Mastodon

Marrow Deep

Loma Vista (2026)
Ο Θάνατος έρχεται κουβαλώντας Δρεπάνι και Γαλήνη
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Έμειναν οι τρεις τους πάνω απ’ το αδράχτι. Πρώτη μίλησε η Κλωθώ, γνέθοντας το νήμα:

Η πορεία του ένατου δίσκου του ένατου δίσκου των Mastodon ήταν περίπλοκη. Το συγκρότημα ασχολείται με το θάνατο σχεδόν ασταμάτητα απ’ την πρώτη φορά που το έκανε, με το "Crack The Skye" (2009), όμως πρώτη φορά χρειάστηκε να μιλήσει για την απώλεια μέσα στην βασική του σύνθεση. Η τετράδα απ’ την Ατλάντα απέλυσε τον Brent Hinds ύστερα από χρόνια ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς, και μετά έχασε κάθε ευκαιρία επούλωσης της σχέσης τους μαζί του. Όσο πικρό κι αν ήταν αυτό το ποτήρι, όμως, ίσως δεν είναι το πιο δύσκολο που τους δόθηκε να πιουν. Αν τα βλέμματα και η κούραση που έβγαζαν στο "The Mastodon In The Room" δεν ήταν ενδεικτικά, τότε στίχοι όπως "Your failures are not my fault, all hail the weakest link" και "I can move mountains now that you're gone, I can see colors I've never known" να πείσουν. Κι αν ούτε αυτά, τότε η αναζωογονημένη παρουσία κι ο ενθουσιασμός τους στις συνεντεύξεις για την νέα τους σύσταση να συνηγορήσουν πως, μέσα σ’ όλη αυτήν την τραγωδία, οι εναπομείναντες τρεις αισθάνονται να έχει φύγει ένα μεγάλο βάρος από πάνω τους.

Δεύτερη μίλησε η Λάχεσις, πλέκοντας τα γεγονότα:

Το "Marrow Deep" φτάνει το μαχαίρι στο κόκαλο, κι από μέσα αναβλύζει η πεμπτουσία του συγκροτήματος. Απ’ τις πιο επιθετικές και sludge μέρες του "Leviathan" (2004) και του "Blood Mountain" (2006), ως τον απόλυτο εναγκαλισμό με την progressive rock των ‘70s και τα ψυχεδελικά παιχνίδια που έκαναν ήδη απ’ το "Once More Round the Sun" (2014), τα πάντα ξεχειλίζουν στο δίσκο. Με την υποδοχή του Nick Johnston στις lead κιθάρες και του João Nogueira στα πλήκτρα ως μόνιμο μέλος, το συγκρότημα εξοκείλει στις όχθες πιο τζαμαριστών ακτών, ενώ αναβιώνουν χωρίς μιμητισμούς (βλ. chicken picking) το πνεύμα του Hinds, όπως λ.χ. στο solo του "Out Like A Lamb", που ο Johnston παίζει κάτι βγαλμένο απευθείας απ’ το "Hushed And Grim" (2021).

Τεχνικά, ο δίσκος βρίσκεται στο ίδιο υψηλό επίπεδο που έχουμε μάθει να περιμένουμε. Ο Bill Kelliher, επιβεβαιωμένα ένας απ’ τους σπουδαιότερους και πιο πληθωρικούς riff masters της γενιάς του, κάνει ξανά τα μαγικά του στην εξάχορδη, όπως στο μανιακό riff στο δεύτερο μισό του "Barbarians Blood", το γρονθοκόπημα του "Golden Spires" ή όλο το "Vampire’s Demeanor", που φέρνει έναν αέρα γεμάτο θαλασσινή αλμύρα απ’ το "Blood and Thunder". Το drumming του Brann Dailor δίνει περισσότερα fills σ’ ένα κομμάτι απ’ όσα έχουν ολόκληροι δίσκοι άλλων συγκροτημάτων, ενώ ο Troy Sanders παραμένει διακριτικός στις μπασογραμμές του, μα αληθινό τέρας στα φωνητικά.

