Από την πιο συγκινητική μελωδία έως τον πιο ενοχλητικό θόρυβο, πιστεύει βαθύτατα στην θεραπευτική ιδιότητα της μουσικής ως βιωμένη εμπειρία. Έχει αφιερώσει όλο τον ελεύθερο της χρόνο στο να ανακαλύπτει...
Chat Pile
Who Loves The Sun
Το τρομακτικό με αυτό τον κόσμο δεν είναι το τέλος του, μα να μείνουμε κολλημένοι στην τωρινή του κατάσταση
Οι δίσκοι που προκαλούν σωματοποιημένη δυσφορία και μόνο στην όψη του εξωφύλλου τους, είναι μετρημένοι και ανάγονται σε μικρά νούμερα. Δεν μιλάω για γκροτέσκο death metal ούτε και για προκλητικό porno-grind εδώ. Μιλάω για εικόνες που θέλουν να σε κάνουν να γδάρεις το δέρμα σου με τα ίδια σου τα δάχτυλα γιατί από μόνο του ζητά να ξεκολλήσει. Για εικόνες όπως το "Loved" των Ken Mode και το "When The Kite String Pops" των Acid Bath αν γνωρίζεις την ιστορία του. Ο ορίζοντας του "Who Loves The Sun" υπόσχεται την αίγλη, μα εστιάζοντας στον περίγυρο η πραγματικότητα είναι η φτώχεια και η αστεγία. Μια πόλη που τρέχει με δύο ταχύτητες, απλά αυτές είναι η πρώτη και η έκτη, οι ενδιάμεσες έχουν εξαφανιστεί χωρίς ελπίδα επιστροφής.
Ο νέος δίσκος των Chat Pile αποτελεί οπτικά το ξεβόλεμά σου. Δημιουργεί σκέψεις και μόνο που υπάρχει χωρίς καν να ακουστεί. Μετά από ένα αψεγάδιαστο σερί κυκλοφοριών με τα "God’s Country" και "Cool World" αλλά και την απρόσμενη συνεργασία τους με τον Hayden Pedigo, μια συνέντευξη και μερικές συναυλίες στο περσινό Roadburn Festival και το φετινό Arctangent Festival, τη σχέση της γράφουσας τη χαρακτηρίζεις εύκολα προϋπάρχουσα, αν όχι κάτι περισσότερο. Σίγουρα όμως όχι προκατειλημμένη. Η μαγεία των Chat Pile, είναι πως αποδεικνύουν με κάθε τους κίνηση πως δεν σε αφήνουν να περιμένεις την επόμενή τους κίνηση. Τουλάχιστον μουσικά, γιατί οι απόψεις τους παραμένουν σταθερές σαν βράχος. Συμβαίνει μια γενοκτονία, άνθρωποι πεινάνε, άνθρωποι πεθαίνουν, η εξαθλίωση κυριαρχεί, εμείς που στεκόμαστε και τι κάνουμε για όλα αυτά;
Το "Deep Blue" προϋπάντησε το νέο πόνημα των Chat Pile και διέγραψε μια σαφή σύνδεση με το παρελθόν. Οι μελωδίες, το noise rock, τα δαιμονισμένα φωνητικά, είναι όλα πίσω εκεί που ανήκουν, αυτή τη φορά όμως η πρότερη οργή τους αντικαθίσταται από μία ακατανίκητη ηττοπάθεια. Ο καπιταλισμός κερδίζει. Η παύση λίγο πριν το στίχο "Break my face and call me your friend" πονάει. Ακολουθεί το τρίτο κατά σειρά single αμέσως μετά στην κανονική tracklist, "Same Rules", που κατασπαράσσει την κοινωνική απομόνωση και ρίχνει τις ταχύτητες άφοβα. Επόμενο το επίσης single, "Pen Is Small", το οποίο δοκιμάζει στον τίτλο ένα αισχρό λογοπαίγνιο, οι στίχοι του όμως μαρτυρούν την εντυπωσιακή πρόοδο του Raygun στη στιχουργία. Μέσα σε ένα χαοτικό ειρωνικό χρονικό για τις εργασιακές συνήθειες ανθρώπων που τους κατάπιε το σύστημα, πετάγεται ένα
"This was mine but the world is full of hallowed halls of degradation
Hard to think but your whole life can pass, as a series of acts of subordination"
Και σε αφήνει να το σκέφτεσαι φωναχτά. Συμπαγώς με την στιχουργική πρόοδο έρχεται και η μουσική, αφού βλέπουμε για πρώτη φορά στον ήχο των Chat Pile να υπάρχει ένα πέρασμα από πιο μέταλ οδούς με κάποια χαρακτηριστικά, αργά death metal riffs προς το τέλος του. Λίγο νωρίτερα, ανοίγει το δίσκο το "Creature" ακολουθώντας κι αυτό τα λίγο πολύ γνωστά ως τώρα tropes των Chat Pile, με το μπάσο του όμως να ανασθαίνει νεκρούς.
