Karnivool

In Verses

Cymatic (2025)
Από τον Αντώνη Καλαμούτσο, 16/01/2026
Η μεγάλη επιστροφή των Karnivool αποδεικνύεται συγκλονιστική
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Καθώς προχωράμε μέσα στον χρόνο και η μουσική παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται, όλο και περισσότερες μπάντες επιστρέφουν μετά από πολύ μεγάλα διαστήματα δισκογραφικής απουσίας. Για τους Αυστραλούς Karnivool πέρασαν ήδη 13 χρόνια από το πολύ καλό "Asymmetry" και η επιστροφή τους χαρακτηρίζεται ως πολυαναμενόμενη. Πόση ουσία έχουν όμως συνήθως οι "πολυαναμενόμενες" επιστροφές, πέραν της νοσταλγίας ή της ευχαρίστησης των παλιών οπαδών; Όταν έβγαζαν το ιστορικό πλέον "Sound Awake" πίσω στο 2009, ο ήχος των Karnivool ήταν φρέσκος, σήμερα όμως είναι η alt/prog metal νόρμα. Πως μπορεί λοιπόν να σταθεί το τέταρτο τους άλμπουμ "In Verses" σε τόσο διαφορετικά συμφραζόμενα; Μήπως οι εποχές πια τους έχουν προσπεράσει;

Ευτυχώς, το άλμπουμ αυτό προσφέρεται για διαφορετικού είδους αναγνώσεις. Αυτό συμβαίνει διότι η μπάντα, ευτυχώς για όλους μας, δεν μοιάζει να έδωσε καθόλου ενέργεια στο να "αλλάξει", να "εκσυγχρονιστεί" ή να παραμείνει "επίκαιρη", παρά μόνο στο να γίνει καλύτερη. Λένε πως, κάποιες φορές, για να πας μπροστά πρέπει πρώτα να πας πίσω. Κατά ένα περίεργο τρόπο, οι Karnivool κάνουν ακριβώς αυτό: για να γίνουν καλύτεροι, ίσως έπρεπε πρώτα να βρουν τι είναι αυτό που τους κάνει μοναδικούς. Και αυτή η μοναδικότητα σίγουρα δεν βρίσκεται στις (υπερβολικά αντιληπτές) επιρροές από Tool στα "Themata" και "Sound Awake", ούτε στους πιο εκτεταμένους πειραματισμούς του "Asymmetry". Η μοναδικότητα τους βρίσκεται στο συναίσθημα, κι εκεί ακριβώς ποντάρει και εστιάζει το υλικό του "In Verses".

Για να αναδείξεις όμως το συναίσθημα, πρέπει πρώτα να τελειοποιήσεις την αρχιτεκτονική σου. Οι Karnivool μπορούν να είναι περήφανοι ότι το songwriting τους είναι πλέον άριστο, απόλυτα συμπαγές, δουλεμένο σε κάθε λεπτομέρεια. Έχω την αίσθηση πως τα τραγούδια γράφονται πρωτίστως γύρω από την φωνή και τις εκπληκτικές φωνητικές γραμμές του Ian Kenny (ο οποίος παραδίδει έναν από τα πιο μεστά φωνητικά performances των τελευταίων ετών) και στην συνέχεια προστίθενται οι ρυθμοί, τα οργανικά μέρη και οι αρμονίες. Όλα τα όργανα μοιάζουν να διανθίζουν την κεντρική ιδέα, δεν απομακρύνονται ποτέ από αυτήν κι απλώς προσθέτουν στρώματα ρυθμών και μελωδιών. Οι κιθάρες των Drew Goddard και Mark Hosking είναι υποδειγματικές σε δύναμη κι έκφραση και το rhythm section των John Stockman και Steve Judd παίρνει συχνά τον πρωταγωνιστικό ρόλο - ειδικά το μπάσο είναι η κινητήρια δύναμη για όλη την μπάντα. Καθόλου τυχαία, η παραγωγή του μόνιμου συνεργάτη Forrester Savell δεν είναι απλώς φανταστική, είναι η καλύτερη που τους έφτιαξε ποτέ.

Τα ήδη δημοσιευμένα "Aozora" και "Opal" είναι ενδεικτικά του συναισθηματικού βάθους του άλμπουμ, το πρωτο με το μεγάλο ρεφρέν και την συγκλονιστική του γέφυρα και το δεύτερο με την μελωδική του ανάπτυξη, τα έγχορδα και την ερμηνεία του Kenny. Το "In Verses" περιλαμβάνει μουσική που δεν είναι ούτε μελαγχολική, ούτε μελιστάλαχτη. Θα έλεγα πως είναι θετικά εσωτερική. Σκύβει βαθιά μέσα στις ανθρώπινες εμπειρίες, σε κοινωνικά ζητήματα και, κυρίως, στην ενόραση που φέρνει η ωρίμανση. Μόνο μέσα από αυτήν μπορείς να γευτείς την ουσία τραγουδιών όπως το (ίσως αγαπημένο μου) "Conversations". Σε πολλές στιγμές του, το άλμπουμ σε αγκιστρώνει συναισθηματικά, σε μαγνητίζει, ενίοτε σε απελευθερώνει.

