Darkthrone
Pre-Historic Metal
Αρχέγονο μέταλλο, μουσειακή βαρβαρότητα και αρχετυπικές ανασκαφές
Θα μπορούσε κάλλιστα να ειπωθεί - ίσως μάλιστα και κυριολεκτικώς - πως ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι Darkthrone είναι σχεδόν αρχαιολογικός, αν όχι αμιγώς μουσειακός. Η διατύπωση δεν εμπεριέχει ίχνος ειρωνείας· αντιθέτως, περιγράφει με αρκετή ακρίβεια τη δημιουργική τους συνθήκη. Στους Darkthrone, η ανακύκλωση επιρροών, μοτίβων και μουσικών "δανείων" πραγματοποιείται πέρα ως πέρα συνειδητά, γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε επιπόλαιη κατηγορία περί πλαγιαρισμού. Πρόκειται, επί της ουσίας, για δύο μουσικούς που σκάβουν αδιάκοπα μέσα στα υπόγεια στρώματα της μεταλλικής ιστορίας, ανασύροντας ξεχασμένες αισθήσεις, ηχητικά απολιθώματα και μισοθαμμένες διαθέσεις από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 αλλά κυρίως από το heavy metal σύμπαν των ‘80s, προκειμένου να τους εμφυσήσουν νέα ζωή μέσα από τη δική τους φθαρμένη, σκουριασμένη και βαθιά βορειοευρωπαϊκή αισθητική. Η μεγάλη στροφή, κατά το μάλλον ή ήττον, συντελείται με το "The Cult Is Alive" του 2006. Εκεί, για πρώτη φορά με τόσο ξεκάθαρο τρόπο, η μπάντα εγκαταλείπει τον παγερό black metal μινιμαλισμό και στρέφεται ανοιχτά προς crust punk βρωμιά, Motörhead-ικές εξάρσεις και proto-metal λογικές. Η μετατόπιση, βεβαίως, είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται νωρίτερα· ήδη από το "Hate Them", παρότι η black metal βάση παρέμενε αισθητή, οι classic heavy/epic/speed επιδράσεις άρχιζαν να γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς.
Σε μεγάλο βαθμό, το "Pre-Historic Metal" συνεχίζει την πορεία που χαράσσουν ήδη από το "Arctic Thunder" μόνο που εδώ οι Darkthrone εμφανίζονται ακόμη πιο συμπαγείς., με τα riffs να διαδέχονται το ένα το άλλο με σχεδόν ακατάπαυστη ορμή. Ως εικός, το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος βαθιά εμποτισμένος από το πνεύμα και ‘80s, ωσάν ένα απλό exercise νοσταλγίας αλλά και σαν οργανική επαναφορά στις αρχέγονες μορφές του heavy metal. Λυσαλλέα thrash σημεία (τσεκάρετε το μεσαίο μέρος του ομώνυμου) άφθονα - ως γνωστόν - riffs που παραπέμπουν ευθέως στο πρώτο κύμα black metal, doom, ανεπαίσθητα epic περάσματα και κλασικό heavy, συνυπάρχουν εδώ μέσα σε ένα ενιαίο, σκουριασμένο ηχητικό σώμα, ενισχυμένο από έναν απολύτως "in-your-face" κιθαριστικό ήχο που προσδίδει ανεπιτήδευτη φυσικότητα. Και ίσως αυτό να αποτελεί το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό του δίσκου: οι Darkthrone ακούγονται βάρβαροι και πρωτόγονοι, αλλά ποτέ πρόχειροι. Κάτω από τη φαινομενική απλότητα κρύβεται ένα σχήμα που γνωρίζει απολύτως τι αφαιρεί, τι διατηρεί και πώς να μετατρέπει τέσσερις, σχεδόν, δεκαετίες μνήμης σε κάτι ακόμη λειτουργικό, ζωντανό και επιβλητικό. Το εντυπωσιακό είναι πως, παρά τη σχεδόν εμμονική προσήλωσή τους στο παρελθόν, οι Fenriz και Nocturno Culto αποφεύγουν τελικά να χαθούν μέσα σ’ αυτό. Οι αναφορές σε Celtic Frost, Mercyful Fate, πρώιμο doom και thrash metal λειτουργούν σαν οργανικά μέρη ενός ενιαίου ηχητικού σώματος.
