Λάτρης των ανορθόδοξων και προκλητικών ακουσμάτων. Θεωρεί τη μουσική αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Στις ψηφιακές σελίδες του Rocking μοιράζεται τις απόψεις του κινούμενος κατά βάση στον...
Kamelot
Dark Asylum
Στους ίδιους διαδρόμους, με το ίδιο φως
Στο review του "The Awakening" έγραφα πως ο δίσκος λειτουργούσε σαν αφύπνιση για μια μπάντα που είχε βαλτώσει. Τρία χρόνια μετά, το "Dark Asylum" έρχεται να δοκιμάσει αν αυτή η αφύπνιση κράτησε ή αν οι Kamelot ξαναβρέθηκαν στο κρεβάτι, πατώντας το snooze. Δέκατος τέταρτος δίσκος στην καριέρα τους, με τον Sascha Paeth στην παραγωγή που κρατά τιμόνι εδώ και χρόνια και τον Jacob Hansen στη μίξη και το mastering, να θυμίζουν το ρητό “ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει”.
Το concept αυτή τη φορά έχει όνομα και τοίχους: το RavenHill, ένα ίδρυμα που ξεκίνησε σαν καθεδρικός ναός και κατέληξε σε άσυλο, εκεί όπου επιστήμη, θρησκεία και τρέλα συνυπάρχουν άβολα κάτω από την ίδια στέγη. Μέσα του περιπλανιέται μια ψυχή χωρίς όνομα, παγιδευμένη ανάμεσα σε μάσκες και θρυμματισμένες αναμνήσεις, αναζητώντας ταυτότητα και λύτρωση. Ο Thomas Youngblood το περιγράφει σαν κατάβαση στο σκοτάδι που σταδιακά μετατρέπεται σε αφύπνιση, με τον Tommy Karevik να μιλά για ένα ταξίδι στους κρυφούς θαλάμους του ανθρώπινου μυαλού. Δεκαπέντε κομμάτια, εκτενής θεατρική αφήγηση, σε εναν νεο-βικτωριανό κόσμο. Στα χαρτιά, είναι από τα πιο φιλόδοξα concept που έχει επιχειρήσει η μπάντα.
Στην πράξη, το ταξίδι μέσα στο RavenHill έχει τις στιγμές του. Το "Sanctorium" ανοίγει με το γνώριμο ορχηστρικό overture, ένα λογοπαίγνιο ανάμεσα σε sanctuary και sanatorium που εξηγεί από την πρώτη στιγμή πού βρισκόμαστε. Το "Ashen World" με την Ignacia Fernández είναι το πιο πειστικό επικό άνοιγμα του δίσκου, με τον Youngblood να βρίσκει ακόμα μελωδίες μέσα σε ένα πηγάδι που αντλεί εδώ και δεκαετίες. Το ομώνυμο "Dark Asylum" ανοίγει με αφηγηματική παρέμβαση της Kiara Huber πριν βουτήξει στο σκοτεινότερο σημείο του δίσκου, φέρνοντας και μια πιο prog χροιά στο προσκήνιο.
