Malesh
To The Cloud-Cuckoo Land of Color Wheels
Μεταξύ διασάλευσης και μαγείας: Η ηχητική κοσμογονία των Malesh
Πίσω από την ονομασία Malesh -και πέραν του όποιου υποδόριου υπαινιγμού συγγένειας με την κοσμοαντίληψη των Agitation Free- κρύβεται μία εσκεμμένα ασαφής δημιουργική οντότητα που κινείται στα όρια μουσικής ομάδας και καλλιτεχνικού project. Δραστηριοποιημένοι στην ιταλική επικράτεια και με πυρήνα δύο πολυοργανιστών συνθετών, οι δημιουργοί του προσεγγίζουν τη μουσική περισσότερο ως εργαστήριο ηχητικών μεταμορφώσεων παρά ως μέσο παραγωγής τραγουδιών με την καθιερωμένη έννοια. Η ταυτότητά τους παραμένει εν μέρει υποφωτισμένη, σχεδόν σκόπιμα, ωσάν να εξυπηρετεί την ίδια τη φύση του έργου τους: μία διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, όπου η σύνθεση χαρακτηρίζεται από μυσταγωγικό χαρακτήρα και η ενορχήστρωση ως πράξη ανασκαφής ενός μη υπαρκτού παρελθόντος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι Malesh εμφανίζονται λιγότερο ως «μπάντα» και περισσότερο ως μηχανισμός δημιουργίας ηχητικών μυθολογιών.
Δια του τρίτου στη σειρά δίσκου τους, "To The Cloud-Cuckoo Land of Color Wheels", οι Ιταλοί επιχειρούν μία εντυπωσιακή μετατόπιση από τις περισσότερο αναγνωρίσιμες συντεταγμένες της σύγχρονης neofolk προς ένα πυκνό και πολυστρωματικό ηχητικό οικοδόμημα wyrd folk, όπου η παραδοσιακή ακουστική γραφή αποδομείται συστηματικά μέσω field recordings, drones, sampled θραυσμάτων, ηλεκτρονικών παρεμβολών και μίας διάχυτης ψυχεδελοποιημένης τελετουργικής ατμόσφαιρας. Το ιταλικό σχήμα από την περιοχή της Tuscia, πλέον υπό τη στέγη της Dark Companion Records, μοιάζει λιγότερο να ενδιαφέρεται για την αναπαραγωγή μιας αυθεντικής folk παράδοσης και περισσότερο για την οικοδόμηση μιας «φαντασιακής αρχαιολογίας», ενός υπερρεαλιστικού κόσμου όπου ετρουσκικές μνήμες, φαλίσκικες σκιές, γαελικές αναφορές (Hay Bale Hymn) και εξωγενείς μυθολογίες συγχωνεύονται οργανικά. Ο ίδιος ο τίτλος του έργου, με την αριστοφανικής προέλευσης αναφορά στη Νεφελοκοκκυγία, προϊδεάζει για έναν ονειρικό και αλλόκοτο χωροχρόνο, μέσα στον οποίο πέντε ετρουσκικά πνεύματα περιπλανώνται στα ερείπια ενός εξαφανισμένου πολιτισμού, οδηγώντας τον ακροατή σε ένα ιδιότυπο ηχητικό προσκύνημα μεταξύ μύθων και ψυχεδελικής απορρύθμισης.