Επί του εναρκτηρίου "They Found One of My Graves" ανακαλείται η προγονική μνήμη του ίδιου του heavy metal. Οι σκιές των Mercyful Fate πλανώνται αισθητώς και εμφανώς, μεταβολίζοντας το σκοτεινό μεγαλείο του "Don’t Break the Oath" και δη του "A Dangerous Meeting". Ένα αρχαίο απολίθωμα που εξακολουθεί ακόμη να πάλλεται. H πραγματική έκπληξη, πάντως, συντελείται προς το τέλος της σύνθεσης, όπου μέσω synth layers, το κομμάτι ανοίγεται προς μία ευθεία αναφορά στο 70s ψυχεδελο-prog, δημιουργώντας μία παράξενη κοσμική ατμόσφαιρα, ονειρική και αποπροσανατολιστική.
«Το "Pre-Historic Metal" ακούγεται σαν να έσυραν τα riffs τους μέσα από βάλτους, σπηλιές και καμένα rehearsal rooms τεσσάρων δεκαετιών αδιάκοπης ιστορίας. Primitive, raw και πεισματικά αντι-μοντέρνο, μετατρέπουν την απλότητα σε αρχέτυπο. Και κάπου εκεί, μέσα στη μονόλιθη proto-metal βραδύτητα, σκάει ένα λυσσαλέο thrash ξέσπασμα που θυμίζει πως οι Darkthrone εξακολουθούν να κουβαλούν στο DNA τους την ακραία ταχύτητα. Για λίγο, η εν λόγω σύνθεση παύει να μοιάζει με απολίθωμα και μετατρέπεται σε κανονική επίθεση. Για λίγες στιγμές, οι Darkthrone εγκαταλείπουν το τελετουργικό τους βάδισμα και θυμίζουν συμμορία speed-freaks των mid-’80s, με riffs που κουβαλούν εκείνη την "πεζοδρομιακή" βία του πρώιμου thrash. Είναι από εκείνες τις στιγμές όπου η μπάντα καταφέρνει να ακούγεται ταυτόχρονα γερασμένη και απολύτως ζωντανή. Και φυσικά, λίγο πριν το τέλος, σκάει και το απολύτως απαραίτητο και υποχρεωτικό Warrior-ικό UUUUGGGHHHHHH: Εκεί πλέον δεν γνωρίζει κανείς αν έχει εισέλθει στον παράδεισο, στην κόλαση ή σε κάποιο ενδιάμεσο frost-ικό proto-metal limbo. Έπος.
Το "Siberian Thaw" ειδικά αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη στιγμή του άλμπουμ: ένα κομμάτι όπου η ηρωική επικότητα του κλασικού heavy metal συγχωνεύεται με τη "δεινοσαυρική"/σκουριασμένη blackened αισθητική της ύστερης περιόδου τους, οδηγώντας σε ένα refrain εν είδει πολεμικής ιαχής. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της περιόδου των Darkthrone: δεν προσπαθούν πια να αποδείξουν τίποτα. Δεν κυνηγούν ακραίες ταχύτητες - με ελάχιστες εξαιρέσεις - ή μοντέρνες ανανεώσεις. Δύο άνθρωποι, μόνοι τους, εξακολουθούν να γράφουν μουσική αποκλειστικά με βάση τα δικά τους ένστικτα, αδιαφορώντας πλήρως για τη διαδικτυακή μεταλλική μικροπολιτική. Και κάπως έτσι, σχεδόν παραδόξως, εξακολουθούν να ακούγονται πιο "true" από τη συντριπτική πλειονότητα των επιγόνων τους.
