Στράφι
Πάνω Απ’ Τα Χώματα
Τα παιδιά με τα μαύρα ρούχα παίρνουν μια μουσική εκδίκηση από εκείνους που δεν θα λείψουν σε κανέναν
Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε το τρίτο LP των Στράφι, αλλά όπως όλα, χρειαζόταν κι αυτό τον χρόνο του μέχρι οι ακροάσεις να αποκαλύψουν τις πτυχές του. Η επικείμενη εμφάνισή τους στο New Long Fest στις 20 Ιουνίου στην Νέα Μάκρη, είναι μεν μια καλή αφορμή, αλλά ένα review δίσκου πάντα αξίζει να στέκεται αυτόνομα.
Κατευθείαν στο θέμα μας, λοιπόν, το "Πάνω Απ’ Τα Χώματα" έρχεται ως η φυσική συνέχεια του ήχου, της προσέγγισης και της διαδρομής των Λαρισαίων. Ήδη απ’ όταν μας συστήθηκαν το 2018 με το ομώνυμο άλμπουμ τους, μας μύησαν στην χαρακτηριστική τους μουσική ταυτότητα, η οποία εν έτει 2026 ωριμάζει και εμπλουτίζεται. Το punk rock τους είναι μελωδικό αλλά και πιο σκοτεινό, χωρίς βέβαια να κατεβάζει ρυθμούς. Οι συνθέσεις αποκτούν εύρος και διαφοροποιούνται, είτε πρόκειται κομμάτια όπως ο "Δεκέμβριος" με το κλασικό τούπα-τούπα που παρασύρει σχεδόν αβίαστα, είτε για το βαρύ "Μείον Ένας" που κλείνει το μάτι στον πιο σκληρό ήχο.
Σε αυτό, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το ρυθμικό section. Μπάσο και ντραμς δημιουργούν έναν πυρήνα με όγκο και βάθος, groove και συνοχή, έχοντας πλήρη επίγνωση στο πότε να αφεθούν στην punk οργή, να κρατήσουν ασφυκτικά σφιχτό τον ρυθμό και πότε να χαμηλώσουν τόνους, υπηρετώντας τα συναισθήματα της κάθε σύνθεσης. Πάνω σε αυτή τη βάση αναπτύσσεται το κιθαριστικό μέρος με τα riffs που προσφέρουν ένα σημείο σύνδεσης, ένα hook που αφήνει τις μελωδίες να αναπτυχθούν σε κάθε φάση του δίσκου και αναπτύσσει την προσωπικότητα του ήχου των Στράφι. Όλα αυτά θα ήταν μια συνταγή σωστή αλλά ατελής αν δεν υπήρχαν τα φωνητικά, η κραυγή εκείνη που κουβαλά όλα όσα μας πνίγουν συλλογικά και μας τραβάει απ το χέρι ήδη από το εισαγωγικό "Μια τέτοια μέρα".
Μπορεί οι Στράφι να είναι φύσει και θέσει punk rock, ένα ακόμη στοιχείο όμως που τους διαφοροποιεί είναι ότι ποτέ δεν πίστεψαν πως πρέπει να αναπαράξουν την εύκολη λύση που συχνά συναντάμε στο είδος όσον αφορά την επιτέλεση της σκληρότητας. Αντιθέτως, και στην τρίτη τους κυκλοφορία, στιχουργικά μοιάζουν να αντιλαμβάνονται το είδος όχι σαν μια αρένα επικράτησης του ισχυρού ή της κεκαλυμένης αδιαφορίας, αλλά έναν χώρο όπου η ευαλωτότητα, ο πόνος και η ευαισθησία δεν συνιστούν αδυναμία.
Όλα αυτά δένουν στα "Μαύρα Ρούχα", ένα από τα κομμάτια που έχουν ξεχωρίσει ίσως και περισσότερο από το άλμπουμ. Λίγο μετά το δεύτερο λεπτό του κομματιού, παραδίδεται ίσως και η πιο δυνατή στιγμή του δίσκου, με τον στίχο σε spoken word απόδοση να στηρίζεται στην σταδιακή κορύφωση της γέφυρας για να φέρει την έκρηξη: «Επιβάλλεται να σταθούμε όρθιοι μπροστά στις καταιγίδες που έρχονται. Να ανέβουμε την ανηφόρα που μας περιμένει μεθυσμένοι από αγανάκτηση».
Σε λίγες φράσεις, οι Στράφι καταφέρνουν να συμπυκνώσουν όσα κάνουν το "Πάνω Απ’ Τα Χώματα" ξεχωριστό, όσα οδηγούν ξανά και ξανά τον κόσμο στα live τους. Την άρνηση της κυνικής αποστασιοποίησης, την ανάγκη να διατηρήσουμε τη φλόγα - ατομική και συλλογική - ζωντανή, την πεποίθηση πως ακόμα κι αν όλα πάνε κατά διαόλου, η ίδια η άρνηση της παραίτησης δεν θα αφήσει τίποτα να πάει στράφι.
Ίσως μέσα από τη νοητή γραμμή που συνδέει αυτή τη στιγμή με τη "Βοήθεια" και το μουσικά μελωδικό της αντίβαρο προς το κλείσιμο των 30 λεπτών του άλμπουμ, να ξεδιπλώνεται και συνολικά η σημασία των Στράφι. Όχι μόνο ως μιας σημαντικής για τη σκηνή μπάντας, αλλά ως μέρους ενός ζωντανού συνόλου συγκροτημάτων, χώρων και ανθρώπων που επιμένουν να βλέπουν τη δημιουργία αλλιώς και που έχουν δώσει νέα πνοή στην ελληνική underground σκηνή τα τελευταία χρόνια. Ακόμα και το ασυνήθιστο κλείσιμο του δίσκου με το "Νανούρισμα", δίνει τον τόνο αυτής της διαφοροποιημένης, νέας οπτικής. Όλο αυτό έχει μια παραπάνω αξία όταν προέρχεται από τη Λάρισα, γιατί όσο κι αν θα θέλαμε να πιστεύουμε το αντίθετο, ό,τι δημιουργείται έξω από το Αθηναϊκό σύνορο ή την "κλασική" παράδοση της Θεσσαλονίκης, τείνει να χάνεται ή να παλεύει να ακουστεί.
To "Πάνω Απ’ Τα Χώματα" μέσα στο οικείο punk rock του, δίνει εκείνη την αίσθηση της ομορφιάς τους να είσαι στο περιθώριο. Κι αν μείνουμε στον τίτλο, χωρίς ελιτισμούς, αλλά με ελπίδα ας δούμε το περιθώριο αυτό ως κορυφή:
«Και εκεί στην κορυφή, μετά τις πρώτες ανάσες,
όταν θα ανάψουν οι πρώτες φωτιές, θα ‘μαστε περήφανοι,
που έστω και τώρα, έστω και αργά.
Ζήσαμε».