Το "Sanctuary" φέρνει μαζί την Clémentine Delauney και την Fernández στο πιο πιασάρικο ρεφραίν του δίσκου, σε μια συνταγή που τσεκάρει ολα τα κουτάκια για το τι θεωρείται ένα πλήρες Kamelot κομμάτι. Το "One Last Masquerade" με τον Tobias Sammet κλείνει το μάτι στο κοινό ιστορικό με τους Avantasia, αν και ακούγεται περισσότερο σαν κομμάτι που ξέφυγε από το "Ghostlights". Στο “Ivy, My Dear”, το φάντασμα του Roy Khan υπάρχει κάπου πίσω από την εκφραστικότατη ερμηνεία του Karevik, θυμίζοντας λίγο τις παλιές, πιο folk εποχές των Kamelot, κατεβάζοντας ταυτόχρονα τις ταχύτητες. Το "Cassandra's Disease" παίζει έξυπνα με τη μυθολογία, και το "Beneath The Moon (Tunglið)" ανοίγει ένα νορβηγικο-ισλανδικό παράθυρο με το βιολί της Lea-Sophie Fischer (Eluveitie) και τις φωνές των Rannveig Sif Sigurðardóttir και Sólveig Sara Leupold, μια ανάσα διαφορετική, αν και όχι απόλυτα ενταγμένη στο σύνολο.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ταλέντου ή προσπάθειας. Αν μη τι άλλο, η μπάντα παραμένει συνεπής και ταγμένη στη συνταγή που έχει δοκιμάσει και την έχει φέρει ως εδώ. Απλά νιώθω πως έχουμε ξανακούσει αυτό το δίσκο, με άλλα ονόματα κομματιών. Το "Godlike Alchemy" έχει τα σκαμπανεβάσματα και τη μεγάλη χορωδία που περιμένεις, το "Kaleidoscope" και το "The Puppet King" κάνουν σωστά τη δουλειά τους, και οι ρυθμικές κιθάρες του Youngblood συνεχίζουν να μένουν στο φόντο, πίσω από τα πλήκτρα του Oliver Palotai και τις μεγάλες ορχηστρικές πινελιές. Η φόρμουλα του "Haven" και του "The Shadow Theory" επαναλαμβάνεται πιστά: δραματικό intro, ανθεμικό single, μπαλάντα με guest, θεατρικό τρακ τίτλου. Οι Kamelot την ξέρουν απ’έξω, και αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα.
Ο Karevik παραμένει το μεγάλο ατού της μπάντας, με την φανταστική του ικανότητα να μεταμορφώνει ακόμη και την πιο μέτρια σύνθεση σε κάτι άξιο λόγου. Στο "Sanctuary" μοιράζεται τη σκηνή με δύο φωνές χωρίς να χάσει στιγμή την κυριαρχία του, στο "One Last Masquerade" στέκεται δίπλα στον Tobias Sammet με άνεση, και στο "Godlike Alchemy" κουβαλάει μόνος του ένα ρεφρέν που θα κατέρρεε σε λιγότερο έμπειρα χέρια. Ακόμα και όταν η σύνθεση είναι προβλέψιμη, η ερμηνεία του δεν είναι ποτέ διεκπεραιωτική. Είναι ο λόγος που ο δίσκος ακούγεται πάντα ευχάριστα, ακόμη κι αν έχει υφή ξαναζεσταμένου φαγητού.
Η αίσθηση deja vu. Το ίδιο το press kit παραδέχεται πως η εικαστική ταυτότητα "συνεχίζει" το ύφος των προηγούμενων κυκλοφοριών, και όποιος έχει παρακολουθήσει τα εξώφυλλα του "Haven", του "The Shadow Theory", του "The Awakening" και τώρα του "Dark Asylum" καταλαβαίνει τι εννοώ. Η ίδια σκοτεινή, κόκκινη παλέτα, η ίδια μοναχική φιγούρα σε δραματική φωτοσκίαση, το ίδιο θεατρικό ύφος gothic αφίσας. Στο ράφι ή στη λίστα του Spotify, οι τελευταίες τέσσερις κυκλοφορίες της μπάντας δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν η μια από την άλλη με την πρώτη ματιά, ακριβώς όπως δυσκολεύουν να ξεχωρίσουν και οι ήχοι τους.
Το "Dark Asylum" δεν είναι κακός δίσκος. Είναι ένας άνετος δίσκος, καλοφτιαγμένος, με έναν frontman σε εξαιρετική φόρμα και μια ιστορία που αξίζει την προσοχή που της αφιερώνει η μπάντα. Απλά, μετά το "Haven", το "The Shadow Theory" και το "The Awakening", το RavenHill αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με άσυλο και περισσότερο με μόνιμη κατοικία. Οι Kamelot έχουν βρει το σπίτι τους. Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό αυτός ο δίσκος είναι αν θα βρουν ποτέ την πόρτα για να βγουν.