Το "Deeply Rooted" αποτελεί ιδεολογική διακήρυξη, κυρίως εξαιτίας του ίδιου του μουσικού του DNA: ένα κομμάτι βαθιά εμποτισμένο με αρχετυπικά ‘80s riffs, βγαλμένα λες από κάποια ξεχασμένη συνοριακή περιοχή ανάμεσα σε proto-thrash, first wave black και κλασικό heavy, για να εκβάλει τελικώς σ’ ένα επικό και αλλόκοτα θεατρικό Mercyful Fate/ In Solitude φωνητικό φινάλε.
«Στο "The Dry Wells of Hel" οι Darkthrone επενδύουν τη γνώριμη vintage βαρύτητά τους με τον χαρακτηριστικό δανειοδοτούμενο Darkthrone riffing, δημιουργώντας μία από τις πλέον occult στιγμές του δίσκου. Η σύνθεση ισορροπεί ανάμεσα σε νεκρική doom μεγαλοπρέπεια και παλαιολιθικό metal. Highlight, ασφαλώς, αποτελούν τα απολαυστικά King Diamond-ικά falsettos του Fenriz.
Το "So I Marched to the Sunken Empire" λειτουργεί ως μία από τις πιο υποβλητικές στιγμές του δίσκου. Ως instrumental, κινείται σε πιο ανοιχτά ηχητικά τοπία, όπου το synth προσδίδει στο κομμάτι μία παράξενη, φασματική διάσταση - μία υπόμνηση ότι κάτω από τη σκουριασμένη επιφάνεια εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για πιο ανοιχτές, οραματικές εκτροπές.
Το "Eon 4" - στην τέταρτή του δηλαδή εκδοχή - λειτουργεί ως αυτοαναφορικό έπος των ύστερων Darkthrone. Πρόκειται ουσιαστικά για μία σύνθεση που επανέρχεται συνειδητά πάνω στις ίδιες doom/heavy φόρμες, ανακυκλώνοντας γνώριμες riff-στιγμές και χαρακτηριστικές κινησιολογίες της πρόσφατης περιόδου τους, ωσάν μία εμμονική επαναδιατύπωση ενός προσωπικού μουσικού ιδιώματος που οι ίδιοι εξακολουθούν να σμιλεύουν δίσκο με τον δίσκο. Τα riffs του μοιάζουν να σέρνονται πάνω σε ερείπια παλαιού metal μεγαλείου· και όμως, κάτω από αυτή τη φαινομενική "δεινοσαυρική" ακινησία, το κομμάτι καταφέρνει και εξελίσσεται κορυφώνοντας έναν τιμιότατο ποιοτικά δίσκο.
Εν τέλει, το "Pre-Historic Metal" δύσκολα μπορεί να αξιολογηθεί με τα συμβατικά κριτήρια μιας ακόμη νέας κυκλοφορίας. Οι Διόσκουροι υφίστανται σταθερά εκτός εποχής, ως ένα ιδιότυπο μεταλλικό αρχέτυπο που ανασκάπτει αδιάκοπα τις αρχέγονες μορφές του metal, επαναφέροντάς τες στο παρόν μέσα από μια αισθητική φθοράς, σκουριάς και σκανδιναβικής ερημίας. Και ναι, σε αρκετές στιγμές ο δίσκος μοιάζει σχεδόν αυτάρεσκα προσκολλημένος στα ίδια του τα riffs, στις ίδιες "δεινοσαυρικές" εμμονές του. Πρόκεται για ένα μεγάλο και άκρως επιδραστικό σχήμα, φορείς μιας ολόκληρης μεταλλικής ιστορικής μνήμης, βαθιά ριζωμένης κάτω από στρώματα σκουριάς, κασέτας και rehearsal room σκόνης.
