Χαμένος ανάμεσα σε όρια και συναρτήσεις αναζητά το σταθερό του σημείο στη μουσική που ακούει. Θαυμαστής μοναχά της μελωδίας, αδιαφορεί μεν για το είδος του πλαισίου που την παρέχει, όχι όμως και για...
Corrosion Of Conformity
Good God / Baad Man
Στο σημερινό θόρυβο της αβεβαιότητας και της ατολμίας, οι Corrosion Of Conformity συνεχίζουν να ανακουφίζουν τα αυτιά μας
Περισσότερα από σαράντα χρόνια πορείας, με αλλαγές στον ήχο και τη σύνθεση της μπάντας, αμέτρητα χιλιόμετρα στις σκηνές του πλανήτη, αναγνώριση, επιτυχία, αμφισβήτηση, αλλά πάνω απ' όλα πολλή και πολύ καλή μουσική. Το ξέρω ότι δε θα τα βρούμε ποτέ όλοι στα καλά και τα καλύτερα της μπάντας αλλά κι αυτό είναι μέρος της μαγείας τους. Προσωπικά τα χρόνια τους που προτιμώ βρίσκονται στα 90s, με δισκάρες όπως "Deliverance", "Wiseblood" και "Blind". Όχι ότι δεν έχουν δώσει κορυφαίες στιγμές και στην υπόλοιπη δισκογραφία τους, κακοί δεν ήταν ποτέ, ούτε καν τότε που επιχείρησαν μια μερική επιστροφή στις ρίζες τους, χωρίς τον Pepper.
Οκτώ χρόνια μετά το αρκετά καλό "No Cross No Crown", οι βλαχοαμερικάνοι από τη North Carolina επιστρέφουν με τον ενδέκατο δίσκο. Πρώτα απ' όλα καταλαβαίνω ότι έχει μεγάλη σημασία η συγκεκριμένη κυκλοφορία, γιατί και έχει μεσολαβήσει το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ανάμεσα στο προηγούμενο κι αυτό, αλλά φυσικά και λόγω του σχεδόν καινούργιου rhythm section. Ο μεγάλος Mike Dean αποχώρησε από την μπάντα πριν δυο χρόνια ενώ ο Reed Mullin έφυγε από τη ζωή το 2020. Ως εκ τούτου το "Good God / Baad Man" έχει μια παραπάνω σημαντικότητα στην πορεία των Corrosion Of Conformity.
Σε τέτοιες συνθήκες είναι αναμενόμενο να κινηθεί το συγκρότημα πιο safe, πιο στα σίγουρα, με επιλογές που δεν τοποθετούν έξτρα ρίσκο από όσο χρειάζεται. Ε, όχι! Οι C.O.C. αποφάσισαν να δουλέψουν πάνω σε διπλό άλμπουμ με υλικό που κινείται σε πολλούς διαφορετικούς χώρους, ιδιαίτερη παραγωγή, ακόμα και στοιχεία που μας παρουσιάζουν για πρώτη φορά! Είπε κάποιο κάτι για ασφάλεια και κουραφέξαλα; Γελάω.
Ξεκινώντας από την παραγωγή, είμαι σίγουρος ότι ο ήχος θα διχάσει. Είναι βρώμικος, σχεδόν λασπωμένος, χωρίς την τρομερή ένταση και το μέγεθος του σήμερα. Του λείπει η διαύγεια τα τύμπανα δεν εντυπωσιάζουν με τις εξωπραγματικές μπότες και οι κιθάρες ακούγονται γήινες. Κι όμως η παραγωγή είναι το πρώτο δυνατό στοιχείο του άλμπουμ! Ακούς μια μπάντα που παίζει, και σου δίνει μια αίσθηση ζωντανή, με βάθος αλλά και μια φυσική ατέλεια στη μορφή της. Επειδή είμαι εντελώς βέβαιος ότι είναι από επιλογή έτσι, πρέπει να παραδεχτώ ότι το πρώτο ρίσκο είναι ολοκληρωτικά πετυχημένο στα αυτιά μου.
Το δεύτερο που φυσικά θα ψάξει κάποιο να μετρήσει είναι το rhythm section. Ο ρόλος του στο δίσκο είναι καθαρός. Ο Bobby Landgraf δεν προσπαθεί να ακουστεί σα συνέχεια του Dean, αλλά ακουμπάει περισσότερο στις βασικές επιρροές της μπάντας, τον Geezer Butler, τον Lemmy αλλά και μεταγενέστερους όπως τον Al Cisneros των Sleep. Ο Stanton Moore από την άλλη επιστρέφει μετρημένος, με πολύ σωστή προσέγγιση του χώρου που πρέπει να καλύψει. Κρατάει σφιχτά το groove και, ενώ έχει ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα την πληθωρικότητα να ανοίξει τα παιξίματά του σε εξωπραγματικά επίπεδα, απλώνεται μόνο για να δώσει περισσότερη αξία στο υλικό. Στο δικό μου βιβλίο, το rhythm section περνάει στις καθαρές επιτυχίες.
