Μένοντας μακριά από τον ήλιο
Η άνοδος, η πτώση και η δημιουργική μοναξιά του Yngwie Malmsteen
Σε μια θεωρητική συζήτηση περί καλλιτεχνικότητας, μπορούμε να καταλήξουμε στην αντίληψη πως η απόλυτη δημιουργική ελευθερία πιθανόν αποτελεί τον ανώτατο στόχο κάθε δημιουργού. Το να είσαι κύριος του δημιουργικού σου εαυτού, γράφοντας τα πάντα, αποφασίζοντας για τα πάντα, δίχως «περιττούς» ενδιάμεσους», είτε αυτοί λέγονται παραγωγοί και manager, είτε λοιποί μουσικοί συνοδοιπόροι, ακούγεται το ιδανικό σενάριο έκφρασης, το οποίο, όμως, καταρρίπτεται σχεδόν πάντα από τα γεγονότα.
Βλέποντας σχεδόν οποιοδήποτε μεγάλο όνομα της σκληρής μουσικής, διαπιστώνουμε ότι, ακόμη και σε περιπτώσεις σχημάτων με ξεκάθαρο mainman, τα σπουδαιότερα άλμπουμ της εκάστοτε περίπτωσης, γεννήθηκαν μέσα από δημιουργικές ζυμώσεις και συνεργασίες μεταξύ των μουσικών που απάρτιζαν το project. Από τους Iron Maiden στους Deep Purple και τους Rainbow, οι συγκρούσεις και οι διαφορετικές δημιουργικές οπτικές προσέφεραν αριστουργήματα, αφού ακόμη και η συγκεντρωτική ιδιοφυΐα του κάθε Richie Blackmore αυτού του κόσμου χρειάζεται εποικοδομητικό αντίλογο για να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων της.
Εδώ, λοιπόν, ξεκινά η ιστορία σχετικά με τον Yngwie J. Malmsteen, έναν από τος ανθρώπους που, αδιαμφησβήτητα, άλλαξε για πάντα τον τρόπο που παίζεται και προσεγγίζεται η ηλεκτρική κιθάρα, ενός πραγματικού guitar hero με τεράστιο μουσικό ταλέντο, αλλά εξίσου μεγάλο ταπεραμέντο και δημιουργικό εγωισμό που, από ένα σημείο και μετά, του γύρισε μπούμερανγκ. Μιλάμε, άλλωστε, για τον άνθρωπο που πήρε τις νεοκλασικές επιταγές από κιθαρίστες σαν τον προαναφερθέντα Blackmore και τις μετέτρεψε σε ξεχωριστό ιδίωμα, έχοντας μια προσέγγιση που πάντρευε τις κλασικές επιρροές με αδιανόητη ταχύτητα, απόλυτα χαρακτηριστικό vibrato και την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική κιθάρα μπορεί να έχει τη θέση του πρώτου βιολιού σε μια συμφωνική ορχήστρα.
Κι αν παραβλέψουμε τα πρώτα, εκκωφαντικά του δείγματα γραφής με τους Steeler και τους Alcatrazz, από το 1984 και το ρηξικέλευθο "Rising Force" που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στον κιθαριστικό κόσμο των ‘80s, ο ίδιος επέδειξε ένα σπουδαίο σερί εντυπωσιακών δίσκων, αναδεικνύοντας δίπλα του μουσικούς κι ερμηνευτές παγκόσμιας κλάσης και γράφοντας στη ιστορία με χρυσά γράμματα το όνομά του. Μέχρι και το "Magnum Opus", κάθε του δίσκος έχει άποψη, έχει κορυφαίες συνθέσεις με σπάνιας ομορφιάς μελωδίες και κιθαριστικά μέρη, αλλά, κυρίως, έχει τραγούδια και την προσωπικότητα των συνεργατών του να αντανακλάται σε αυτά.
Από το επικολυρικό "Marching Out" και την τραχιά φωνάρα του Jeff Scott Soto, στον Joe Lynn Turner που μετέτρεψε το "Odyssey" στον ίσως πιο γνωστό κι εμπορικό δίσκο της καριέρας του, στον Mark Boals που επέστρεψε και δεύτερη φορά για να συνεργαστεί μαζί του και τον Mike Vescera που «άντεξε» δύο σερί δίσκους και ο ίδιος ο Malmsteen είχε εκθειάσει, ο Σουηδός συνεργαζόταν μονάχα με σπουδαίες φωνές, οι οποίες προσέφεραν στο όραμα του. Ακόμη και περιπτώσεις όπως ο Doogie White, ο Mats Leven και ο Tim Owens, είχαν το χαρακτηριστικό της κορυφαίας φωνής, ασχέτως του αποτελέσματος των δίσκων που συμμετείχαν, που, ας μην γελιόμαστε, υπήρξε τουλάχιστον αξιοπρεπές σε κάθε περίπτωση.

