxûl, ο οποίος, από κοινού με τον φοβερό και τρομερό γερόλυκο Terry Gorle, υπήρξε εκ των αδιαμφισβήτητων πρωταγωνιστών της εμφάνισης. Ο γράφων δεν συγκαταλέγεται κατ' ανάγκην σε εκείνους που παραδίδονται άνευ όρων στα -αντικειμενικώς υψηλά- φωνητικά του χαρίσματα· τούτο, ωστόσο, ουδόλως τον εμποδίζει να αναγνωρίσει ότι στη συγκεκριμένη περίσταση ο Karam υπήρξε, το λιγότερο, εξαίσιος.

Και τούτο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εάν αναλογιστεί κανείς ότι είχε προηγηθεί ελάχιστος χρόνος προβών με την αρμάδα του Gorle. Δεν περιορίστηκε σε μια αξιοπρεπή διεκπεραίωση ενός απαιτητικού υλικού· αντιθέτως, το υπηρέτησε με αυτοπεποίθηση, μέτρο και αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα, προσδίδοντας στην εμφάνιση των Αμερικανών επιπλέον ποιότητα και βάθος. Ακούστηκαν, μεταξύ άλλων, τα "The Servant", "Hands Of Destiny", "Crossing The Border", "Monumental", "The Cloak", "Questions", "The Serpent Inside", "Young Forever", "Another Candle", "Dragon's Lair", "Keeper Of The Reign" και "Tear Down The Walls", ενώ ιδιαίτερη θέση στο set κατείχαν τα δύο νέα τραγούδια, "Parthenon" και "Epica", τα οποία λειτούργησαν ως σαφής ένδειξη ότι η μπάντα δεν προσήλθε απλώς για να αναμοχλεύσει το παρελθόν της.

Εύφημος μνεία στα δύο απρόοπτα με τις χορδές του Terry Gorle. Στο "Parthenon", η πρώτη κομμένη χορδή οδήγησε σε επανεκκίνηση του κομματιού, με ένα σύντομο drum solo να καλύπτει την αναγκαία αλλαγή και να προσδίδει στο συμβάν μία παλαιάς κοπής συναυλιακή αμηχανία, από εκείνες που τελικά λειτουργούν υπέρ του ζωντανού γεγονότος. Στο "Tear Down The Walls", όμως, η δεύτερη αντίστοιχη ατυχία είχε διαφορετική κατάληξη: το κομμάτι κόπηκε περίπου στη μέση και, λόγω χρονικού περιορισμού, δεν επανεκκινήθηκε. Και όμως, ακόμη και αυτή η ατελής κατάληξη δεν αλλοίωσε την ουσία της εμφάνισης. Τέτοιες στιγμές, ακριβώς επειδή δεν προγραμματίζονται, διασώζουν κάτι από την παλιά συναυλιακή αλήθεια: το live δεν είναι αρχείο προς αναπαραγωγή, αλλά συμβάν αντανακλαστικού χαρακτήρα.
The Servant
Hands Of Destiny
Crossing The Border
Monumental
The Cloak
Questions
The Serpent Inside
Young Forever
Parthenon
Another Candle
Dragon's Lair
Keeper Of The Reign
Epica (She Is)
Tear Down The Walls
Την αυλαία της πρώτης ημέρας έριξαν οι φοβεροί Hällas, οι οποίοι υπήρξαν, τρόπον τινά, η πιο παράδοξη επιβεβαίωση της βραδιάς. Λιτοί και απέριττοι ως προς την εκτελεστική τους στάση, μα την ίδια στιγμή ενδεδυμένοι με εκείνη τη σκηνική εκζήτηση που παρέπεμπε σε glam θίασο των 70s, έμοιαζαν να συμφιλιώνουν δύο φαινομενικά αντίρροπες τάσεις: την παικτική εγκράτεια και την εικονογραφική υπερβολή. Το μασκάρεμα, αντί να λειτουργεί ως φτηνό απείκασμα 70s θιάσου, υποστήριζε έναν κόσμο ήδη παρόντα στη μουσική τους: έναν κόσμο retro επιστημονικής φαντασίας και prog rock περιπλάνησης υπό του συνεχώς έντονου Wishbone Ash προσήμου.

