Υπαρξιακά δεμένος με την λογοτεχνία και τη μουσική, χαρτογραφεί και τις δύο με την υπενθύμιση ότι οι χάρτες δεν είναι ποτέ ο τόπος ο ίδιος. Του αρέσει ό,τι μπορεί να περιγράψει ως πολύχρωμο, παραμυθικό,...
Grace Cummings
Bloodhorse!
Καλοδεχούμενος τέταρτος δίσκος απ’ την chamber folk / blues μουσικό, αλλά αβέβαιος ως προς τις προθέσεις του
Πρόκειται για τον τέταρτο δίσκο της folk μουσικού και συνθέτριας εξ Αυστραλίας ορμώμενης Grace Cummings και βλέπουμε πως ακόμη υπάρχει μία ανησυχία προσανατολισμού. Δύο χρόνια μετά το πολύ καλό "Ramona", το "Bloodhorse!" συνεχίζει την ενορχηστρωτική κατεύθυνση, με τον Jonathan Wilson να παραμένει πίσω απ’ το τιμόνι της παραγωγής, προς πιο bluesy και rock ηχοτοπία, επικυρώνοντας τόσο τις παρομοιώσεις που γίνονται με την Nina Simone (βλ. "My Island and Me"), όσο και με τους ύστερους Beatles (με το "John Lennon" να κάνει φανερή την επιρροή).
Το "Bloodhorse!" είναι πλημμυρισμένο από σκοτάδι, αδιόρατο μα αισθητό. Απ’ το ανατριχιαστικό gro-plan στην πορσελάνινη κούκλα του εξωφύλλου και το πρώτο single "FAKE", μέχρι τις μικροαναφορές στην χρήση, την κακοποίηση, τον τρόμο, κοκ. Μοιάζει να εμφορείται απ’ το ίδιο πνεύμα της άγριας (Αμερικανικής) επαρχίας, τραβώντας μία γραμμή που το ενώνει με άλλα άλμπουμ όπως το "Married In Mount Airy" της Nicole Dollanganger, ή το "Preacher’s Daughter" της Ethel Cain, που εντρυφούν σ’ αυτό το American Gothic ύφος από πιο indie σκοπιά. Υπονοεί πάντα περισσότερα απ’ όσα φαίνονται, ήδη απ’ τον τίτλο του, αφού blood horses είναι τα καθαρόαιμα άλογα αγώνων, τα οποία λόγω της επιλεκτικής αναπαραγωγής τους για μεγαλύτερες αποδόσεις, παρουσιάζουν διάφορες συμπεριφορικές και σωματικές αστάθειες.
Αυτό το σκοτάδι, βέβαια, δεν μεταφράζεται αντίστοιχα στην μουσική, όπου η chamber pop της φωτίζει κάθε άκρο του ηχητικού πεδίου. Με κύριο όχημα το πιάνο, τις φαζαριστές κιθάρες και κάμποσα έγχορδα, η Grace Cummings θα έλεγα χειρίζεται καλύτερα τον ηχητικό πλούτο, σ’ αντίθεση με το προηγούμενο άλμπουμ που μου έδινε την εντύπωση ότι το υλικό ντύθηκε με περισσότερα όργανα εκ των υστέρων. Έτσι, ο όγκος και οι λεπτομέρειες αναδεικνύουν τις συνθέσεις, χωρίς να μοιάζουν με κόλπα: άκου για παράδειγμα τα έγχορδα στο "See You In Fifty Years" ή το κρεσέντο του "The Magnum Opus…", όπως φυσικά και το εναρκτήριο "The Hills Are Alive…" και θα διαπιστώσεις μία προσεγμένη διαστρωμάτωση ήχων και αλληλεπίδρασης μεταξύ των οργάνων που κάνει το "Bloodhorse!" ιδιαίτερα μεστό και γεμάτο.
Υπάρχει, βέβαια, μία αντίθεση που μπερδεύει, κι αναφέρομαι στις δύο διαφορετικές τάσεις που έχει ο δίσκος. Απ’ την μία, αισθάνεσαι ότι είναι χαλαρό, λίγο bluesy, κάπως παιχνιδιάρικο και μάλλον easy-listening. Απ’ την άλλη, θέλει να πάει προς μία πιο αρρωστημένη γωνία, πονεμένη, αποδιοργανωμένη, και σκληρή. Το "Bloodhorse (Take Two)" - που αποτελεί την μεγαλύτερη έκπληξη σε δίσκο που θα ακούσεις φέτος και λειτουργεί καλύτερα αν το ακούσεις ως outro του ομότιτλου - κάνει καλά τη δουλειά του γι’ αυτή την επαρχιώτικη νοσηρότητα του Αμερικανικού Νότου που λέγαμε προηγουμένως. Όμως, μετά απ’ αυτό, νιώθω σαν να κλείνει ένα κεφάλαιο και να ανοίγει ένα άλλο, πιο γενικό θεματικά και πιο ενεργητικό μουσικά, που ελάχιστα, αν καν, συνδέεται με την αρχή, σαν η Cummings να βαρέθηκε στη μέση του δίσκου.
Βέβαια, αυτή η κυκλοφορία εξακολουθεί να έχει φανταστικά τραγούδια κι ας είναι άνισο. Το "My God" θα μπορούσε να είναι δάνειο απ’ τους London Grammar, το "FAKE" παραμένει συγκλονιστικό, και το "My Island and Me" σ’ αφήνει να απολαύσεις τη μαγευτική φωνή της Cummings σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Έχοντας ξεκαθαρίσει την θέση μου, λοιπόν, πιστεύω πως η Αυστραλή μουσουργός χρειάζεται να βρει μία πιο σίγουρη βάση για να ξεδιπλώσει την τέχνη της, και για την ώρα αυτή δεν έχει βρεθεί.