Επιπλέον, ας αναλογιστούμε πως μουσικοί όπως ο Jens Johansson και ο Mats Olausson εμπλούτιζαν έμπρακτα τις ενορχηστρώσεις με τις ιδέες τους, οι Mike Teranna και John Macaluso υπήρξαν παίκτες εντυπωσιακής δυναμικής και κάθε δίσκος μέχρι το 2008, περίπου, είχε την απόλυτη σφραγίδα του Σουηδού βιρτουόζου, αλλά και κάτι από το χαρακτήρα των συμμετεχόντων μουσικών σε αυτόν. Ακόμη και όταν ο ίδιος έμοιαζε αμετακίνητος στις καλλιτεχνικές του επιλογές, υπήρχε μια δημιουργική τριβή, είτε με έναν τραγουδιστή που θα πρότεινε μια καλύτερη φωνητική μελωδία, είτε με έναν παραγωγό που θα εξευγένιζε την υπερβολή που είχε έμφυτη ο Σουηδός.
Υπήρχε ένα φιλτράρισμα, με την αχαλίνωτη μουσική ευφυία και τη δημιουργικότητα του Malmsteen να μπαίνει σε ένα διευρυμένο καλούπι και να αποδίδει αλαβάστρινους καρπούς. Από το 1984 μέχρι και το 2008, για σχεδόν 25 χρόνια, αυτό συνέβαινε με αρκετή συνέπεια ώστε να λειτουργεί και για τους ακροατές των πονημάτων του Σουηδού κιθαρίστα. Από εκεί κι έπειτα, κάτι άλλαξε. Ο ίδιος μετατράπηκε σε έναν αυτάρκη μουσικό οργανισμό, οι συνεργάτες με οποιαδήποτε άποψη εκλείψαν και τη θέση τους πήραν άβουλοι session-άδες, και οι όποιες δημιουργικές ισορροπίες εξαφανίστηκαν, με εκείνον να αναλαμβάνει κάθε πιθανό διαθέσιμο ρόλο. Από παραγωγός και μπασίστας, έως πληκτράς και, τελικά, τραγουδιστής, η μπάντα πλέον ήταν εκείνος, μια συγκεντρωτική προέκταση του ίδιου του του εαυτού.
Προφανώς, δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για τις ικανότητες και το εκτελεστικό επίπεδο του Malmsteen για τα της κιθάρας, αφού αναφερόμαστε σε έναν από τους σπουδαιότερους μουσικούς που έχει δει αυτό το όργανο, ανεξαρτήτως εποχής. Έναν δεξιοτέχνη της εξάχορδης, που μπορεί και παίζει με τέτοια άνεση κι ακρίβεια, που εντυπωσιάζει και τον εκάστοτε «πολέμιο» του. Το πρόβλημα στέκει αλλού κι εστιάζει στις συνθέσεις, οι οποίες μοιάζουν πλέον με αφορμές για να ζωγραφίσει ο Σουηδός ατελείωτα solo, παρά με ουσιώδη τραγούδια, με λόγο ύπαρξης.
Έχοντας κατακτήσει το μύθο όντας ακόμη εν ζωή, ο ίδιος δεν έχει πλέον την ανάγκη να φιλτράρει τις εκάστοτε ιδέες, του, δεν έχει αντίλογο και δεν θεωρεί κανέναν ικανό να σταθεί ενώπιον του και να του αντιπαραβάλει το οτιδήποτε. Μπορεί να τον αδικήσει κανείς για αυτήν του τη στάση, από τη στιγμή που ο ίδιος δρούσε πάντα κατά τω δαίμονα εαυτώ, όντας αναλλοίωτος από παροδικές μουσικές μόδες και μοντέρνες επιταγές; Σίγουρα όχι, αλλά είναι κρίμα που ένας πραγματικά σπουδαίος συνθέτης, έχει καταλήξει δημιουργική σκιά του εαυτού του στα ύστερα χρόνια του, σπαταλώντας τις τελευταίες ικμάδες του ανεπανάληπτου ταλέντου του σε ανούσιο βιρτουοζιτέ του επιφανειακού εντυπωσιασμού.
Τελικά, η μουσική κληρονομιά του είναι τέτοια, που δύσκολα θα αμαυρωθεί στο ελάχιστο ακόμη και αν οι επόμενες δισκογραφικές απόπειρες του Σουηδού βιρτουόζου συνεχίσουν και είναι στο επίπεδο των όσων μας έχει προσφέρει από το 2012 κι έπειτα. Τα όσα έδωσε μέχρι και το – σχεδόν όνομα και πράγμα – "Magnum Opus" αποτελούν σεμιναριακού επιπέδου μελωδικό metal, ενώ το "Concerto Suite For Electric Guitar And Orchestra In E Flat Minor Op.1" που ακολούθησε, το 1998, τον θέλει να ολοκληρώνει και δισκογραφικά το συμφωνικό του όνειρο ως συνεχιστής των μεγάλων κλασικών. Για τον έφηβο εαυτό του γράφοντα, τότε που, μαγεμένος από το "Far Beyond The Sun" αποφάσιζε να μάθει ηλεκτρική κιθάρα, τα παραπάνω φτάνουν και περισσεύουν, όσο γλυκόπικρη γεύση κι αν αφήνουν τα κατοπινά του πεπραγμένα σε στούντιο και σκηνή.
