Από το speed/thrash στον υπαρξιακό προβληματισμό

Η μετάλλαξη των Sanctuary στο "Into The Mirror Black"

Από τον Σπύρο Κούκα, 17/04/2026 @ 13:01

Οι Sanctuary ετοιμάζονται να επιστρέψουν στη χώρα μας για μια συναυλία και, ομολογώ, πολλές σκέψεις περνούν από το μυαλό μου σχετικά με την ύπαρξη και την τωρινή υπόσταση αυτής της σπουδαίας US power metal μπάντας. Βέβαια, πολλές από αυτές τις σκέψεις μονοπωλεί η φωνή του Warrel Dane που ακόμη αντηχεί στο θυμικό, οπότε μια παραλλαγμένη επανάληψη του προ διμήνου κειμένου μου σχετικά με την επιστροφή των Nevermore, δεν θα ήταν θεμιτή.

Επόμενη επιλογή, λοιπόν, να ξαναπαίξει στο πικάπ το αγαπημένο "Into The Mirror Black", οδηγώντας σε έναν περίεργο μουσικό αντικατοπτρισμό της αποσύνθεσης των ονείρων μιας ολόκληρης γενιάς ακροατών. Άλλωστε, η ίδια η ιστορία των Sanctuary προσομοιάζει με το ιστορικό της ίδιας της απώλειας της αθωότητας του αμερικανικού metal. Για να καταλάβουμε όμως τον παραλληλισμό, πρέπει να επιστρέψουμε για λίγο στο 1988. Τότε, το Seattle δεν ήταν ακόμα η μητρόπολη του grunge, αλλά ένα καζάνι που έβραζε από πυρακτωμένο US power ατσάλι. Οι Sanctuary συστήθηκαν στον κόσμο με το "Refuge Denied", έχοντας ως μέντορα και παραγωγό τον Dave Mustaine των Megadeth και δημιουργώντας το τέλειο υβρίδιο ανάμεσα στο US power και το thrash. Γεμάτο από εκείνες τις υψίσυχνες κραυγές του – κατά τα άλλα, φυσικά βαρύτονου –  Warrel Dane, το υλικό το υπήρξε γρήγορο, εμφατικό και διέθετε μια νεανική ορμή που προμήνυε τα καλύτερα για το πρωτοεμφανιζόμενο σχήμα.

Όμως, μέσα σε μόλις δύο χρόνια, κάτι άλλαξε άρδην. Το 1990, ο κόσμος γύρω από το συγκρότημα είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, με την μπάντα να κοιτάζει στον καθρέπτη και να αντικρίζει σκιές, οδηγώντας σε μια στροφή που θα καθόριζε τη μετέπειτα μουσική της πορεία ποικιλοτρόπως· στο "Into The Mirror Black". Με 36 χρόνια να έχουν περάσει από την κυκλοφορία του, είναι πλέον πασιφανές πως ο δεύτερος δίσκος των Αμερικάνων είχε δισυπόστατη φύση, αφού αποτελεί  μια δήλωση καλλιτεχνικής αυτοκτονίας και ταυτόχρονα αναγέννησης.

Από την κλειστοφοβική παραγωγή του Howard Benson, στις βραδύκαυστες κιθάρες των Rutledge και Blosl και τη μεταμόρφωση του Warrel Dane, το υλικό του άλμπουμ δεν αποτελεί μια εικόνα από το μέλλον, αλλά μια κατάρα σε αυτό και στα όσα μέλλει να οδηγήσει. Ειδικά για τον αδικοχαμένο ερμηνευτή, αυτό κρίνεται ως ένα career defying άλμπουμ, αφού εδώ αναδεικνύει για πρώτη φορά το πλούσιο στιχουργικό του εύρος τόσο έντονα, με στίχους προφητικούς, πολιτικούς, αλλά και βαθιά ψυχολογικούς. Η πρόβλεψη ενός κόσμου ελεγχόμενου από την προπαγάνδα και τα Μέσα Εξημέρωσης, όπου η ελευθερία είναι μια ξεθωριασμένη ανάμνηση, αποτελεί μια ζοφερή πραγματικότητα τέσσερις δεκαετίες αργότερα, με τον Dane να προβαίνει από τότε σε ένα βαθύ κοινωνικοπολιτικό σχόλιο.

Ταυτόχρονα, στο "Epitaph" βλέπουμε για πρώτη φορά μέσα από την κερκόπορτα προς το "Dreaming Neon Black", καθώς η σύνθεση αποτελεί τον ορισμό του λυρικού πένθους, με το ερμηνευτικό κρεσέντο του Dane να ισορροπεί σε μια θεατρική απόγνωση που τσάκιζε μέσω τις αντίφασης των υψίσυχνων κραυγών του και των πιο αισθαντικών και βαρύτονων εκφράσεων. Μέσα από την τεχνοκρατική ψυχρότητα και την ερμηνευτική μοναχικότητα, οι Sanctuary δημιούργησαν ένα μνημείο σκεπτόμενου heavy metal που μοιάζει άφθαρτο από τον πανδαμάτορα χρόνο, το οποίο, όπως συμβαίνει συνήθως με τα έργα που προηγούνται της εποχής τους, δεν έτυχε της εμπορικής αποδοχής που του άξιζε.

Με το grunge να ανέρχεται σε δημοφιλία, η Epic θα ζητήσει στην μπάντα να προσαρμοστεί δημιουργικά, με την απάντηση των Sanctuary να είναι η διάλυση· μια πράξη ύστατης καλλιτεχνικής αξιοπρέπειας. Σήμερα, 36 χρόνια μετά και με την ιστορία της μπάντας να έχει γραφτεί με ακόμη μελανότερα χρώματα, κάθε επιστροφή σε αυτόν το δίσκο έχει την μορφή μιας εσωτερικής κάθαρσης, κρύβοντας μια βαθύτερη αλήθεια όσο τα χρόνια βαραίνουν. Οι Sanctuary δεν μας υποσχέθηκαν ποτέ ότι όλα θα πάνε καλά. Μας υποσχέθηκαν μόνο ότι, όσο το σκοτάδι πυκνώνει, η μουσική τους θα είναι εκεί για να μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνοι στην απόγνωσή μας.

  • SHARE
  • TWEET