Lia Hide, Cilia Katrali, Sissy Doutsiou κ.α. @ An Club, 04/10/26

Η απαγγελία είναι γένους θηλυκού

Από την Ειρήνη Τάτση, 07/10/2026 @ 13:00

Είναι κάποιες εκδηλώσεις, που γνωρίζεις από την πρώτη τους ανακοίνωση πως θα έχουν κάτι το ξεχωριστό. Μου ακούστηκε λοιπόν ιδανική η συνάντηση των Lia Hide και Sissy Doutsiou, δύο εγχώριων καλλιτεχνίδων τις οποίες εκτίμησα βαθιά τη χρονιά που μας πέρασε, συνεπώς και το διπλό τους χτύπημα, παρέα και με άλλους καλλιτέχνες που γνωρίζω λιγότερο, δεν προμυνηόταν να το χάσω. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια εμφάνιση στο An Club που τις τελευταίες εβδομάδες ό,τι και να γίνεται εκεί μέσα κερδίζει την εύνοια μου (ας δούμε την πρόσφατη βραδιά με τους Model / Actriz ενώ ακολουθούν κι άλλες).

Πέντε άνθρωποι, με σχήματα, χορευτές ή και χωρίς τίποτα από όλα αυτά, βρέθηκαν στη σκηνή για να υμνήσουν τον προφορικό λόγο και τον ελληνικό στίχο μετά μουσικής, κι εγώ θα κρατήσω το θηλυκό του αποτύπωμα, παρότι δεν υπήρξε μοναχά τέτοιο. Ο χώρος για Κυριακή βράδυ, δεν γέμισε ποτέ αλλά ούτε ήταν και άδειος, κυριάρχησε το αγαπημένο οικογενειακό συναίσθημα του An Club στην ατμόσφαιρα με αυτόν τον τρόπο.

Πρώτος στη σκηνή ανεβαίνει το παιδί των Δυτικών προαστίων, ο Vox Populi, που έρχεται από το χώρο του hip-hop μα η συνάφεια στην ποίηση και την απαγγελία παρά το ελαφρά διαφορετικό μουσικό ιδίωμα είναι ευδιάκριτη. Η πολιτική του ταυτότητα και δράση είναι δυνατά παρούσα αν όχι συνυφασμένη με τους στίχους του. Στίχοι σχεδιασμένοι για να ενοχλούν ή να ξυπνάνε, ανάλογα με το ποια πλευρά της ιστορίας είσαι. Θέλω να πιστεύω ότι μέσα στο An Club βρισκόμασταν όλοι στη δεύτερη, τη σωστή, αρκετά για να μας ενοχλήσει το γεγονός πως ο πολιτικός σύντροφος του Vox που έχουν γράψει μουσική μαζί είχε αντιμετωπίσει πρόβλημα με τα χαρτιά του ή για να καταλάβουμε ακριβώς τη νοητή σύνδεση Αθήνας – Μανωλάδας.

Όσο όμως μιλάμε για λαϊκή ταυτότητα δεν πρέπει να αφαιρούμε από την εξίσωση τη λαϊκή μουσική, τα samples συνεπώς του Vox περιείχαν μέσα τσιφτετέλια, καθώς κι ένα θέμα από το «Σεξ» της Έλλης Κοκκίνου – είχε άλλωστε η σεξουαλικότητα την τιμητική της ως θέμα εκείνο το βράδυ, και πολύ καλά έκανε, γιατί η σεμνοτυφία θα μας νεκρώσει. Θετικό στοιχείο πάντα να δείχνουμε την εκτίμηση μας στους εργαζόμενους μιας εκδήλωσης επί σκηνής. Μοναχός του στη σκηνή μια χαρά τα κατάφερε να ζεστάνει τη φάση και έμεινε να στηρίξει όλη τη συναυλία. Το hip hop den παύει να είναι δύσκολο άκουσμα για ‘μένα, μα πάντα σε περιπτώσεις σαν αυτή θα το παραδέχομαι.