Η διετής διαδικασία δημιουργίας του δίσκου, βασισμένη σε found sounds, αλλεπάλληλες αποδομήσεις και ανασυνθέσεις των ίδιων των κομματιών, καθώς και σε εξαιρετικά πυκνές ενορχηστρώσεις δεκάδων οργάνων, προσδίδει στο έργο μία αυτοκαταστροφική δημιουργική λογική, ωσάν οι συνθέσεις να αποσυντίθενται διαρκώς μπροστά στον ακροατή προτού επανεμφανιστούν υπό νέα μορφή. Παρά τον πειραματικό χαρακτήρα του, ωστόσο, το ιδιαίτερο αυτό ηχογράφημα δεν εγκαταλείπει ποτέ τον πυρήνα του τραγουδιού· ενίοτε, διατηρεί, μία singer-songwriter ευαισθησία, με ακουστικές κιθάρες, μαντολίνα, ούτι, flutes, πιάνο και διττά lead vocals να λειτουργούν ως ανθρώπινος άξονας μέσα στην ηχητική αποσύνθεση. Οι συνθέσεις μοιάζουν να ξεκινούν ως folk αφηγήσεις και κατόπιν να διαλύονται σε λυσεργικά μικροτοπία, όπου baroque λεπτομέρειες, 70s prog folk απολήξεις, new age υφές, avant-folk ιδιομορφίες και ηλεκτρονικές υφάνσεις συνυπάρχουν χωρίς να μετατρέπονται σε στείρα άσκηση μουσικολογικής επιτήδευσης.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η μεγαλύτερη επιτυχία των Malesh: δεν εγκλωβίζονται επ’ουδενί στην αυτάρεσκη πειραματικότητα ή σε στείρα νοσταλγική ανακύκλωση παλαιών αισθητικών, αλλά κατορθώνουν να διατηρούν μία αξιοσημείωτη ισορροπία ανάμεσα στο χαοτικό και στο βαθιά συγκινησιακό (Archimandrite’s Cantharus). Οι αλλεπάλληλες στρώσεις εγχόρδων(To The Cloud-Cuckoo Land of Color Wheels, The Wyrd Canticle), τα ασύμμετρα ρυθμικά σχήματα, τα υπόγεια ηλεκτρονικά περάσματα (Erasering) και οι διακριτικές περιβαλλοντικές λεπτομέρειες -ένα μακρινό κουδούνισμα, απόκοσμα samples χαμηλά στη μίξη, ανεπαίσθητοι ηχητικοί παλμοί- δημιουργούν την αίσθηση ενός ζωντανού οργανισμού που αναπνέει πέρα από τα όρια της ίδιας της μουσικής. Μέσα σε αυτή την ελεγχόμενη ηχητική παραφορά, οι Malesh δεν φαίνεται απλώς να αναζητούν ένα νέο folk ιδίωμα, αλλά μια νέα ηχητική γλώσσα, χωρίς ωστόσο να χάνουν ποτέ την ιδιοπροσωπία τους.
Μέσα σε αυτή την παράξενη και διαρκώς μεταβαλλόμενη συνθήκη, το "To The Cloud-Cuckoo Land of Color Wheels" καταφέρνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να διατηρεί συνοχή ακόμη και όταν μοιάζει να διαλύεται μπροστά στον ακροατή. Οι Malesh δεν αντιμετωπίζουν τη σύνθεση ως σταθερή φόρμα, αλλά ως διαδικασία συνεχούς αποδόμησης και επανασυναρμολόγησης, όπου folk μνήμες, ψυχεδελικά θραύσματα, τελετουργικές ατμόσφαιρες και ηχητικά απομεινάρια συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη ισορροπία. Κι όμως, παρά την πολυπλοκότητα και τη συχνά χαοτική υφή του, ο δίσκος δεν χάνει ποτέ τον ανθρώπινο πυρήνα του· αντίθετα, αφήνει την αίσθηση μιας βαθιά προσωπικής, σχεδόν υπαρξιακής αναζήτησης. Η μουσική εδώ δεν λειτουργεί ως αναπαράσταση κάποιου «παρελθόντος», αλλά ως φαντασιακή ανασύνθεσή του, ωσαν οι Malesh να επιχειρούν να θυμηθούν έναν πολιτισμό που δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη του έργου, στην ικανότητά του δηλαδή να επιστρέφει στη μνήμη του ακροατή σαν ασαφές όνειρο, σαν ηχητικό ίχνος ενός κόσμου που χάνεται τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει να σχηματίζεται.
Αναντιλέκτως, δεν πρόκειται για ένα ηχογράφημα που φιλοδοξεί να αγγίξει τον μέσο ακροατή της σκληρής ή ακόμη και της εναλλακτικής μουσικής· οι Malesh μοιάζουν να κινούνται συνειδητά εκτός κάθε άμεσης και συμβατικής κατηγοριοποίησης, περισσότερο ως καλλιτεχνική κολεκτίβα παρά ως συμβατικό μουσικό σχήμα. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η σημασία του έργου τους: στην επίμονη ανάγκη να πρεσβεύουν κάτι πέρα από την απλή παραγωγή μουσικής· έναν τρόπο αντίληψης της ίδιας της δημιουργίας ως βιωμένης εμπειρίας, όχι ως καταναλώσιμου προϊόντος. Και ίσως αυτό να αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια εποχή όπου η τέχνη συχνά εξαντλείται στην ταχύτητα της κατανάλωσης και στην ακαριαία λήθη. Οι Malesh, αντιθέτως, επιμένουν να οικοδομούν κόσμους αντί για εντυπώσεις - και μόνο γι’ αυτό, το έργο τους καθίσταται ουσιώδες. Εξαιρετικό ηχογράφημα.