Η εμφάνισή τους ξεκίνησε με το "Repentance" και το "The Emissary", για να περάσει στα "Shadow Of The Templar" και "Tear Of A Traitor", επιβεβαιώνοντας από νωρίς ότι οι Σουηδοί δεν είχαν μεταβεί στο χώρογια να αναπαραγάγουν απλώς το υλικό τους, αλλά για να του δώσουν συναυλιακή σάρκα. Το "Earl's Theme" και το "Labyrinth Of Distant Echoes" ανέδειξαν την επική/αφηγηματική διάσταση του ήχου τους, ενώ στα "Face Of An Angel" και "Carry On" φάνηκε καθαρά η ικανότητά τους να ισορροπούν ανάμεσα στην αμεσότητα και την vintage prog/hard rock διαστρωμάτωση. Ο δε ήχος υπήρξε καταπληκτικός. Όχι απλώς καθαρός, αλλά σχεδόν δισκογραφικά ακριβής, με παιξίματα που έδιναν την εντύπωση πως ακούγονται από το CD ή, σε ορισμένες στιγμές, ακόμη και καλύτερα.

Το "Fading Hero", το "The Astral Seer" και το "Star Rider" τίμησαν το κλέος της δισκογραφίας τους, προτού το ομώνυμο "Hällas" λειτουργήσει ως ιδανικό επιστέγασμα μιας εμφάνισης με συνέπεια, ποιότητα και αβίαστη γοητεία. Και όμως, όσο πλήρης κι αν υπήρξε η επιλογή του υλικού, ο γράφων οφείλει να καταγράψει τη μικρή του εμμονή: έως την ύστατη στιγμή επιζητούσε το έπος του "Into The Continuum". Δεν ήρθε. Παρέμεινε ως μεγάλη, μεταφυσική απουσία. Αλλά ίσως αυτό να είναι και το τίμημα μίας εξαιρετικής συναυλίας: πάντα αφήνει πίσω της ένα ανεκπλήρωτο αίτημα, ώστε να μπορεί κανείς να τη θυμάται όχι μόνο για όσα έδωσε, αλλά και για εκείνο το ένα που κράτησε ζηλότυπα για την επόμενη φορά.
Repentance
The Emissary
Shadow Of The Templar
Tear Of A Traitor
Earl's Theme
Labyrinth Of Distant Echoes
Face Of An Angel
Carry On
Fading Hero
The Astral Seer
Star Rider
Hällas

Η δεύτερη ημέρα άνοιξε με τους Panic Alarm, οι οποίοι κινήθηκαν κάπου ανάμεσα στο death/black και το blackened death. Το σημαντικότερο στοιχείο της εμφάνισής τους υπήρξε ο ήχος: καθαρός, ευκρινής, λειτουργικός, δίχως να καταπίνει τις λεπτομέρειες ή να μετατρέπει την ένταση σε άμορφο ηχητικό όγκο. Για μια μπάντα τέτοιου ύφους, αυτό δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Οι Panic Alarm δεν έδωσαν την εντύπωση ότι ήρθαν να ανακαλύψουν εκ νέου το ιδίωμα, αλλά στάθηκαν με συνέπεια, ορμή και αξιοπρέπεια. Και σε ένα φεστιβάλ, ιδίως στις πρώτες ώρες μιας ημέρας, αυτό έχει τη σημασία του.
Οι Tri State Corner υπήρξαν, από αισθητική άποψη, μία από τις πιο ιδιότυπες παρουσίες του διημέρου. Το alternative ύφος τους, ενισχυμένο από τη χρήση μπουζουκιού, παρήγαγε ένα αποτέλεσμα που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει σχεδόν μετα-μετανεωτερικό: pop αμεσότητα, alternative δομή, μεσογειακό ίχνος και μια σαφής διάθεση επικοινωνίας με το κοινό. Το γεγονός ότι στον πυρήνα τους βρίσκονται δύο αδέρφια με μεταναστευτική διαδρομή και δεσμούς με τον Βόλο πρόσθετε μια ιδιαίτερη βιωματική διάσταση στην εμφάνισή τους.

Παίζουν εδώ και περίπου είκοσι χρόνια και αυτό φάνηκε. Η επικοινωνία με το κοινό υπήρξε πολύ καλή, ο frontman ευγενικός, άμεσος και σκηνικά έμπειρος, ενώ το "The Daydreamer", ως τελευταίο τραγούδι, λειτούργησε με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα. Για το ύφος που πρεσβεύουν, είχαν αρκετές δυνατές στιγμές. Ακόμη κι αν το συγκεκριμένο αισθητικό μείγμα δεν αφορά εξίσου κάθε μεταλλικό ακροατή, δεν μπορεί να του αρνηθεί κανείς τη συνοχή και την καθαρή του στόχευση.
Οι Arysithian Blade έφεραν στη σκηνή έναν αέρα μεσογειακού epic metal, με επταμελή σύνθεση και με αναφορές που συνομιλούσαν ευθέως με τους Warlord, τους Maiden και τους Lordian Guard. Οι παρουσίες του Γιάννη Ακτύπη και του Χρήστου Παπαδάκη έδιναν στο σχήμα ισχυρή ταυτότητα, ενώ το "In The Name Of Iseth" ανέδειξε ακριβώς αυτή την επική/αφηγηματική διάσταση του ήχου τους. Πρόκειται, άλλωστε, ξεκάθαρα για μία από εκείνες τις love or hate περιπτώσεις, όπου η πρόσληψη δύσκολα κινείται στη μετριοπαθή ζώνη της ουδετερότητας.