Χωρίς ιδιαίτερο χώρο για ανάσες ή καθυστερήσεις, στη σκηνή ανεβαίνει τάχιστα ο Πυρετός 42. Στα πρώτα κυριολεκτικά βήματα του συγκεκριμένου, προσωπικού σχήματος για το Γιάννη Μητρόπουλο, είχαμε την ευτυχία να συμμετέχουμε κι εμείς εκείνο το βράδυ. Για να τοποθετήσουμε λίγο καλύτερα τον ήχο εκεί που βρίσκεται στα αυτιά των νέων γνώριμων, θα πούμε πως ο Γιάννης συμμετείχε στο σχήμα Cosmic Shadows. Πρόσφατα επέλεξε τη στροφή του σε ένα σχήμα ενός ατόμου, με μια κιθάρα με πολλή ψυχεδέλεια και παραμόφωση, και φυσικά με ελληνικό στίχο να τη συνοδεύει.

Ενώ τα πρώτα λεπτά κύλησαν πολύ ιδανικά με εξαιρετικά ευκρινή ήχο και συνθέσεις που κρύβουν εξαιρετικό ενδιαφέρον στο εσωτερικό τους, το σύστημα υπερφόρτωσε – μάλλον δεν άντεξε το χάος – το ένα ηχείο πέθανε για τα καλά στερώντας αρκετό χρόνο από την εμφάνιση του Πυρετού. Ο ίδιος βέβαια εξαιρετικός επαγγελματίας, έκλεισε το κομμάτι του πριν την παύση παρά το ηχητικό πρόβλημα, μαζί με τον ηχολήπτη δούλεψαν σωστά και γρήγορα ώστε να αντιμετωπιστεί και να διορθωθεί το πρόβλημα. Έτσι, οδηγηθήκαμε στο να μας παίξει ζωντανά τρία με τέσσερα κομμάτια αν δεν κάνω λάθος, τα οποία με έψησαν πολύ ώστε να περιμένω ολοκληρωμένη κυκλοφορία. Ευχόμαστε σύντομα σε επόμενη φορά χωρίς απρόοπτα, να χορέψουμε όπως πρέπει.

Βλακωδώς εντελώς, κοιτάζοντας το ροζογαλάζιο εξώφυλλο της «Προσβολής Δημοσίας Αιδούς», θεώρησα πως θα είναι γλυκανάλατο «έντεχνο» και προσπέρασα, πράγμα που με ντροπή αργότερα παραδέχτηκα και στην ίδια και γελούσε, παραδεχόμενη με τη σειρά της πως της το λένε συχνά αυτό. Ευτυχώς όμως διαβάζοντας τις έμπιστες κριτικές μας και τα λόγια της Σίσσυς Δουτσίου, κατάλαβα πως αυτός ο δίσκος, αυτή η τέχνη, γιατί δεν είναι μόνο μουσική, είναι για μένα. Με μηδενικό φίλτρο παρά αυτό της ομοιοκαταληξίας, η γυναικεία εμπειρία από τα σαλόνια και τις κρυφές ιστορίες στις κλειστές τους πόρτες στο πλάι, μέχρι τα πεζοδρόμια, μεταφέρεται αυτούσια σε ημιβιογραφικά ποιητικά κείμενα. Η Σίσσυ Δουτσίου δεν ενδιαφέρεται να τη γουστάρεις (εκτός κι αν είσαι ο μόνος που της αρέσει), παρά να βρει τη θέση της στον κόσμο και να δώσει λίγη φωνή σε αυτούς που οι φωνές τους δεν ακούγονται. Ψάχνει να μιλήσει στην κάβλα και σε ανακλάσεις σκηνών από κοριτσίστικες ιστορίες του περιθωρίου.

