Breaking down the breakdown
Για το σημείο εκείνο που ο πλανήτης συντονίζεται και το κομμάτι γιγαντώνεται
Δέκα δευτερόλεπτα μετά το δεύτερο λεπτό ο κόσμος πατάει φρένο, γίνεται ασήκωτα βαρύς κι ώσπου να φτάσει η λυτρωτική στιγμή της κραυγής raining blood, προλαβαίνει να σπάσει η γη κάτω απ' τα πόδια μας. Κάτι παραπάνω από μισό λεπτό ήταν αρκετό για να κουνηθούν τα θεμέλια του σύμπαντος.
Αποφεύγοντας την παγίδα να γυρίσουμε πάλι στους Sabbath και το ομώνυμο κομμάτι του πέμπτου δίσκου, αφήνοντας επίσης στην ησυχία τους τις jazz κακοφωνίες - δεν πειράζουμε μπας και δε μας πειράξουν πίσω - στο δέκατο και το ενδέκατο And I'm Writing With Broken Pens κάνουμε μια χαρτογράφηση, σε δυο μέρη, της εξελικτικής πορείας που έφερε την πεμπτουσία κάθε core δίσκου: the breakdown!
Τί είναι όμως το breakdown και τί προσφέρει στη μουσική; Η δική μου προσέγγιση είναι ότι το breakdown είναι ο δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στον μουσικό και το ακροατήριο. Είναι εκεί που συντονίζεται όλο το club και γίνεται μια μεγάλη σκηνή χωρίς να ξεχωρίζουν αυτοί που κρατάνε όργανα από τους υπόλοιπους. Αν η σκληρή μουσική μπορεί να ενώσει κόσμο με όχημα την οργή ή την αγανάκτηση, το breakdown είναι που τον κάνει μια γροθιά. Πιάνοντάς το από μια περίεργη ιδεολογική σκοπιά, ίσως και στρεβλή δεν αντιλέγω, το breakdown είναι το κοινωνικό αντίθετο του solo. Όταν στο solo ο μουσικός ξεχωρίζει από το ακροατό, εντυπωσιάζοντας με το απρόσιτο του επιπέδου του, ή καταθέτοντας το καλλιτεχνικό του είναι χαμένος στην μονοφωνία της δικής του οργιαστικής έκφρασης, στο breakdown γινόμαστε όλοι ένα τσούρμο και ο χτύπος της καρδιάς ενώνεται με αυτόν του διπλανού και του απέναντι.
Όχι, μην ανησυχείς δεν απορρίπτω τα κλασικά φίλτρα της ιστορικής τραγουδοποιίας του rock, πόσο μάλλον του metal που είναι και το βασικό είδος μου, απλά κάπως επιχειρώ να σκιαγραφήσω τη θέση και το χαρακτήρα που δίνει αυτό το ιδιαίτερο μέρος στη ροή του κομματιού, στον μεγάλο καμβά της σκληρής μουσικής, με την πολυ-συνθετικότητα μα και τις αντιθέσεις της.
Αν κάποιο πάει πίσω στις ρίζες αυτού του ηχητικού σκαρφίσματος δεν πιστεύω να ξαφνιαστεί και πολύ που, αργά ή γρήγορα, θα φτάσει να εξερευνά το τοπίο του hardcore punk των 80s. Με έδρα τη Νέα Υόρκη, αλλά απλωμένες αναφορές σε διάφορες πόλεις της Αμερικής, γέμιζε τις underground σκηνές με ορμή, μουσική και πολιτική αμεσότητα και ενέργεια που δύσκολα έβρισκες αλλού. Κάπου εκεί λοιπόν η αναζήτηση θα πέσει πάνω στους Bad Brains και το ομώνυμο άλμπουμ τους, του 1981. Όταν η afro-punk μπάντα από την Ουάσιγκτον δεν εστίαζε στη ρέγκε πτυχή των επιρροών της, έσπαγε κομμάτια από το πουθενά κατεβάζοντας ρυθμούς και βάζοντας με ιδιοφυή τρόπο στο κέντρο τους το groove και τα βασικά τους δομικά υλικά. Τα "Banned In D.C.", "Supertouch/Shitfit" και "Right Brigade" έβαλαν τα θεμέλια του breakdown στο hardcore

Τα επόμενα χρόνια του πρώτου μισού της δεκαετίας ξεπηδούν από τα υπόγεια της Νέας Υόρκης οι Agnostic Front, της Καλιφόρνιας οι Uniform Choice, οι Minor Threat στην πρωτεύουσα και λίγο αργότερα οι Cro-Mags και οι Youth Of Today.