Χαρακτηριστικές της εμφάνισης υπήρξαν οι μικρές αλλά απολύτως πιστές εκδηλώσεις λατρείας προς το σχήμα, την ίδια στιγμή που ένα άλλο μέρος του κοινού παρέμενε χλιαρό έως εμφανώς αδιάφορο. Και ίσως αυτό, εντέλει, να λέει περισσότερα για τη φύση της μπάντας απ' όσα θα έλεγε μια ομόθυμη, αλλά συμβατική αποδοχή: οι Arysithian Blade δεν μοιάζουν φτιαγμένοι για να αρέσουν σε όλους, αλλά για να ενεργοποιούν ακριβώς εκείνους που αναγνωρίζουν στον ήχο τους την πίστη σε ένα ιδίωμα το οποίο εξακολουθεί να ζητά ακροατές με συγκεκριμένες προσλαμβάνουσες.
Οι Flames εμφανίστηκαν με τον τρόπο που αρμόζει στην ιστορία και στο ύφος τους: ωμά, ευθέως, χωρίς περιττές καλλωπιστικές διαθέσεις. Ο ήχος τους παρέπεμπε στην τευτονική thrash σχολή όπου το κακόηχο στοιχείο δεν είναι αδυναμία αλλά καταγωγικό γνώρισμα. Από το "Red Terror", παρμένο από τον προηγούμενο δίσκο, μέχρι τα "Lightbringer", "Cloak Beyond", "Summon The Dead", "Dressed In Black" και "Made In Hell", η εμφάνισή τους είχε τον χαρακτήρα μιας ακατέργαστης επίθεσης.

Το προτελευταίο κομμάτι αφιερώθηκε στον πολυλατρεμένο ζύθο, καθότι η μεταλλική κοινότητα, πέραν των λοιπών δοξασιών της, ουδέποτε απαρνήθηκε τις ταπεινές αλλά σωτηριολογικές αρετές της μπύρας, ενώ το "Eastern Front" έκλεισε την εμφάνιση με την προσήκουσα ένταση. Οι Flames δεν επιχείρησαν να φανούν κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Και αυτό, ενίοτε, είναι η μεγαλύτερη αρετή αυτού του ήχου, αλλά και των σχημάτων που υπηρετούν αυτό το είδος.
Οι Coroner δεν αποτέλεσαν για τον γράφοντα απλώς ένα από τα μεγάλα ονόματα της δεύτερης ημέρας. Αποτέλεσαν τον βασικό λόγο της παρουσίας του στο Golden R. Festival· ακόμη περισσότερο, τον λόγο για τον οποίο η μετάβαση στον Βόλο μαζί με αγαπημένους παιδικούς φίλους απέκτησε χαρακτήρα προσωπικής εκκρεμότητας. Υπάρχουν μπάντες που τις εκτιμάς, μπάντες που τις αναγνωρίζεις ιστορικά, και μπάντες που έχουν εγγραφεί βαθύτερα, σε εκείνο το ιδιωτικό υπόστρωμα όπου η μουσική παύει να είναι απλώς ακρόαση και γίνεται ζώσα και δρώσα ανάγκη και ταυτότητα. Οι Coroner ανήκουν, για τον γράφοντα, απολύτως στην τρίτη κατηγορία. Η αρχή με το "Oxymoron" έφερε αμέσως τη γνωστή, κοφτερή τους υπογραφή, αν και στα πρώτα λεπτά -στα "Consequence" και "Sacrificial Lamb"- ο ήχος δεν υπήρξε ο αναμενόμενα καλός.

Για ένα σχήμα σαν τους Ελβετούς που βασίζεται στη λεπτομέρεια και στην ακρίβεια αυτό δεν είναι αμελητέο. Ευτυχώς, όμως, η κατάσταση έστρωσε αισθητώς στη συνέχεια. Από το "Divine Step (Conspectu Mortis)" και έπειτα, η συναυλία άρχισε να αποκτά την πολυπόθητη καθαρότητα που απαιτεί το υλικό τους: το "Serpent Moves" και το "Masked Jackal" ανέδειξαν τη σκοτεινή/νευρώδη τους πλευρά, ενώ τα "Symmetry" και "Semtex Revolution" υπενθύμισαν πόσο ιδιότυπα μπορούν να συνυπάρχουν στους Coroner η ψυχρή πειθαρχία και η γκρούβα. Ένα εκ των μεγαλύτερων highlights, ωστόσο, υπήρξε το "Grin (Nails Hurt)". Εκεί, για να το πούμε χωρίς περιττή εγκράτεια, έγινε το αδιαχώρητο - και εξωτερικά, επί του συναυλιακού σώματος, και εσωτερικά, σε εκείνο το σημείο όπου μια αγαπημένη μπάντα παύει να «παίζει καλά» και αρχίζει να σε επιστρέφει βίαια σε όλα όσα υπήρξε για σένα.