Η ίδια με ένα ροζ φόρεμα, μικρό αθώο ναζιάρικο κορίτσι όσο και γυναίκα που ζει με τη μουσική της ταυτόχρονα σε παρόν, παρελθόν και μέλλον, χορεύει και απαγγείλει με τη συντροφιά της λευκής φιγούρας και της παρέλασης των θαλάσσιων πλασμάτων που της κρατούν συντροφία. Το «Νέκταρ», η «Αθήνα», το «Θέλω Να Μάθω Να Σε Αγαπώ», με τα αιχμηρά τους λόγια αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα αθέατη. Την Σίσσυ την παρακολουθείς χωρίς ανάσα, και την ακολουθείς όπου μπορείς κι εσύ στιχουργικά μέσα από εκείνες τις αμέτρητες φορές που έπιασες τον εαυτό σου να έχει ζήσει παραλλαγμένες της ιστορίες της. Εμείς τα κορίτσια της νύχτας, ξέρουμε λίγο καλύτερα. Κάποια από εμάς δεν κοιμήθηκε ποτέ στο κρεβάτι με τα ρούχα, άλλη ποτέ με το μακιγιάζ στο πρόσωπο. Κι όλα μας κάνουν μοναδικές κι ελεύθερες – ίσως γι’ αυτό να μας έλειψε η αγαπημένη μου «Ισόβια» θ έλεγα ρομαντικά, παρόλο που ήταν εμφανές πως ο πραγματικός λόγος ήταν πως ο χρόνος είχε περιοριστεί και όλοι έκοβαν από λίγο από την εμφάνισή τους. Ακούσαμε και λίγα νέα κομμάτια με κλίμα νοτιοανατολικής Ασίας, από επερχόμενο δίσκο που μάθαμε πως πλησιάζει. Κράτησα το στίχο «Χορεύει doomjazz μαζί σου, αργά, πολύ αργά». Κάτι μου θύμισε. Πρέπει να δείτε τη Σίσσυ Δουτσίου για να πιστέψετε στα αυτιά σας. Εκτός αν αλήθειες σαν τις δικές της σας σοκάρουν, που τότε πρέπει λίγο περισσότερο να τη δείτε.

Με ένα μικρό διάλειμμα για στήσιμο καθώς πλέον περνούσαμε από τον έναν καλλιτέχνη στη σκηνή με τα υπόλοιπα να προσφέρονται από έτοιμους ήχους, σε σχήματα τριών ατόμων, φτάνουμε στην εμφάνιση της Σίλιας Κατράλη και της μπάντας της. Εντελώς διαφορετικό μουσικό πεδίο, πιο αέρινο και καλοκαιρινό έρχεται μέσα από τις ιστορίες της Σίλιας, που η μικροσκοπική της φιγούρα αναδύεται μέσα από ένα τεράστιο χρυσοποίκιλτο φόρεμα και με τα νάζια της μας μεταφέρει στις για κάποιο λόγο, πολύ έντονα ελληνικές, αστικές, ρομαντικές ιστορίες της. Και η Σίλια βρίσκεται λίγο περισσότερο εκτός των ακουσμάτων μου, αλλά γενικότερα πρέπει να μένεις κάτω από μια πέτρα μαζί με τον Πάτρικ τον αστερία για να μην έχει πέσει μπροστά σου η μουσική της, η οποία μάλιστα για αρκετή ώρα ηχούσε πολύ ευχάριστα.

Ίδια γνώμη φάνηκε να έχει και ο κόσμος που χόρευε, ενώ οι μουσικοί της σε πλήκτρα και κιθάρα την υποστήριζαν πολύ σωστά. Πιστεύω βέβαια η φωνή της Σίλιας ήθελε λίγη περισσότερη ένταση. Ωστόσο οφείλω να ομολογήσω πως ενδεχομένως, αν και καταλαβαίνω πλήρως τις τεχνικές ανάγκες της σειράς που επιλέχθηκε για να εμφανιστούν οι καλλιτέχνες, μετά το σοκ και την ευθύτητα που παρουσίασε η Σίσσυ τουλάχιστον για τα γούστα μου το πρόγραμμα άρχισε να ρίχνει πολύ τους τόνους και αυτό διήρκησε για πολλή ώρα. Υπήρχαν δηλαδή και πιο ορατά σημάδια πως είχαμε υπερβεί κάπως την ώρα εμφάνισης που προοριζόταν για το σχήμα της Σίλιας. Λίγο βιαστικά, η εμφάνιση έληξε κλείνοντας τον κύκλο της στα επιλεγμένα μουσικά μοτίβα με απόλυτη επιτυχία.

