Πιστεύει ακράδαντα ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη μουσικής, η καλή και η κακή. Σχολιάζει και από τα δύο στις σελίδες του Rocking.gr, αν και οι κακές γλώσσες λένε ότι γράφει κυρίως για ό,τι είναι ή μοιάζει...
Αριάννα Κ Το Κομμάτι Που Λείπει
Σινεμά Βεριτέ
Η εξερεύνηση σε ήχους και στυλ συνεχίζεται με επιτυχία
Από το ντεμπούτο της κιόλας, η Αριάννα έδειξε δύο βασικά πράγματα. Το ένα ήταν η προσπάθειά της να παίξει κατά βάση (ή ίσως κατ’ επίφαση) indie pop μουσική που όμως κάθε άλλο παρά «εύκολη» ή αδούλευτη ακούγεται. Το δεύτερο ήταν ότι μέσα στον ίδιο δίσκο ψαχνόταν σε πολλά στυλ και είδη, κυρίως γύρω από το πώς χρησιμοποιεί τη φωνή της και πώς ντύνει ενορχηστρωτικά τα τραγούδια της. Παρότι έκτοτε έχει διανύσει κάποια απόσταση, τα δύο αυτά βασικά στοιχεία παραμένουν κυρίαρχα και στη δεύτερη δουλειά της.
Υπάρχει κάτι για όλους στο "Σινεμά Βεριτέ". Από τη σκοτεινή, αλλά και σχεδόν progressive, disco του "Ψηλά Βουνά" μέχρι το κάτι-σαν-60s-flower-power του "Madonna" η Αριάννα δοκιμάζει να βρει τη φωνή της, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά. Αλλάζει τον τρόπο που τραγουδάει, τις συνθέσεις, τις ενορχηστρώσεις, κρατώντας ως μοναδικές σταθερές το βάθος και τη σπουδή των ενορχηστρώσεων και τη διάθεση να παιδέψει τη μελωδία όσο πάει, ώστε να είναι προσιτή αλλά ποτέ βαρετή και δεδομένη. Ομολογουμένως αυτές οι δοκιμές κατά τη διάρκεια του ίδιου δίσκου πέφτουν σε υποκειμενικά και αντικειμενικά ζητήματα. Το (σχετικά έστω) αντικειμενικό είναι ότι δεν «πάνε» εξίσου καλά όλα τα τραγούδια στη φωνή της. Και το (εντελώς) υποκειμενικό είναι ότι το γούστο του ακροατή αναγκαστικά θα προτιμήσει ένα ύφος έναντι άλλου.
Ο συγκεκριμένος ακροατής που τυχαίνει να υπογράφει και το κείμενο, εκτιμά ότι η Αριάννα που δεν «τραβάει» τα φωνήεντά της, και τραγουδάει πιο φυσικά, είναι πιο κοντά στα γούστα του και θεωρεί ότι αυτά τα τραγούδια ταιριάζουν και περισσότερο στη φωνή της. Πιθανότατα καθόλου τυχαία αυτό συνδέεται με τις πιο βαριές και λιγότερο χορευτικές στιγμές του δίσκου. Το εναρκτήριο "Σκανδάλη Και Πόνος", όπου η παραγωγή δε στερεί τα μπάσα από τα τύμπανα και αυτά γειώνουν εξαρχής το τραγούδι ώστε να έρθει πάνω τους ένα σχεδόν doom riff, είναι η καλύτερη στιγμή του δίσκου και δημιουργεί μία εκλεκτική αντίθεση με την κατά βάση γλυκιά φωνή της Αριάννας. Παράλληλα το τραγούδι που κλείνει το δίσκο, "Στάση Λωτός" έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από άποψη πειραματισμού, αφού τραβάει την pop φόρμα σε πολλές πλευρές με θεατρικότητα, αναπάντεχες στροφές, «τραγούδια μέσα στα τραγούδια», τολμηρά «ερασιτεχνικούς» ήχους πλήκτρων και ένα jam στο τέλος για κλείσιμο.
Εδώ είναι και ένα καλό σημείο να πούμε ότι οι μουσικοί που τη συνοδεύουν μόνο τυχαίοι δεν είναι αφού θα βρούμε εδώ δύο Last Drive, τον πατέρα της Γιώργο Καρανικόλα και τον Αλέξη Καλοφωλιά σε κιθάρα και μπάσο αντίστοιχα, τον Πάνο Τόγια που ξέρουμε από τους BLML, τον Ξάνθο Παπανικολάου (πρώην Bazooka, νυν Soma) να συμμετέχει στην κιθάρα, αλλά και λιγότερο γνωστά (σε εμένα) ονόματα που πάντως προσφέρουν ένα ιδιαίτερα δεμένο αποτέλεσμα. Ο Καρανικόλας συμμετέχει και στα φωνητικά και το αποτέλεσμα στο "Contretemps" δίνει άλλη μία όμορφη στιγμή στο δίσκο συνεπικουρούμενη από την εμπνευσμένη χρήση εγχόρδων.
Πάντως είναι εύκολο να φανταστεί κάποιος ένα κοινό που θα ενθουσιαστεί περισσότερο με το "Ψηλά Βουνά" και θα το τοποθετήσει σε μία playlist ελληνικής χορευτικής pop, ανάμεσα σε τραγούδια που έχουν ήδη γίνει χιτάκια. Αντίστοιχα και το ιδιότροπο "Φτιάχνω Μέλι" μπορεί να προσελκύσει παρόμοιο ακροατήριο, ακόμα και με χορευτική διάθεση παρά τον ξεκάθαρο avant pop χαρακτήρα του. Παραμένει το ερώτημα πώς αυτό το (αλλά και κάθε) ακροατήριο θα αντιδράσει στα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου, όπως κι αν τα χωρίσει κανείς. Εν τέλει το μεγαλύτερο προτέρημα του "Σινεμά Βεριτέ" είναι και το μεγαλύτερο βάρος που κουβαλάει. Είναι τόσο πολυσυλλεκτικό που από τη μία εκφράζει πολλές πλευρές της δημιουργού του και την αναντίρρητη ικανότητά της να μεταβαίνει από τη μία στην άλλη και να βγαίνει αλώβητη, από την άλλη δεν αφήνει την αίσθηση ότι έχει βρει ακόμα «τη φωνή της» και κατ’ επέκταση και το κοινό της.