Το "Metamorphosis" είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο, όμως το "Grin (Nails Hurt)" την επικύρωσε με τρόπο συντριπτικό. Το "Renewal" έκλεισε το κύριο μέρος της εμφάνισης με την απαιτούμενη αυστηρότητα, πριν το encore με το "Die By My Hand" λειτουργήσει ως τελική, παλαιάς κοπής, tech thrash αποφόρτιση. Οι Ελβετοί θεοί, παρά το αρχικό ηχητικό μούδιασμα, έσπειραν. Και το έκαναν ως σχήμα που εξακολουθεί να κάνει τη δεξιοτεχνία να μοιάζει πιασάρικη. Υπήρξαν τεχνικοί χωρίς να γίνουν ακαδημαϊκοί, ψυχροί χωρίς να γίνουν άψυχοι, ακριβείς χωρίς να χάσουν το στόχο. Για τον γράφοντα, η εμφάνισή τους δεν ήταν απλώς μία από τις κορυφώσεις της δεύτερης ημέρας· ήταν η στιγμή κατά την οποία το φεστιβάλ δικαίωσε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τον ίδιο τον λόγο της παρουσίας του εκεί.
Oxymoron
Consequence
Sacrificial Lamb
Divine Step (Conspectu Mortis)
Serpent Moves
Masked Jackal
Symmetry
Semtex Revolution
Metamorphosis
Grin (Nails Hurt)
Renewal
Encore:
Die By My Hand
Οι Rage έκλεισαν τη δεύτερη ημέρα με μια εικόνα που είχε αναπόφευκτα και ανθρώπινο βάρος. Προτού, όμως, ειπωθεί οτιδήποτε περισσότερο, ο γράφων οφείλει μία απαραίτητη διευκρίνιση: δεν αποτελεί τον πλέον ενημερωμένο, ούτε κατ' ανάγκην τον πλέον αντικειμενικό παρατηρητή της πλούσιας δισκογραφίας τους, καθώς ο τελευταίος δίσκος τους που αγόρασε και άκουσε με πραγματική επιμέλεια υπήρξε το "End Of All Days". Ως εκ τούτου, η παρούσα αποτίμηση δεν γράφεται από τη θέση του ενεργού συνοδοιπόρου της νεότερης πορείας τους, αλλά από τη θέση ενός ακροατή που εκτιμά κομμάτι της μουσικής τους και αναγνωρίζει το αδιαμφισβήτητο ιστορικό τους εκτόπισμα.

Το δυσάρεστο στοιχείο της εμφάνισης ήταν πως ο Peavy παρουσιάστηκε καθιστός, πιθανότατα λόγω ζητημάτων υγείας. Ωστόσο, η παρουσία του στη σκηνή, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, δεν έμοιαζε με παραίτηση. Και σε μια μουσική όπως το heavy metal, όπου η διάρκεια, η πίστη και η επιμονή έχουν σχεδόν ηθική σημασία, αυτό δεν περνά απαρατήρητο. Οι Rage δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξουν ποιοι είναι· ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία σχημάτων που κουβαλούν μαζί τους ένα ολόκληρο κομμάτι ευρωπαϊκής metal ιστορίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η εμφάνισή τους, ανεξαρτήτως επιμέρους αδυναμιών, αποστάσεων του γράφοντος από τη μεταγενέστερη δισκογραφία τους ή αναπόφευκτων περιορισμών, υπήρξε τουλάχιστον αξιοπρεπέστατη. Δεν ήταν μια εμφάνιση ακμής με τη στενή έννοια του όρου. ‘Ήταν περισσότερο μία δήλωση παρουσίας, αν και σε καμία περίπτωση εμφατική. Και η παρουσία, όταν έχει πίσω της τέτοια διαδρομή, έχει τη δική της αδιαμφισβήτητη αξιοπρέπεια. Τον σεβασμό οι Rage δεν τον επαιτούν· τον έχουν προ πολλού κατακτήσει.
Φωτογραφίες: Τάσος Αγάπης / Golden R. Festival
Overture
From The Cradle To The Grave
Cold Desire
Alive But Dead
Memento Vitae (Overture)
Resurrection Day
Back In Time
Over And Over
Empty Hollow
Sign Of Heaven
Incomplete
Turn The Page
Days Of December
Higher Than The Sky (with Chris Efthimiadis on drums)