Ακόμα και μουσικά όμως, οι Karnivool κινούνται πιο ελεύθερα από ποτέ. Τα δύο τραγούδια που ανοίγουν το άλμπουμ "Ghost" και "Drone" χρησιμοποιούν αρκετή από την progressive metal δυναμική τους, όπως και το "All It Takes" (η βασική μελωδία του οποίου χρωστάει πολλά στους Deftones). Πέραν αυτών όμως το άλμπουμ έχει αρκετές εκπλήξεις. Το "Animation" θα χτιστεί πάνω σε ένα groove που θυμίζει αισθητά Soundgarden. Το "Conversations" έχει ξεκάθαρη post-rock αισθητική (σε ανάπτυξη και κιθαριστικές αντηχήσεις) κι ένα ρεφρέν που φέρνει στο νου τους τεράστιους Dredg. Το "Reanimation" με την συμμετοχή του Guthrie Govan έχει αναπόφευκτα έναν rock/blues αέρα δίπλα σε ταξιδιάρικες ατμόσφαιρες. Το φινάλε του "Opal" φέρνει μια εντελώς απρόσμενη κινηματογραφικότητα, στα όρια του ηλεκτρονικού ambient.

Με όλα τα παραπάνω, βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα πως το "In Verses" συγκροτεί ένα μεγάλο ταξίδι. Παραδοξως, αυτά τα δέκα τραγούδια μέσα σε 65 λεπτά διάρκειας, δεν κουβαλούν τίποτα περιττό ή υπερβολικό. Ρέουν με την μεγαλύτερη δυνατή φυσικότητα, δεν κουράζουν ποτέ με progressive φλυαρίες, δεν ζητούν ναρκισσιστικά τον θαυμασμό σου. Σου δίνουν όλο τον χώρο να βουλιάξεις στις μελωδίες και στους υπέροχους στίχους, να αφουγκραστείς σε κάθε ακρόαση όλες τις διαφορετικές λεπτομέρειες των οργάνων και τα χρώματα τους. Είναι ένα άλμπουμ πλούσιο και γενναιόδωρο, σαν πηγάδι που μοιάζει αδύνατο να στερέψει. Μέχρι και την τελευταία νότα του αριστουργηματικού "Salva", της εκπληκτικής μπαλάντας που κλείνει το άλμπουμ μέσα σε αγνή ανάταση.

Πως στέκονται λοιπόν οι Karnivool στο σήμερα; Όπως στέκονταν πάντα, με τον αέρα της μπάντας που ανήκει στους πιο κορυφαίους εκπροσώπους του εναλλακτικού progressive rock/metal. Στο "In Verses" δεν θα βρεις αξιοσημείωτους νεωτερισμούς αλλά την πιο φρέσκια όψη του Αυστραλιανού (και όχι μόνο) progressive αυτού του αιώνα στην πιο τελειοποιημένη εκδοχή του. Μην το προσεγγίσεις πιστεύοντας πως το "Sound Awake" είναι απλησίαστο: οι Karnivool του 2026 δεν χάνουν από τους παλιούς τους εαυτούς, όπως δεν χάνουν κι από κανέναν άλλο του χώρου τους. Απολύτως κανέναν.

Όλοι όσοι αγαπάμε την μουσική - όπως κι όλοι όσοι γράφουμε για αυτήν - αναζητούμε εκείνα τα άλμπουμ που κουβαλούν μια μαγεία που είναι αδύνατο να εξηγηθεί με απλές λέξεις. Όταν την βρίσκουμε, αναρωτιόμαστε αν οι υπόλοιποι θα συμμεριστούν αυτή μας την άποψη. Προσωπικά μιλώντας, δεν βρίσκω απλώς αυτή την μαγεία στο "In Verses" αλλά έχω και την ισχυρή πεποίθηση πως λίγοι άνθρωποι θα ακούσουν αυτό το άλμπουμ χωρίς να τους αγγίξει. Η επιστροφή των Karnivool δεν εκπληρώνει νοσταλγίες: αποτελεί ένα από τα πιο όμορφα άλμπουμ που θα ακούσουμε μέσα στο 2026, με τον ορίζοντα του εντός του prog rock/metal genre να είναι ακόμα μεγαλύτερος.

Pre-order

  • SHARE
  • TWEET