Όταν κόπασε η καταιγίδα
Η κληρονομιά του πιο αμφιλεγόμενου άλμπουμ των Flotsam & Jetsam
Έπειτα από μια περίοδο που υπήρξε αρκετά ήσυχη μουσικά, για λόγους που ξεπερνούν τους αμιγώς μουσικούς, τις τελευταίες ημέρες ξαναβρίσκω την όρεξη για ακροάσεις και συζητήσεις, είτε αυτές αφορούν νέες κυκλοφορίες, είτε παλαιότερους δίσκους. Σε μια πρόσφατη εξόρμηση, λοιπόν, για βινύλιο-αγορές, πέτυχα στις προσφορές γνωστού μαγαζιού των Εξαρχείων, το τρίτο άλμπουμ των Flotsam & Jetsam και, αγοράζοντας το, αποφάσισα να του δώσω μια ακόμη ευκαιρία, αρκετά χρόνια μετά την τελευταία ακρόαση που του είχα αφιερώσει.
Άλλωστε, η ίδια η περίπτωση των Αμερικάνων thrashers αποτελεί μια ιστορία προσδοκιών που δεν εκπληρώθηκαν ποτέ πλήρως, αντιφάσεων και υποτίμησης των δισκογραφικών τους πεπραγμένων υπό το βάρος της σκιάς των αριστουργηματικών δύο πρώτων άλμπουμ τους. Η μπάντα που έδωσε τον Jason Newsted στους Metallica και, αντίστοιχα, στερήθηκε του ταλέντου και των δυνατοτήτων του, φαινόταν ως και το "No Place For Disgrace" πως θα αποτελέσει ένα από τα νέα μεγάλα ονόματα του ήχου.
Η ιστορία είχε διαφορετική έκβαση, τελικά, με την αποκαθήλωση των προσδοκιών να συμβαίνει ήδη με τον κυκλοφορία του "When The Storm Comes Down", το οποίο αξιολογήθηκε ως μια απογοητευτική δισκογραφική συνέχεια την εποχή που κυκλοφόρησε – μια φήμη που το ακολουθεί ακόμη, 36 χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Είναι, όμως, όντως έτσι τα πράγματα για τον πιο αμφιλεγόμενο δίσκο των Αμερικανών;
Το 1990 ήταν μια περίεργη χρονιά για το thrash metal. Ακόμη κυκλοφορούσαν σπουδαίοι αμιγώς thrash δίσκοι, αλλά υπήρξε και μια τάση ανανέωσης, με όπλα το groove, τα πιο τεχνικά στοιχεία, το funk που έκανε δειλά – δειλά την εμφάνιση του στο σκληρό ήχο και το κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο. Οι Flots έκαναν ακριβώς αυτό, εξελισσόμενοι δημιουργικά κι επιχειρώντας να πάνε στο επόμενο επίπεδο, και συνθετικά κι εμπορικά, κατάφεραν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα.

Με το άλμπουμ να ρίχνει τις ταχύτητες αισθητά, να γκρουβάρει πολύ περισσότερο και να εκμεταλλεύεται το φωνητικό εύρος του εξαιρετικού Eric A.K. με ποικίλους ερμηνευτικούς τρόπους, είναι δεδομένο πως θα αντιμετωπιζόταν διαφορετικά αν κυκλοφορούσε μια διαφορετική περίοδο από εκείνη που συνέβη. Το funk μπάσο του "No More Fun", η κοινωνικοπολιτική κριτική του "Suffer The Masses", η γέφυρα των παλιών στους νέους Flots με το εναρκτήριο "The Master Sleeps" και το "6, Six, VI"· το άλμπουμ ρισκάρει και στέκει απόλυτα απελευθερωμένο δημιουργικά και, τελικά, αυτό είναι το μεγαλύτερο «ανάθεμα» του.
Μπορεί το εξώφυλλο να μην είναι ακριβώς πειστικό και η παραγωγή του Alex Perialas να χρειαζόταν περισσότερη ένταση, αλλά αυτά κρίνονται εκ των υστέρων και γνωρίζοντας πόσο «άπατο» πήγε το άλμπουμ στο παρόν της κυκλοφορίας του – και πόσο δεν στηρίχθηκαν κατόπιν από την MCA. Συνθετικά το άλμπουμ έχει ιδέες, διαθέτει δημιουργική φλόγα και συνειδητή διεύρυνση των ηχητικών ορίων της μπάντας, σε σημείο να μπορεί να κριθεί αντικειμενικά ως ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα.
Αλίμονο, δεν θα ισχυριστώ ότι το άλμπουμ είναι αριστούργημα, κάθε άλλο. Σίγουρα είναι άνισο και υπολείπεται των δίσκων που διαδέχθηκε, αλλά σε εκείνη την εποχή απολυτότητας απόψεων, δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός πως το "When The Storm Comes Down" υπήρξε, στην πραγματικότητα, ένας μεταβατικός δίσκος που τόλμησε να είναι διαφορετικός. Κρινόμενος με αυτά που βρίσκονται πίσω του, ναι, υστερεί. Αλλά, χρόνια αργότερα και με αυτό το βάρος των συγκρίσεων να απουσιάζει πλέον, μπορεί να αναδείξει την πραγματική του αξία, δίνοντας μας τη δυνατότητα να αντιληφθούμε αυτό που είχε κατά νου η μπάντα.
Πάνω από 35 χρόνια αργότερα, αυτή είναι η κληρονομιά του άλμπουμ. Κοινώς, η επαναπροσέγγιση του με καθαρό μυαλό, δίχως τις προσδοκίες να ακούσουμε κάτι συγκεκριμένο. Γιατί όταν η καταιγίδα πέρασε, αυτό που άφησε πίσω της δεν ήταν τα συντρίμμια μιας αποτυχημένης μπάντας, αλλά ενός σχήματος που δεν δίστασε να πειραματιστεί τη στιγμή που το ένιωσε, ακόμη και αν το περιρρέον timing ήταν το χειρότερο δυνατό.
