Joseph Tholl

It Might Be Art

High Roller Records (2026)
Από την Ειρήνη Τάτση, 30/07/2026
Ένας από τους πιο ταλαντούχους μουσικούς της γενιάς μας, επιστρέφει σε προσωπικά μονοπάτια και αξίζει προσοχής
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με το ταλέντο του Joseph Tholl δεν έγινε από την αρχική του δραστηριοποίηση με τους Enforcer, ένα συγκρότημα στο οποίο βοήθησε δεόντως να χτιστεί η αρχική του ταυτότητα - και τα υπόλοιπα βρίσκονται στην ιστορία μιας που μιλάμε για τους πιο επάξιους συνεχιστές της παραδοσιακής speed - heavy παράδοσης. Έγινε όμως με την πρώτη του έξοδο από τον εν λόγω σχήμα και τη δημιουργία των Black Trip, όπου και αμφισβήτησα σοβαρά κατά πόσο δεν ήταν ο ίδιος η σωστή επιλογή για τα φωνητικά των Enforcer. Μπορεί οι Black Trip να μην μακροημέρευσαν, η πρότερη χημεία του Tholl όμως με τον Adam Zaars έφερε στα χέρια μας το αλήτικο proto-metal σχήμα των Tyrann όπου συνεχίζουμε να δοξάζουμε και με τη φετινή τους κυκλοφορία. Μια χημεία που επιβεβαιώνεται εις διπλούν, μιας που ο Joseph ακολούθησε τον Adam και στους Tribulation, των οποίων αποτελεί επίσης πλέον μέλος.

Με αυτή την πλούσια και δραστήρια εισαγωγή, αν το όνομα του Joseph Tholl δεν έλεγε σε κάποιον που δεν συγκρατεί γενικά ονόματα, πολλά από μόνο του, τότε καταλαβαίνει κανείς πως μιλάμε για έναν μουσικό - κινητήρια δύναμη του σύγχρονου ευρωπαϊκού metal ήχου. Κάπου μέσα σε όλα αυτά, ο Joseph Tholl επιτυγχάνει να εξασφαλίσει χρόνο και για το προσωπικό του project, μια (arena) rock προσέγγιση της μουσικής του, πηγαία hard rock, πηγαία θεατρική, με εμφανές έρεισμα στο heavy metal αλλά και εύηχα, ραδιοφωνικά pop ρεφρέν. Εδώ, απόλυτος μαέστρος είναι ο ίδιος - αφού αναλαμβάνει μπάσο, κιθάρα, φωνητικά, πιάνο, πλήκτρα - και επιτυγχάνει να θαμπώσει με τις συνθετικές του ικανότητες.

Το "It Might Be Art", ο δεύτερος προσωπικός του δίσκος, παρά τον θρασύδειλο τίτλο του ο οποίος βέβαια φανερώνει την απαραίτητη ταπεινότητα καθώς ούτε και ο ίδιος δεν είναι σίγουρος πόσο καλά τα πήγε, είναι σκαλιά ανώτερος και συνεκτικότερος τόσο από τον προηγούμενο, όσο και από πολλούς άλλους εκεί έξω. Είναι μια δουλειά που κρυφοζηλεύουν οι συντοπίτες Ghost παρά την τεράστια πλέον φήμη τους, και το "Sanguivore…" νούμερο δύο που θα ευχόντουσαν να είχαν γράψει οι Creeper. Το εντυπωσιακό "New Dawn" αποτελεί ιδανική εισαγωγή για να περικλείσει τη μέχρι τώρα περιγραφή και λόγια, με τον εμβατηριακό του ρυθμό, τη γλυκιά του κιθάρα και το χαρακτηριστικό γρέζι του Tholl (με άρτιο τόνο ωστόσο και νότες δύσκολες να αγγιχτούν από φωνή με τέτοια χροιά). Πάνω από όλα όμως, μας εισάγει σε ένα κλίμα που διακατέχει το "It Might Be Art": μια ελπιδοφόρα, όμορφη, νοσταλγική μα παράλληλα πλήρως παρούσα στο τώρα διάθεση - και λείπουν πολύ οι δίσκοι που εμπνέουν ευφορικά συναισθήματα.