«Έμενα στο στούντιο των Bad Brains, ο Harley ήταν εκεί, στην κιθάρα ήταν ο Dave Stein, ενώ στα ντραμς ο Dave Hahn, ο μάνατζερ των Bad Brains. Αυτοί ήταν οι αρχικοί Cro-Mags»
-John Joseph, Cro-Mags
Όλοι αυτοί χρησιμοποιούσαν το απότομο κατέβασμα του tempo στη ροή των κομματιών τους για να γίνουν ένα κουβάρι με τον, διψασμένο για κοινωνικότητα στην έκφραση, κόσμο. Όμως στην ουσία τα riff στα οποία περνούσαν ήταν πανκάδικα two-steps που, όσο γαμάτα κι αν ακούγονταν, δεν είχαν πάρει ακόμα την ολοκληρωμένη μορφή του breakdown. Μέχρι το σωτήριο έτος 1986 και το τελευταίο κομμάτι του τρίτου άλμπουμ των Slayer.
«Θυμάμαι όταν μου ήρθε, σκέφτηκα αυτό είναι αρκετά καλό και αμέσως άρπαξα το κασετοφωνάκι μου να το ηχογραφήσω για να μην το ξεχάσω. Νομίζω ότι η επιτυχία οφείλεται στην απλότητά του. Κολλάει στο μυαλό, εντυπώνεται στον εγκέφαλο, το τραγουδάς μέσα σου όλη μέρα και η μόνη θεραπεία έρχεται όταν ξαναπαίξεις το τραγούδι»
-Jeff Hanneman, για το "Raining Blood"
Πρώτα απ' όλα, για να είμαστε δίκαιοι οι Megadeth είχαν κυκλοφορήσει ένα μήνα πριν το "Peace Sells" αλλά η αλλαγή στο "Wake Up Dead" είναι πιο κοντά σε αυτά τα punk riff που περιγράφαμε και πριν. Στο "Raining Blood" όμως δεν ήταν έτσι. Σε εκείνα τα σαράντα δευτερόλεπτα το breakdown έγινε αυτό που όφειλε να είναι. Μια καθηλωτική γέφυρα που ένωνε τον Araya και τον Hanneman με τους μαυροφορεμένους, ετοιμοπόλεμους μεταλλάδες στο κέντρο του pit. Αυτό μάλιστα σιγά σιγά ανατροφοδότησε την ίδια την πορεία του hardcore, κυρίως προς το τέλος της δεκαετίας. Οι Gorilla Biscuits, κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους όπου σχεδόν κάθε κομμάτι περιέχει κι ένα breakdown - φυσικά πανκάδικο, πάνκηδες ήταν αφού - το ίδιο περίπου και οι Bold στο "Speak Out".
Η αυγή των 90s καθιέρωσε αυτό το, ακραία πορωτικό, συνθετικό εργαλείο στη metal, στο hardcore αλλά και στο νεογέννητο τότε ήχο του metalcore. Από τη μία οι Pantera παράγουν το κατεδαφιστικό "Domination", από την άλλη οι Sick Of It All το "Bullshit Justice" δείχνοντας τι έρχεται, ενώ οι Integrity με το ομώνυμο κομμάτι του πρώτου τους δίσκου στήνουν τα θεμέλια μιας νέας σκηνής. Δεν είναι υπερβολή νομίζω να πούμε ότι με έναν περίεργο τρόπο οι δυο σκηνές, που ως τότε συμβάδιζαν μόνο ως φιλοξενούμενες στο χώρο του crossover, βρήκαν πεδίο συνεννόησης και συμπόρευσης, στα χέρια των απογόνων των Integrity, μέσω αυτού το μαγικά ενωτικού καμώματος του σκληρού ήχου, που εν τέλει σπάζοντας… δημιουργεί.

Η πορεία μέχρι τα μισά της δεκαετίας έφερε πολλά μεγάλα breakdown που έγραψαν ιστορία. Το "This Love" των Pantera, το "Davidian" των Machine Head, "Dead Embryonic Cells", "Propaganda", "Roots Bloody Roots", το "The Saddest Day" των τεράστιων Converge, "New York City" από Madball (τώρα που το είπαμε αυτό, ο τρόπος που κάνει fade out το "It's Time" από τον ίδιο δίσκο κόβοντας όλη την πόρωση από την αλλαγή είναι ισοδύναμο εγκλήματος), τα "All I Had (I Gave)", "Fixation" ή "Self Inflicted" των Crowbar και με κάποιον τρόπο πρέπει να διαλέξω ένα από το "Forever War" των Kickback, ή και όχι - εγώ γράφω το άρθρο, θα γλιτώσω τον εαυτό μου από τέτοια, χωρίς λόγο, διλήμματα.
Μέσα σε αυτό το διάστημα κυκλοφορεί και το EP "Firestorm" των Earth Crisis. Πέρα πάσης αμφιβολίας πλέον, έχουμε metalcore. Από breakdown τί γίνεται; Γεμάτο! Σε σημείο μάλιστα που κάποια αναπτύσσονται μέσα σε άλλα παίρνοντας τελικά τον έλεγχο και οδηγώντας την πορεία του κομματιού. Αν πρέπει να βρούμε μια κυκλοφορία που όρισε τον τρόπο που θα μπαίνουν τα σπασίματα στο core, τα επόμενα πολλά χρόνια, είναι αυτή.