Περασμένη λίγο η ώρα, αλλά με τον κόσμο να μη δείχνει να πτοείται, η Lia Hide και οι πιστοί για χρόνια μουσικοί της συνοδοιπόροι σε μπάσο και κρουστά ανεβαίνουν τελευταίοι στη σκηνή, με τη Λία να είναι ταυτόχρονα πρωταγωνίστρια μα όχι πρώτη μούρη. Όταν η Λία εμφανίζεται με το σχήμα της, απλώνονται ισομερώς στη σκηνή κι εκείνη δίνει όλη της την ψυχή όχι μόνο στη φωνή της, αλλά και στην ιδιαίτερα απαιτητική πληθώρα αρμόνιων και synthesizers που συνοδεύουν τη μουσική της. «Κλέβοντας» λίγο μιας που η δισκογραφία του σχήματός της δεν περιλαμβάνει μόνο ελληνικούς στίχους, η Λία και η μπάντα της μας πέρασαν από όλη τους τη μουσική ιστορία. Κι ήταν πρόδηλο, πως αυτή η μπάντα έχει δέσει και μεστώσει μαζί, μιας που το ηχητικό τους αποτέλεσμα είναι πάντοτε εντυπωσιακό. Ατμόσφαιρες, μια πραγματικά εντυπωσιακή φωνή (που μέσα σε όλα είναι και δασκάλα αν το σκέφτεστε), εναρμονίζονται με το όλο.

Τη μπάντα της Λίας τη χαζεύεις, μα έρχεται η στιγμή να την ακούσεις λίγο πιο προσεκτικά όταν οι μουσικές επιλογές γυρνούν στον τελευταίο της δίσκο και πρώτο πείραμα με τα ελληνικά, “Aristophobia Nervosa”. Αυτό γιατί πρόκειται για μια συλλογή τραγουδιών πανέξυπνα γραμμένη, με την απαραίτητη δόση τόσο ρεαλισμού όσο και χιούμορ – οι στίχοι για τη μαμαδίστικη σπανακόπιτα του “Mint Life Crisis” έχουν αποτυπωθεί άλλωστε πια για τα καλά στο πρωτότυπο merch – ποδιά μαγειρικής που έγινε ανάρπαστο. Και θαρρώ πως έχω πια υπερθεματίσει για το “Eclectic Amnesia”. Μια εμφάνιση που πραγματικά δικαιώνει κάθε μας πρότερη στήριξη σε αυτό το τεράστιο ταλέντο. Μαρτυρίες που την άκουγαν πρώτη φορά ζωντανά έμειναν κάγκελο.

Κάπως έτσι αργά τη νύχτα, βρισκόμαστε στο ταξί του γυρισμού με μια βραδιά και δυο βινύλια πλουσιότεροι. Και στέκομαι εδώ στο γεγονός πως οι γυναίκες δεν κάνουμε πολλά για τις γυναίκες της σκηνής μας. Χρειάζεται καμιά φορά να μαζευτούμε και να γιορτάσουμε τη φύση μας, με τα αγόρια και τα υπόλοιπα πλάσματα να είναι τα στοιχεία δευτέρου ρόλου. Παρά τις πανέμορφες εμφανίσεις αυτής της βραδιάς, αυτό που έμεινε περισσότερο στην ψυχή μου ήταν όλες οι διαφορετικές μορφές κι εκφάνσεις της γυναικείας φύσης, ως υποκειμένου αθώου, ως υποκειμένου οργισμένου, ως υποκειμένου άκρως σεξουαλικό με τον τρόπο που αυτό επιλέγει να είναι σεξουαλικό. «Το σώμα απόλαυσε, απολαμβάνει και θα απολαμβάνει για πάντα». Κι εμείς πρέπει να βρίσκουμε και να εφευρίσκουμε ολοένα και περισσότερες αφορμές για να το γιορτάζουμε.

Φωτογραφίες: Χρήστος Λεμονής

  • SHARE
  • TWEET