Ακόμη και μέσα στη στεναχώρια, τη μαυρίλα τους, οι στίχοι και η μουσική του Joseph διατηρούν αυτό το grandiose χαρακτηριστικό που δίνει την αίσθηση πως έχουν καταπολεμηθεί. Ο τρόπος που τραγουδά το "I’m In A Darkness" αφήνει τη γεύση πως ο πρωταγωνιστής πονάει, μα έστω και μέσα από την τέχνη (εάν αυτό που κάνει είναι τελικά τέχνη), έχει ήδη βγει νικητής από το σκοτάδι. Το "Walking" απογυμνώνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από ρυθμό, διατηρεί κυρίαρχη τη μελωδία αλλά και φωτίζει την εκπληκτική φωνή του Tholl που μονοπωλεί μέχρι να εξαπολυθούν μερικές ευφυείς κιθάρες και να πάρουν μπρος τα κρουστά, ενώ συνεχίζει να υποστηρίζει πως παρά τη δυσκολία, υπάρχουμε ακόμη. Εξαιρετική δουλειά σε αυτά τα δύο κομμάτια έχει γίνει και στα δεύτερα φωνητικά. Σε αυτές τις πιο χαλαρές στιγμές, συγκαταλέγεται και το ορχηστρικό "Rebirth".

Μη ξεχνώντας φυσικά από που προέρχεται, αλλά ούτε και σε ποια δεκαετία ζει, ο Joseph συγκρούει το garage rock με το heavy metal και γράφει τα πιο αλήτικα κομμάτια του δίσκου με τρόπο τέτοιο που η αγριάδα τους δαμάζεται με πλήκτρα και κουλ ρεφρενάκια - αρκεί να κοιτάξεις στα "Oh The Madness" και "Invocation Of The Evening Star" (βέβαια τα μίνι σόλο του τελευταίου θα κάνουν κάθε μέταλλο που σέβεται τον εαυτό του να δακρύσει).

 Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του δίσκου είναι και αυτό του gothic/ post punk που εμφανίζονται με έναν όμορφο και τόσο - όσο τρόπο - βλέπε το ομώνυμο και το ντραμόμπασο που παραπέμπει σε αυτούς τους ήχους στο ομώνυμο αλλά και τη φωνή που κατεβαίνει, όπως και τη σατανιασμένη κατακλείδα του "The Burial" που περιέχει και τα φωνητικά του - ποιού άλλου; - Johaness Andersson των Tribulation που με τη μπάσα βαθειά φωνή του συνοδεύει τον Tholl σε ένα επικό κλείσιμο διαλόγου γκοθομέταλ και hard rock. Βέβαια, η λίστα των μουσικών συνεργατών του δίσκου ζαλίζει, αφού η αφρόκρεμα της ροκ Σουηδίας βάζει το λιθαράκι της για κάτι που μπορεί και να είναι τέχνη: Robert Eriksson (The Hellacopters), Jakob Ljungberg (Second Sun), Tobias Lindkvist (Tyrann), Pia Stjärnvind (Serpent Omega), Adam Zaars (Tribulation) και Robert Pehrsson ο καθένας στην ειδικότητά του, σε ένα ή περισσότερα κομμάτια, συμπληρώνουν το ψηφιδωτό.

Σε πλήρη συνάφεια βέβαια με τις πρόσφατες μουσικές του, ο Tholl γράφει κι ένα κομμάτι στα σουηδικά - "I Syrenens Tid" και αυτό μας επιστρέφει στην grandiose / arena rock πλευρά του δίσκου. Σε αυτή την πλευρά στέκεται και το μελωδικότατο "On Velvet Waves" που σε έναν λίγο πιο ιδανικό κόσμο θα το χορεύαμε στα ροκόμπαρα το καλοκαίρι. Ένα τραγούδι που μουσικά και στιχουργικά σε γεμίζει ελπίδα.

Κάπως έτσι, σε περίπου μισή ώρα και δέκα κομμάτια που θα μπορούσαν εύκολα να αναδειχθούν σε ραδιοφωνικές επιτυχίες, ο Joseph Tholl γεμίζει έναν δίσκο πρωτοφανώς ευχάριστο σε εποχές πολύ ζοφερές. Δαμάζοντας όλες του τις επιρροές και αφήνοντας το αδιαμφισβήτητο του ταλέντο να εκδηλωθεί σε όλο του το μεγαλείο χωρίς ποτέ όμως να «περιαυτολογεί», ίσα ίσα αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό, μια αμφισβήτηση όμως που αντί να τον κρατά πίσω τον οδηγεί σε έναν υπερβάλλοντα ζήλο, συγκρατημένο τόσο ώστε να κυκλοφορήσει έναν πανέμορφο δίσκο. Έναν δίσκο που ίσως επειδή δεν φέρει το βαρύγδουπο όνομα των υπόλοιπων σχημάτων του να μην του δοθεί αμέσως η δέουσα προσοχή, είμαι σίγουρη όμως ότι αργά ή γρήγορα ο δίσκος θα ανακαλυφθεί και θα τιμηθεί όπως του αξίζει.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET