Sweet Summer Sun Festival: The Eric Gales Band, Tassos Skouras & Nukeleus, Babis Tyropoulos Quartet, Sakis Dovolis Trio @ Τεχνόπολη, 18/07/26

Ο αριστερόχειρας που παίζει σε κιθάρα δεξιόχειρων μάγεψε για μια ακόμη φορά

Από τον Παντελή Κουρέλη, 20/07/2026 @ 14:00

Tο Sweet Summer Sun φέτος ήταν μια όαση για όσους ακούνε και ακολουθούνε τη blues σκηνή στην Αθήνα, μιας και δεν νομίζω ότι είδαμε και ακριβώς πληθώρα ονομάτων του συγκεκριμένου ήχου φέτος το καλοκαίρι. Η επιστροφή του ιδιαίτερου Eric Gales ήταν από μόνη της σημαντικό γεγονός, μιας και από τις προηγούμενες επισκέψεις του 8 χρόνια πριν (είχε έρθει 2 φορές το 2018) έχουν μεσολαβήσει γεγονότα που έχουν μεγαλώσει το όνομά του. Σημαντικότερο είναι μάλλον το Oscar που πήρε το μουσικό score της ταινίας “Sinners”, στο οποίο παίζει ο Eric. Τρεις δικές μας μπάντες θα έπαιζαν πριν από τον Gales, οπότε η δοσολογία blues για τους από την αρχή παρευρισκόμενους αναμενόταν υπεραρκετή.

Με πολύ ήλιο επί σκηνής αλλά ευτυχώς με αρκετά σκιερά σημεία για εμάς στην αρένα, το Sakis Dovolis Trio ξεκίνησε να εκτοξεύει blues rock από τα ηχεία. Βασιζόμενοι κατά κύριο λόγο σε δικά τους κομμάτια, το τρίο των Φώτη Ντοβόλη στο μπάσο, Νίκου Καλύβα στα τύμπανα και Σάκη Ντοβόλη σε φωνή και κιθάρα κατέβηκε από την Κοζάνη και κατάφερε με άνεση να κερδίσει το κοινό από κάτω. Όπως μας είπανε, είχαν υποσχεθεί στους εαυτούς τους να παίξουν μόνο original υλικό τους. Αυτό περιλάμβανε κομμάτια από το ωραιότατο ντεμπούτο τους “Cross The Line”, αλλά και νέα, αδισκογράφητα και ενδιαφέρονται κομμάτια, όπως το με funky στοιχεία “Sometimes”.

Όμως, μέσα στο αυθεντικό υλικό κατάφερε να τρυπώσει και μια συναισθηματική διασκευή στο υπέροχο “I Fall Apart” του Rory Gallagher, με τον Σάκη Ντοβόλη να παραδίδει ένα ψυχωμένο solo στο τέλος. Το “I Need A World” ήταν πολύ μπλουζιάρικο, ξεκίνησε με αέρινο παίξιμο από τον Ντοβόλη και κατέληξε με μια χειμαρρώδη κιθαριστική έξαρση. Το τελευταίο κομμάτι ήταν ένα ηλεκτρικότατο blues και έκλεισε μετά από σαράντα λεπτά μια πολύ ωραία blues rock εμφάνιση.

Σειρά είχαν οι Babis Tyropoulos Quartet, έτερο εγχώριο blues συγκρότημα. Ο αρχιδημιουργός του Μπάμπης Τυρόπουλος πήρε θέση μόνος του σε ένα σκαμνί με μια ηλεκτρική κιθάρα και ένα bottleneck περασμένο στο δάχτυλό του. Το blues κοινό μάλλον αποτελείται από καλά παιδιά που κάνουν ησυχία στις συναυλίες, οπότε ο Τυρόπουλος έπαιξε τις slide-ιές του έχοντας την απόλυτη προσοχή μας. Η μπάντα τελικά ήταν εξαμελής, με τρία άτομα να συνεισφέρουν φωνητικά.

Μετά από ένα πολύ μακρόσυρτο κομμάτι στην αρχή, όπου οποίο ακούσαμε όλες τις φωνές να βγαίνουν μπροστά, τα πράγματα «έσφιξαν» ελαφρώς. Στα επόμενα κομμάτια ακούσαμε μέχρι και shredding από τον Τυρόπουλο, αλλά ωραίο, ταιριαστό και ενταγμένο πάνω στον blues ρυθμό. Άλλα σαράντα λεπτά ήταν η δεύτερη εμφάνιση της ημέρας και μας έφερε μια διαφορετική, λίγο πιο αυτοσχεδιαστική πλευρά του blues, δείχνοντας ότι το ιδίωμα έχει ποικιλία.

Τρίτοι εμφανίστηκαν ο Τάσος Σκούρας και το το jazz σχήμα των NUKeLEUS, που βγήκαν παρέα στη σκηνή. Το παίξιμο του Σκούρα ξεχώρισε από τις πρώτες κιόλας νότες και η λέξη «πληθωρικό» νομίζω ότι περιγράφει πάρα πολύ καλά αυτό που είδαμε. Το μενού εδώ είχε και αρκετές διασκευές. Το δεύτερο κομμάτι που μας έπαιξαν ήταν το “Purple Haze”, του οποίου η εκτέλεση ήταν πολύ πιο blues σε σχέση με την αυθεντική του Hendrix και η ενορχήστρωσή του μου έφερε στο μυαλό ελαφρώς και τον ανυπέρβλητο μαέστρο Frank Zappa.

Αμέσως μετά, αφιέρωσαν στον πρόσφατα και αδόκητα εκλιπόντα Γιώργο Λαγογιάννη το αργόσυρτο, μελαγχολικό “St. James Infirmary”. Κάπου εκεί ο Σκούρας μας σύστησε για δεύτερη φορά τον Sami Amiris στα πλήκτρα και δικαίως, γιατί ήταν σημαντικό μέρος του πληθωρικού ήχου που βιώναμε. Το “Sunshine Of Your Love” των Cream το έκαναν αρκετά αυτοσχεδιαστικό, με τον drummer Γιάννη Σταυρόπουλο (με μπλουζάκι Nile, παρακαλώ) να το κλείνει πολύ ωραία. Το τελείωμα είχε συνδυασμό ηλεκτρικού blues με τη μελωδία του «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», ενισχύοντας το αίσθημα ποικιλίας.

Το “O Fortuna”του Carl Orff που χρησιμοποιήθηκε ως εισαγωγικό κομμάτι λίγο πριν από την προγραμματισμένη ώρα εμφάνισης του Eric Gales ήταν τόσο δυνατό και πομπώδες που για λίγο μου πέρασε από το μυαλό ότι θα έβγαινε να μιλήσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Τελικά προσγειωθήκαμε (ή καλύτερα, απογειωθήκαμε) στη μουσική πραγματικότητα με τον βιρτουόζο Αμερικανό και την τετραμελή μπάντα του να βγαίνουν στη σκηνή κάτω από χειροκροτήματα και ενθουσιώδεις ιαχές.

Το “Death To Me” ήταν ένα δυναμικό ξεκίνημα που έδειξε την πιο ροκάδικη πλευρά του Gales, ενώ το “You Don't Know the Blues” μας ταξίδεψε στην άλλη, τη blues πλευρά. Γιατί μπορεί εμείς να μην ξέρουμε καλά τα blues, ο Gales όμως που έχει γεννηθεί, ζήσει και μεγαλώσει μέσα σε αυτά, τα γνωρίζει άπταιστα. Και η συνταγή της επιτυχίας του είναι ότι αυτό το πράγμα ακριβώς είναι που εμφανίζεται μέσα στη μουσική του, ανεξαρτήτως της όποιας δεξιοτεχνίας του.

Πριν από το “New Beginnings” ο Eric εξέφρασε την εκτίμησή του τόσο για τον Έλληνα κατασκευαστή (Johnny Prapas, εδρεύει στην Αυστραλία) μιας από τις κιθάρες του, μάρκας Olympus, με την οποία μάλιστα έπαιξε στο συγκεκριμένο κομμάτι, όσο και για τον λευκό συνοδοιπόρο του στην κιθάρα, Trevor McKay. Το κομμάτι το αφιέρωσε στον πρώτο και άφησε τον δεύτερο να πρωταγωνιστήσει σε αυτό, αναλαμβάνοντας ο ίδιος, για πρώτη φορά, δεύτερο ρόλο. Ο Trevor πράγματι μας απέδειξε με το παίξιμό του ότι ο Eric τον επέλεξε δικαίως για τη μπάντα του και ήταν ωραίο να βλέπεις το μεγάλο όνομα να δίνει χώρο στο μικρότερο.

Στο “Put It Back” απολαύσαμε μια ιδιαιτέρως groovy πλευρά του Gales, ενώ το “Watchman” μας το προλόγισε ως ένα κομμάτι με μεγάλο συναισθηματικό φορτίο για τον ίδιο. Λογικό, από τη στιγμή που το έχει ηχογραφήσει με τον Doug Pinnick και τον Thomas Pridgen, που είναι σπουδαίες μουσικές προσωπικότητες. Στο “Been So Long”, από το οριακό γι’ αυτόν “Middle Of The Road” του 2017, οι funky κιθάρες και οι φωνητικές αρμονίες από τον Trevor McKay και τη LaDonna Gales έδωσαν μια διαφορετική ομορφιά στην εκτέλεση.

Ο Eric κάπου εκεί μας είπε ότι θέλει να παίξει λίγο rock για εμάς. Βέβαια, η όλη παρουσία της μπάντας είναι ήδη από μόνη της αρκετά rock και όχι τόσο πολύ blues, αλλά το θέμα είναι ότι με το “Steep Climb” ευχαριστηθήκαμε νεύρο, solos, ρυθμό, χορό. Ίσως η πιο καλή στιγμή της βραδιάς για τους πιο ροκάδες. Το κλείσιμο με το αιώνιο “Voodoo Child” του Henrdix, στο οποίο κόλλησε και κάποια ακόμα γνωστά κομμάτια όπως το “Kashmir” και το “Back In Black” ήταν αρχοντικό.

Η συναυλία που είδαμε ήταν μόλις η δεύτερη της περιοδείας, όμως δεν υπήρχαν ούτε κατά διάνοια ζητήματα συντονισμού ή αντίστοιχα της μπάντας. Έπαιζαν όλοι ιδανικά, σαν να είχαν ρολάρει από καιρό. Ο Gales είναι ένας θαυμάσιος μουσικός που χειρίζεται με απίστευτη μαεστρία την κιθάρα του. Η ευκολία με την οποία μεταπηδά από blues σε rock και μετά σε funk είναι αξιοσημείωτη. Επειδή είναι αριστερόχειρας, αλλά έχει μάθει να παίζει κιθάρα (από τον αδερφό του) σε όργανα για δεξιόχειρες, δεν μπορεί κάποιος να μην εντυπωσιάζεται από το πώς παίζει τα solos ανάποδα, με το αριστερό του χέρι να κινείται προς τα πάνω στο τάστο της κιθάρας, αφού οι χορδές είναι τοποθετημένες ανάποδα! Το δε συναίσθημα που έβγαλε όταν μας είπε πόσο του αρέσει που στη ζωή του κάνει αυτό που αγαπά, δηλαδή να παίζει μουσική, ήταν αγνό και γλυκό. Ελπίζουμε αυτή τη φορά να μην αργήσει τόσο να ξανάρθει!

Φωτογραφίες: Χρήστος Λεμονής

SETLIST

Death To Me
You Don't Know The Blues
New Beginnings
Put That Back
Watchman
Been So Long
Steep Climb
Voodoo Child (Slight Return)

  • SHARE
  • TWEET