Η πεπατημένη όμως σταματά κάπου εδώ. Στα slums του "Who Loves The Sun" δεν υπάρχει στρωμένος δρόμος και πρέπει να περιηγηθείς μόνος σου μέσα στον απόλυτο κίνδυνο. Εκεί που περιμένεις τον τρίτο δίσκο που θα συνεχίσει όλα όσα γνώριζες για τους Chat Pile, το "Who Loves The Sun" πειραματίζεται, αναρωτιέται και δεν μένει ψύχραιμο μπροστά στη θηριωδία. Γεμάτο ιστορίες κλισέ αστικών επικίνδυνων ανθρώπων χωρίς πρόσωπο, το άλμπουμ γράφει φαντασία ενώ ταυτόχρονα ειρωνεύεται. Το "Intruder" αποτελεί μια πρώτη σπουδή σε funk rock ήχους, συνδυάζοντας το με ένα indie rock ρεφρέν με τη συμμετοχή των Claire Hannah and Brittany Sawtelle του συγκροτήματος Nightosphere (καρδούλες για την αναφορά στην «κόλαση» του "Adventure Time"), ενώ μιλά για μια ιστορία που η προσωπική μου ανάγνωση διακρίνει τους καταληψίες σε σπίτια που κατοικούνται. Ξέρετε, αυτές τις ιστορίες τρόμου που στην Αμερική συνειδητοποιούν ότι κάποιος άλλος ζούσε στο πατάρι τους για χρόνια, ή στη μεσοτοιχία, ή στην Κορέα τους κάνουν επιτυχημένες ταινίες τρόμου που έρχονται και «κλέβουν» τα Αμερικάνικα βραβεία κινηματογράφου (σιωπηλή αναφορά στο "Parasite" και τα well deserved Όσκαρ του).
Θα μείνω στις ιστορίες, μιας που αργότερα, στο "Family Funeral" συναντάμε, πάλι με προσωπική ανάγνωση, έναν λευκό γάμο που στράβωσε, ένα διαζύγιο, κι έναν παρατημένο άνθρωπο στο έλεος του immigration status του να αποτρελαίνεται και να σκορπά το χαμό παρασέρνοντας αγάπη, νέους συντρόφους και παιδιά. Ο μονόλογος του Raygun που άμεσα μετατρέπεται σε διάλογο με το μπάσο του Stin, δημιουργεί απτό άγχος. Μέχρι που κορυφώνεται στους πιο αποκρουστικούς μα ταυτόχρονα πιο καλογραμμένους στίχους της χρονιάς:
"And so I sent our sons to your new bride with poisoned gown and coronet
She wore them to her father’s room and everything they touched preceded death
And though you’ve come to save your sons the blood on this knife should reveal my pain
Chariot of the sun now will take me and our dead children far away
And you will never hold them
You will never hold them again
And though it hurts me
I needed to hurt you"
Το παιχνίδι με την "art" πλευρά της μουσικής κερδίζεται. Οι Chat Pile είναι γνωστοί σινεφίλ. Στο "Who Loves The Sun" καταφέρνουν αυτό που ίσως δεν ήξεραν ότι προσπαθούσαν: να σκηνοθετήσουν ταινίες μόνο με νότες και λόγια. Μήπως τελικά η νέα εποχή του σινεμά είναι να μην έχει καν εικόνα;
Η τριλογία των "Shrine", "Christabell ‘26" και "Influence" χτίζει το δικό της αφήγημα, πιστή στην ως τώρα κινηματογραφική αφήγηση. Το βήμα και ο ρυθμός είναι πολύ αργά πλέον. Δεν υπάρχει δράση, μα αντίδραση. Μια αρνητική επιρροή από όλες τις μορφές καταπίεσης στο στιχουργικό επίπεδο βαραίνει το στήθος. Και το "Shrine" έρχεται να μας μιλήσει για τη μνήμη και το πένθος ως όπλο για το μέλλον. Ό,τι δεν ξεχνιέται, διδάσκει, και η μνήμη προσωπική ή συλλογική, δίνει στα πράγματα και στην ύπαρξη σημασία. Η off-tune κιθάρα του "Christabell" και το αργό sludge βήμα του εκθέτει την κατάσταση καθημερινής ανθρωποφαγίας. Σαν μνήμη από τις διδαχές της κιθάρας του Pendigo, το "October All The Time" κλείνει το δίσκο κι ενώ μοιάζει να προτάσσει την αισιοδοξία, στην πραγματικότητα προσπαθεί να την καλέσει γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να ελπίσει σε αυτή ως πιθανή κατάσταση. Μέσα στην απόλυτη απελπισία του σύγχρονου κοινωνικού γίγνεσθαι, το υποκείμενο μένει χωρίς μέσα, κι απλά παρακαλά, χρησιμοποιώντας κατάφαση - θα είναι όλα ήρεμα, σαν τον Οκτώβρη, ναι, θα είναι, δεν υπάρχει άλλη περίπτωση, το ξέρω, χωρίς στοιχεία, η σιγουριά μου είναι η λεκτική μου επανάληψη. Τρομακτικό ξέσπασμα για πέντε δευτερόλεπτα. Και μετά γαλήνη… ως πότε;
Οι Chat Pile δεν είναι ευχάριστοι. Το "Who Loves The Sun" είναι δυσάρεστο. Και οι δυο τους δεν επεδίωξαν ποτέ την πρόκληση θετικών συναισθημάτων. Αγκάλιασαν όμως την αλήθεια. Μια αλήθεια που διοχετεύει όλη τη σκατίλα του σήμερα από τη μια για να εκφραστεί από τα μέσα τους, και σε δεύτερο επίπεδο ως μια καλλιτεχνική ιστοριογραφία, ώστε να μην ξεχαστεί. Μια αλήθεια που τους επιτρέπει στον ελεύθερο χρόνο τους να είναι μια παρέα που βλέπει ταινίες ενώ επιτρέπουν στους εαυτούς τους να αφήσουν για λίγο στην άκρη την καπιταλιστική θηριωδία και να θυμηθούν για λίγο να είναι άνθρωποι. Σε κάθε τους νέο σκοτάδι, οι Chat Pile είναι ένα μεγάλο βήμα μπροστά. Το "Who Loves The Sun" είναι ο πιο δύσκολος δίσκος τους μέχρι σήμερα κι αυτό από μόνο του αποτελεί κατόρθωμα. Τους δίνει το 3/3 και την αμέριστη αγάπη μας.