Τώρα όπως είπαμε ο δίσκος ουσιαστικά είναι διπλός. Το πρώτο μέρος ξεκινά με το "Good God? / Final Dawn" και κλείνει στο "Run For Your Life". Μέσα στα πρώτα έξι κομμάτια θα περάσουμε από μερακλήδικες stoner κιθάρες, γκρουβάτα riff, πρώτο-sludge και φασαριόζικα solo σε δυναμικό 80s heavy metal, hardcore punk με uptempo ενέργεια, instrumental ταξίδια στη ζάλη της εξάντλησης του χρόνου για να καταλήξουμε σε ένα εννιάλεπτο έπος που φωνάζει Hendrix με εκστατικές κιθάρες… Είναι απολύτως δίκαιο να πούμε ότι οι C.O.C. έχουν ακουμπήσει σε όλα τα ηχητικά πρόσωπα που μας έχουν παρουσιάσει στην πορεία τους, ήδη από αυτό το πρώτο μέρος.
Το σημαντικό είναι όμως ότι το κάνουν παντού άψογα. Καλογραμμένα τραγούδια με ωραίες μελωδίες, ζωντανές φωνητικές γραμμές, εξαιρετικές κιθάρες και υπέροχα solo. Το ότι θες να παίξεις όσο ξύλο αντέχεις στο "Gimme Some Moore" με τις συμμετοχές από Ministry, να πονέσεις το σβέρκο σου στο "The Handler", να σπάσεις το πάτωμα με το πόδι στο "You Or Me" και να χαθείς παραδομένος σε ουσίες και αρώματα στο "Bedouin’s Hand" είναι αυτό που πραγματικά έχει σημασία.
Το δεύτερο μέρος του δίσκου είναι το μεγαλύτερο. Οκτώ κομμάτια, με συνολική διάρκεια περίπου τριάντα έξι λεπτά. Το πρώτο "Baad Man" ανοίγει με ένα απλό αλλά φουλ κολλητικό riff, εντελώς ZZ Top, στην πιο straightforward στιγμή του δίσκου. Ένας μικρός instrumental φόρος τιμής σε Zeppelin και Sabbath για να περάσουμε στο - όσο stoner μπορεί να γίνει - "Asleep On The Killing Floor" που έφτασε να φέρει στο μυαλό μέχρι Clutch και 1000mods.
Το εντελώς southern rock με blues προεκτάσεις ύφος που αναπτύσσεται στη συνέχεια όμως δεν το έχουμε ξαναδεί από τους Corrosion Of Conformity, ούτε καν στο "Wiseblood". Με το ζευγάρι "Handcuff Country" - "Swallowing The Anchor", βάζουν στο τραπέζι, εκτός προφανώς από τους ZZ Top, τους Lynyrd Skynyrd και λίγο από "Ronnie". Από τη μία οι ρίζες τους πάντα εκεί ήταν, ή σχεδόν πάντα για να είμαστε ακριβείς, από την άλλη ποτέ έτσι. Ο ήχος τους ήταν πιο βαρύς με μια μεταλλικότητα και μια ντουμίλα. Εδώ είναι καθαρός 70s. Ίσως κάποια οπαδικά αυτιά λίγο να χαλαστούν μάλιστα, αλλά προσωπικά νομίζω ότι και τους ταιριάζει και το έχουν κάνει πολύ καλά και τους αξίζει υπόκλιση που ακόμα τολμούν να ρισκάρουν. Άσε που στην τελική γουστάρουν άπειρα με αυτό που κάνουν, και ακούγεται.
Τα κομμάτια που προσωπικά τοποθετώ πάνω από όλα τα υπόλοιπα του άλμπουμ είναι τα δύο τελευταία. Βασικά το "Brickman" βάζει από τώρα σοβαρή υποψηφιότητα για τα κορυφαία της χρονιάς. Φανταστική ερμηνεία, σε σημείο που δεν πιστεύεις ότι είναι ο Pepper Keenan, τρομερά συναισθηματικές ακουστικές κιθάρες και ένα solo που το ακούς από μέσα προς τα έξω. Το κλείσιμο με το "Forever Amplified" επιστρέφει σε πιο βαρύ doom ήχο αλλά κρύβει κι αυτό εκπλήξεις. Εκτός από τα τρομερά τύμπανα, έχει τη συμμετοχή της Anjelika Joseph στα φωνητικά και ένα δεύτερο μέρος που θύμισε αρκετά 90s grunge με γενναίες μάλιστα δόσεις από funk. Ιδανικό τελείωμα.
Το άλμπουμ μπορεί να είναι μεγάλο, αλλά στην τελική καλά κάνει γιατί έχει αρκετά και διαφορετικά πράγματα να πει. Δε γίνεται πουθενά βαρετό, δεν κουράζει τα πρόθυμα αυτιά και προσφέρει σίγουρα συγκινητικές κορυφές. Νομίζω ότι δεν είναι καθόλου υπερβολή, όσο κι αν ακούγεται τέτοια, να τοποθετήσουμε το "Good God / Baad Man" κοντά στα καλύτερα άλμπουμ των Corrosion Of Conformity.