Μικρές λεπτομέρειες μεταμορφώνουν το δίσκο από πολύ καλό σε εξαιρετικό, όπως η μίξη "Planet Caravan" (λόγω φωνητικών) / "Welcome to the Machine" (λόγω πλήκτρων) στο "The Vanishing", το ταξιδιάρικο "Moth and Bone" που ανοίγει την πόρτα στα "The Hunter" και "The Sparrow", ή το τζαμάρισμα του "The Three Fates", που ακούγεται σαν συνέχεια του "Holy Drinker" του Steven Wilson. Έχει τόσο ψωμί ο δίσκος, που μπορούμε να μιλάμε για ώρες για κάθε μικρή του λεπτομέρεια, με διάφορους εκλεκτούς guests να κάνουν την αναζήτηση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Στις αμέτρητες στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, οι Mastodon εκφράζουν όλη την εσωτερική αντίφαση του να χάνεις έναν άνθρωπο που αγαπούσες, αλλά που ένιωθες ότι δεν μπορούσες να συμβιώσεις πλέον μαζί του. Πόνος και λύτρωση συνυπάρχουν στους στίχους, ένα τεράστιο «θα μου λείψεις» πλάι στο «δεν άντεχα άλλο». Dailor και Sanders μας δίνουν ξανά ορισμένες πανέμορφες φωνητικές μελωδίες, που καταφέρνουν και ραγίζουν την οργή και την ανελέητη φούρια της μουσικής, σαν αντικρουόμενες δυνάμεις μέσα στο ίδιο κομμάτι, όπως ακούμε στο συνταρακτικό "In The Ruins".

Τελευταία μίλησε η Άτροπος, μετρώντας πόντο πόντο την αντοχή της κλωστής με το ψαλίδι της:

Οι Mastodon είναι τεράστιο όνομα πια, και κάθε δίσκος τους αποτελεί γεγονός για την metal κοινότητα, ώστε εχθροί, φίλοι, και αδιάφοροι εντελώς να μην μπορούν να ξεφύγουν απ’ το δημόσιο διάλογο για το άλμπουμ τους. Καθετί, όμως, έχει ένα περιορισμό, και δεν θα μπορούσε να ισχύει διαφορετικά ούτε για τον τελευταίο τους δίσκο. Το "Marrow Deep" είναι φανταστικό, όμως τώρα που καταλάγιασε κάπως η πρώτη σκόνη, μπορούμε να παραδεχτούμε ότι έχει κάποιες ελλείψεις. Ο "Dirty B. Hinds" δεν ήταν αναντικατάστατος, ήταν όμως ξεχωριστός. Όσο άθλια κι αν ήταν τα φωνητικά του στις ζωντανές εμφανίσεις, σε βαθμό meme, άλλο τόσο ξεχώριζαν στο στούντιο, με την ένρινη μελαγχολία του να λείπει από ένα δίσκο Mastodon. Κι αν ακόμη έκανε check out απ’ το συγκρότημα ήδη εδώ και χρόνια, το αποτύπωμά του έμενε ανεξίτηλο όπου το άφηνε, ακόμη κι αν ήταν μόνο ένα solo ή μία μικρή συνεισφορά στη σύνθεση.

Έπειτα, χωρίς το δεύτερο μισό, θα μιλούσαμε για ένα απλά αξιοπρεπές άλμπουμ, με κομμάτια ωραία μα δίχως εκπλήξεις, ενώ ούτε ο Kurt Balou στην παραγωγή δεν απέτρεψε την καλή σχέση που έχουν όλα τα μεγάλα συγκροτήματα με την περιττή πληροφορία: τα μισά intro των κομματιών θα μπορούσαν να λείπουν χωρίς να θυσιάζεται τίποτα, με πρώτο και κύριο το - cool μεν, αχρείαστο δε - μπάσο του Geezer Buttler στο "The Vanishing". Μία πιο μεστή προσέγγιση στη σύνθεση, όχι μόνο δεν θα απέκρυπτε την έμπνευση, αλλά θα άφηνε να αναδειχθούν τα αρώματά της. Μαζί με κάποιες λιγότερο εμπνευσμένες στιγμές, ο δίσκος θα ήταν ασυζητητί ένα έργο απαράμιλλης ομορφιάς, ενώ τώρα είναι ένα άλμπουμ που θα χαρακτηρίσει την χρονιά του, όμως δεν θα την ξεπεράσει με την ίδια ευκολία των προκατόχων του - Τσακ.

Η κομμένη κλωστή πέφτει στο έδαφος.

Ό,τι έγινε, έγινε.

Bandcamp

Check Also: "A Buyer’s Guide": Mastodon

  • SHARE
  • TWEET