Σχετικός με λασπώδη metal παρακλάδια και ό,τι κάνει θόρυβο στο rock. Προσαρμόζεται εύκολα σε πειραματικά και προοδευτικά περιβάλλοντα. Διακατέχεται από νευρωτικά κίνητρα και κύκνεια πρότυπα. Αγαπάει...
'68
They Are Survived
Ένα τελευταίο ξέσπασμα αμερικάνικης βρωμιάς
Το δεκατέσσερα η πρώτη επαφή με το "In Humor and Sadness". To δεκαεπτά στο "Two Parts Viper" είχα εντυπωσιαστεί κυρίως από την ενέργεια και την αναβίωση του ήχου. Το εικοσιένα με το "Give One Take One" αναγνώρισα μια μεγαλύτερη ωριμότητα και σίγουρα καλύτερο γράψιμο. Ειχε καλύτερες συνθέσεις ντε. Το εικοσιτρία με το "Yes, And…" πλέον αποδέχθηκα ότι η μπάντα έχει βρει φόρμουλα και πλέον τη βελτιώνει ή τελωσπάντων παίζει πάνω της αντί να μεταμορφώνεται! Τι άκουσα και τί έμαθα από τα προηγούμενα; Οτι ο Scogin παίρνει όλη την αμερικάνικη βρώμικη rock παράδοση και τη μετατρέπει σε ένα υπερδραστήριο και διασκεδαστικό noise-rock παρτάκι.
Είπε οτι προχωράνε στις τελευταίες τους εμφανίσεις. Και εννοεί οτι αυτό ειναι και το τελευταίο αλμπουμ της μπάντας.
Τι συνεχίζει και εγκλοβίζεται στα νέα τραγουδια; Σίγουρα η διασκέδαση, αυτή η πορωτικότητα του ήχου το ότι είναι βρώμικοι, σκατένιοι, θορυβώδεις, αλλά με γούστο στη μίξη ειδών χωρίς να διαλύεται η συνοχή το groove και ο ρυθμός, μα πάνω απ’ όλα η αίσθηση της αναβίωσης αυτού του αμερικάνικου rock’n’roll μέσα από hardcore/noise φίλτρο. Οπως όλες οι δουλειές τους προσωπικά μου αρκεί που είναι κάτι άκρως απολαυστικό και ζωντανό και η κιθάρα του Scogin είναι σαν υποκατάστατο ολόκληρης μπάντας. Η ουσία είναι οτι ακούς κάτι βρώμικο που κρατάει απο τα blues και το hard rock, αν το προσέξεις και καταλήδει σε ένα μοντέρνο hardcore και ένα σύγχρονο noise-rock.
Αυτό που ίσως αλλάζει περισσότερο εδώ είναι ότι οι ’68 ακούγονται πιο άνετοι από ποτέ με το ποιοι είναι. Δεν προσπαθούν να σοκάρουν, δεν κυνηγούν κάποια μεγάλη στροφή, ούτε αναζητούν νέες ταυτότητες. Αντίθετα, συμπυκνώνουν όλα όσα έκαναν καλά μέχρι σήμερα σε έναν δίσκο που ακούγεται σαν η φυσική κατάληξη της πορείας τους. Τα κομμάτια έχουν περισσότερο χαρακτήρα μεταξύ τους, οι δυναμικές είναι πιο προσεγμένες και το album αποφεύγει την αίσθηση της επανάληψης που κάποιες στιγμές εμφάνιζαν στις προηγούμενες δουλειές τους.
Στα τραγούδια ακούω έναν τύπου τσαμπουκά που θυμίζει γιατί ο Scogin παραμένει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους frontmen της σύγχρονης αμερικάνικης underground rock σκηνής. Ο λόγος του, η προφορά του και το στίλ του είναι απολαυστικά. Άκου το "Will You There" γιατί είναι μια από τις πιο καθαρές δηλώσεις προθέσεων που έχουν γράψει ποτέ, ένα σχεδόν αυτοαναφορικό rock 'n' roll μανιφέστο. Θα ακούσεις όμως και μελωδία, η οποία μπορεί να καταλήξει μέχρι ένα ξέφρενο, βρώμικο και πανηγυρικό ξέσπασμα που συνοψίζει όσα αγαπά κανείς στους ’68. Προσπερνάω τις πιο ήσυχες στιγμές, οι οποίες εξακολουθούν να μην αποτελούν πάντα το δυνατό τους χαρτί, αφού λειτουργούν περισσότερο ως ανάσες ανάμεσα στις εκρήξεις παρά ως αυτόνομα σημεία.
Αποχαιρετισμός που μοιάζει ειλικρινής. Ένα album που ακούγεται σαν δύο μουσικοί να γνωρίζουν ακριβώς τι τους έκανε ξεχωριστούς και να φεύγουν χωρίς να το προδώσουν. Αν τελικά αυτή είναι όντως η τελευταία πράξη των ’68, τότε κλείνουν την αυλαία όπως ακριβώς πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια… Iδρωμένοι, θορυβώδεις, γεμάτοι ενέργεια και με ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά. Και ειλικρινά, δύσκολα μπορείς να ζητήσεις κάτι περισσότερο από μια μπάντα που έκανε το rock'n'roll να ακούγεται τόσο ζωντανό τα τελευταία χρόνια.