«Το να συνδυάζεις στοιχεία του metal και του hardcore, ήταν κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ πριν στο βαθμό που το κάναμε εμείς»
-Karl Buechner, Earth Crisis
Από την πλευρά του death metal μπορεί οι Cannibal Corpse να άφησαν στην ιστορία το "Hammer Smashed Face", αλλά οι Suffocation έγραψαν το βιβλίο, αρχικά με το "Liege Of Inveracity" και στη συνέχεια με το ομώνυμο κομμάτι του "Pierced From Within", που ξεκαθαρίζει ότι όλο αυτό μπορεί να γίνει και πολύ πολύ πιο βαριά. Φυσικά δεν παίζει να μείνει έξω από την κουβέντα αυτή το "Flesh And The Power It Holds" των Death, στο οποίο γίνεται πόλεμος για το που βρίσκεται το καλύτερό του breakdown. Γενικά ο σπόρος αυτός φυτεύτηκε πολύ καλά στην ακραία σκηνή της Αμερικής δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για την επόμενη μέρα στα τέλη της δεκαετίας.
Τώρα θα ήταν απαράδεκτο να μιλαμε για το breakdown στα 90s και να μη σταθούμε στους Hatebreed. Δεν ξέρω την άποψή σου για την μπάντα, αλλά είναι εντελώς άδικο να μην εκτιμηθούν για τη συνεισφορά τους στην καθιέρωση του metalcore ρεύματος. "Empty Promises", "Puritan", "Smash Your Enemies", "Under The Knife" δεν αφήνουν περιθώρια για διχογνωμίες. Ήξεραν πραγματικά καλά τη δύναμη ενός σωστά τοποθετημένου breakdown και την εκμεταλλεύτηκαν απόλυτα. Και μιλάμε μόνο για τις τους πρώτες κυκλοφορίες όσο έτρεχαν τα 90s ακόμα.

Όλα αυτά λοιπόν σταδιακά μας έφεραν στους κύριους εκφραστές των σύγχρονων breakdown κάπου εκεί στα 00s. Το metalcore και το deathcore. Θα αφήσω πολύ συνειδητά, με κάθετο τρόπο και κατ’ επιλογήν, στην άκρη διαχωρισμούς ανάμεσα στα διάφορα metalcore, πιο hardcore ή melodic, πάνκινα ή εμπορικά και λοιπές περίπου μπούρδες. Νομίζω ότι τούτη η συνήθεια ταιριάζει περισσότερο σε ελιτίστικες φωνές από το παρελθόν, οριακά υπεροπτικές θα έλεγα, που επιλέγουν να διαχωρίσουν το χώρο βάζοντας ταμπέλες ποιότητας στα ρεύματα που ακούν οι ίδιοι αφορίζοντας ως κακή ή εμπορική τη μουσική που επιλέγουν άλλοι. Αν και ηχητικά βρίσκω σίγουρα διαφορές ανάμεσα στους Converge και τους Killswitch Engage, θα σταματήσω να τους ξεχωρίζω γιατί τελικά δε βοηθάει πουθενά. Άλλωστε τα μεταξύ τους σύνορα, αν και όπως υπήρχαν κάποτε, έχουν πέσει πλέον για τα καλά. Θες παράδειγμα; Βάλε κάπου τους Knocked Loose. Χα!
«Δεν νομίζω ότι σημερα τηρούνται τα όρια των σκηνών τόσο αυστηρά όσο παλιά. Νομίζω πως τα παιδιά της γενιάς που είναι μετά από εμένα, και ασχολούνται επίσης με τη hardcore σκηνή, είναι πολύ ενδιαφέροντα να τα βλέπεις. Νιώθω ότι η δική μου γενιά είχε να κάνει κυρίως με το να είναι hater. Ήσουν είτε cool, είτε όχι cool. Ήταν ξενέρωτο να σου αρέσει οτιδήποτε διαφορετικό»
-Bryan Garris, Knocked Loose
Η ιστορία γράφει συνεχώς καινούργιες σελίδες στην εξέλιξη του breakdown. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, τουλάχιστον, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σκληρής μουσικής. Έχει αυτή τη μαγική ικανότητα να κάνει ένα τραγούδι δυο φορές πιο γαμάτο, αλλά μπορεί το ίδιο εύκολα (ή και περισσότερο) να ακουστεί τετριμμένο, κλισέ ή ανούσια τοποθετημένο. Νομίζω ότι σήμερα έχει καταλήξει να είναι από τα σημαντικά κριτήρια για την αξία ενός δίσκου το πώς το επιλέγει, αν το επιλεγεί και πότε καταφύγει σε αυτό. Είναι πλέον δηλαδή, εκτός από πορωτικό, και ξεκάθαρα αμφιλεγόμενο.
Στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα πιάσουμε τη σύγχρονη εκδοχή του breakdown στη σκληρή μουσική, εστιάζοντας κάπως στις κορυφώσεις του που διαμόρφωσαν το σήμερα ή πιστεύουμε τέλος πάντων ότι θα διαμορφώσουν και το αύριο. Μέχρι τότε…
Looking to the skies
I can see the ashes falling
Looking to the skies
I can see it all coming down
I can never give up
I can never give up my flight’s right
I can never give out
I can never give out because mine is right
My fight is truth
