Χαμένος ανάμεσα σε όρια και συναρτήσεις αναζητά το σταθερό του σημείο στη μουσική που ακούει. Θαυμαστής μοναχά της μελωδίας, αδιαφορεί μεν για το είδος του πλαισίου που την παρέχει, όχι όμως και για...
Chamber
This Is Goodbye…
Χαοτικό και πορωτικό ισόποσα, εκρηκτικό κι εθιστικό όσο δεν πάει
Πατάς play και ο χαμός έρχεται άμεσα. Τρελά riff με επιθετική προς το ακροατό διάθεση, που σε πρώτη φάση δε βγάζουν νόημα αλλά μπαίνοντας σε ένα θεόστραβα συνεκτικό πλαίσιο, με μπόλικο groove, παράγουν αυτή την ακαταμάχητη παρόρμηση για ατελείωτο ξύλο.
Μια γενική εικόνα για τη νοοτροπία των Chamber νομίζω τη σχηματίσαμε ήδη, χωρίς όμως να έχουμε πει καθόλου τι μουσική θα βρεις στο "This Is Goodbye…", δε θα καταλάβεις και πολλά. Οπότε, metallic hardcore/mathcore με deathcore επιρροές, grind ξεσπάσματα και λίγο από nu στο μείγμα. Αν αυτό σου ακούγεται ενδιαφέρον με κάποιο τρόπο τότε πρώτο: κοίτα να δεις που υπάρχει κι άλλο παλαβό εκτός από του λόγου μου, και δεύτερο: άκου το δίσκο χθες.
Οι Chamber είναι από το Nashville και τούτο εδώ είναι το τρίτο τους full length. Σε πρώτη φάση να πούμε ότι και τα δύο προηγούμενα ήταν πολύ ενδιαφέροντα. Με πολλές και ζόρικες κιθάρες, δυναμικά φωνητικά που όμως ήταν ένα κλικ πιο κάτω στη μίξη και μια σχετικά old school διάθεση. Το μείγμα ήταν πιο κοντά σε έναν συνδιασμό mathcore και Hatebreed, με περίεργα σημεία όμως που κάπως έχτιζαν ατμόσφαιρα.
Περνώντας τώρα στον καινούργιο δίσκο, το πρώτο που διαφοροποιήθηκε είναι ότι ανέπτυξαν έναν ακραία επιθετικό ήχο. Η παραγωγή ουρλιάζει, σε σημείο που αν δυναμώσεις κανονικά τα ηχεία, κινδυνεύουν. Εν γένει δεν προτιμώ τις τόσο φωνακλάδικες δουλειές, όμως εδώ λειτουργεί σωστά πάνω στο ύφος της μουσικής. Δίνει ουσιαστικά ένα ακόμα επίπεδο στην αγριάδα του υλικού.
Προφανώς ο βασικός πόλος της διαμόρφωσης των τραγουδιών των Chamber είναι οι κιθάρες, με τα αμέτρητα riff, τις κοφτερές εναλλαγές και τους παρανοϊκούς ήχους στα όρια της φασαρίας. Αλλά ταυτόχρονα, φωνητικά και τύμπανα συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη και την ροή των συνθέσεων. Από τη μία οι ακραίες, σχεδόν αποκλειστικά ουρλιάζουσες, ερμηνείες του Jacob Lilly, χτίζουν την ένταση, ενώ από την άλλη τα παλαβά παιξίματα του ντράμερ, Taylor Carpenter, κάνουν τα τραγούδια να ακούγονται πιο αγχωτικά. Εκεί βέβαια έρχεται το groove, που δένει την περισσότερη ώρα αυτό το εντελώς ανισόρροπο υλικό. Το μπάσο τώρα έχει ρόλο μόνο στον ήχο, καθαρά. Δηλαδή δε θα ξεχωρίσεις κάποια μπασογραμμή ή κάποιο γύρισμά του, αλλά κάνει πιο βαρύ και συμπαγές το αποτέλεσμα.
Όσον αφορά τα κομμάτια που περισσότερο μου άρεσαν, θα πω το "Arms Of Eternity" που ανοίγει τρομερά το δίσκο, το "Scarlet Ink" που έφερε στο μυαλό τους Knocked Loose, το μάλλον χιτάκι "Violins" με εισαγωγή από τη σειρά Sopranos, melodic metalcore ρεφρέν και τρομερό breakdown, το θεόβαρο "Parting Gift" με τις επιρροές από Gojira αλλά και το "Resurrect" με τη συμμετοχή του τεράστιου Vincent Bennett (The Acacia Strain) όπου τα grind ξεσπάσματα κάνουν φοβερές αντιθέσεις με sludgy μέρη. Γενικά όμως όλο το άλμπουμ είναι πολύ καλό, κάθε κομμάτι δίνει και κάτι επιπλέον, κάποιο νέο στοιχείο, ενώ ευτυχώς κοιλιά ποιοτικά δεν κάνει καθόλου. Άσε που και η διάρκειά του είναι ιδανική για τέτοιο δίσκο, 29 λεπτά.
Συνολικά το "This Is Goodbye…" είναι ανάμεσα στα τρία καλύτερα core πράγματα που έχω ακούσει φέτος, τα άλλα δύο είναι το Converge και το Poison The Well. Ο μόνος λόγος που δεν παίρνει αυτή τη κόκκινη σφραγίδα πρότασης είναι ότι κινείται σε έναν πολύ ιδιαίτερο, δύσκολα προσβάσιμο ήχο, οπότε δεν ξέρω για πόσα αυτιά έχει αξία να περάσει ως πρόταση.
