Αλήθεια, Geoff, χρειαζόμαστε ακόμη ένα "Operation: Mindcrime";
Η εγκληματική δισκογραφική συνέχεια ενός μυθικού δίσκου
Η πρόσφατη ανακοίνωση του Geoff Tate πως σχεδιάζει να κυκλοφορήσει ένα τρίτο μέρος του "Operation: Mindcrime" δεν στέκει ως μια ακόμη δισκογραφική είδηση, μα ως μια κίνηση που ανοίγει ξανά μια παλιά πληγή. Μια συζήτηση που ξεκίνησε ήδη από το 2006, όταν κυκλοφόρησε το "Operation: Mindcrime II", και που έκτοτε δεν σταμάτησε ποτέ πραγματικά.
Το αρχικό "Operation: Mindcrime" του 1988 παραμένει ένας από τους πιο εμβληματικούς concept δίσκους στο metal στερέωμα, ένα σημείο αναφοράς για το πώς το progressive metal μπορεί να συνδυάσει πολιτική αλληγορία και μουσική ανωτερότητα. Έτσι, το δεύτερο μέρος του υπήρξε εξ αρχής ένα δύσκολο εγχείρημα. Από τη μία πλευρά, υπήρχε η αυτονόητη απορία του τι απέγινε ο Nikki και πού κατέληξε εκείνη η ιστορία συνωμοσίας και χειραγώγησης. Από την άλλη, όμως, υπήρχε ο φόβος ότι η επιστροφή σε έναν τόσο μνημειώδη θεματικό δίσκο θα έμοιαζε περισσότερο με ένα νοσταλγικό bra de fer παρά με μια ουσιαστική δημιουργική ανάγκη.
Πάντως, το "Operation: Mindcrime II" δεν ήταν ένας κακός δίσκος, τουναντίον. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν η απόλυτη καταστροφή που συχνά περιγράφεται σε διαδικτυακές αναζητήσεις και λοιπές συζητήσεις. Υπήρχαν στιγμές που θύμιζαν γιατί οι Queensrÿche υπήρξαν κάποτε μια από τις πιο συναρπαστικές μπάντες του progressive metal, με σοβαρές ιδέες, στιβαρές ενορχηστρώσεις και κάποιες συνθέσεις που λειτουργούσαν μέσα στο δραματικό πλαίσιο της ιστορίας, με επιπλέον κερασάκι τη guest συμμετοχή του Ronnie James Dio.
Υπήρχε, ωστόσο, μόνιμα το ζήτημα που αντιμετωπίζει κάθε sequel ενός επιτυχημένου δίσκου διαχρονικά, πόσο μάλλον όταν εκείνο έρχεται ετεροχρονισμένα από το πρώτο άλμπουμ. Όσο κι αν προσπαθούσε το "Mindcrime II" να σταθεί ισοϋψές, έμοιαζε καταδικασμένο να συγκρίνεται και να υπολείπεται με έναν δίσκο που είχε ήδη περάσει στο πάνθεον της δισκογραφίας του σκληρού ήχου. Και σε αυτή τη σύγκριση, σχεδόν κανένα έργο δεν θα μπορούσε να σταθεί πραγματικά όρθιο, όσο ανταγωνιστικό και αν στεκόταν. Στην προκειμένη, δε, το αποτέλεσμα κρίνεται ως ένας δίσκος αξιοπρεπής αλλά άνισος, όντας μια δημιουργική αναλαμπή σε μια περίοδο όπου η μπάντα έδειχνε ήδη σημάδια κόπωσης.
Κοιτάζοντας πίσω, το 2006 μοιάζει σχεδόν με το τελευταίο κεφάλαιο μιας συγκεκριμένης εποχής για το συγκρότημα. Τα χρόνια που ακολούθησαν σημαδεύτηκαν από εντάσεις, διαφωνίες και τελικά την περιβόητη διάσπαση που οδήγησε στην αποχώρηση του Geoff Tate από τους Queensrÿche. Ήταν ένα επεισόδιο που δεν άφησε μόνο νομικές εκκρεμότητες αλλά και μια πικρή γεύση στο κοινό της μπάντας, όσο κι αν εκείνη ανέκαμψε μερικώς με την προσχώρηση του Todd La Torre.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ενός τρίτου μέρους του "Operation: Mindcrime" μοιάζει λογική και παράδοξη ταυτόχρονα. Λογική, Καθώς ο Tate υπήρξε ο βασικός αφηγητής αυτού του σύμπαντος με τη φωνή του, τη θεατρικότητά του και την αισθητική του να συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία της κληρονομιάς του δίσκου. Από μια άποψη, αν κάποιος έχει το δικαίωμα να επιστρέψει σε αυτή την ιστορία, ίσως αυτός να είναι μονάχα ο ίδιος.

Ωστόσο, η επιστροφή σε ένα θρυλικό έργο μπορεί να είναι γόνιμη μόνο όταν υπάρχει μια πραγματική καλλιτεχνική ανάγκη. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια άσκηση αυτοαναφορικότητας, ένα είδος μουσικού fan service που απευθύνεται περισσότερο στη νοσταλγία και τις αναμνήσεις παρά στην ουσιαστική καλλιτεχνική δημιουργία. Με τον Geoff Tate να στέκει ως ένας από τους πιο χαρισματικούς frontmen της σκηνής στα ‘80s, έχοντας μια σπάνια φωνή με εύρος, χαρακτήρα και μια σχεδόν θεατρική ένταση που έκανε τις ιστορίες του "…Mindcrime" να μοιάζουν ζωντανές, φτάνουμε στο σήμερα και με το χρόνο να στέκει αμείλικτος εχθρός. Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, με τις διάφορες επετειακές περιοδείες κι anniversary εμφανίσεις, η καλλιτεχνική του παρουσία κινείται περισσότερο στο πεδίο της αναβίωσης παρά της ανανέωσης, προσπαθώντας να μαζέψει τα τελευταία «συντάξιμα ένσημα» μιας καριέρας που ουσιαστικά έχει τελειώσει εδώ και χρόνια.
Πολλοί σπουδαίοι μουσικοί φτάνουν στη φάση όπου η σχέση τους με το κοινό βασίζεται κυρίως στο παρελθόν τους. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η επιστροφή σε εκείνο το παρελθόν γίνεται τόσο έντονη ώστε αρχίζει να το φθείρει, δημιουργώντας μια σκιά που καλύπτει σαν μέλαν πέπλο μια κληρονομιά κατά τα άλλα αλαβάστρινη. Γιατί, ας μη γελιόμαστε· η κληρονομιά των Queensrÿche δεν αποτελεί μονάχα μια σειρά καλών δίσκων, μα αφορά μια περίοδο δημιουργικής τόλμης που κορυφώθηκε με το "Operation: Mindcrime", καθώς εκείνο κατάφερνε να συνδυάσει πραγματικά προοδευτικά μουσικά στοιχεία κι αιχμηρό κοινωνικό σχολιασμό, σε μια εποχή που το metal σπάνια επιχειρούσε κάτι τόσο σύνθετο.
Η πιθανότητα να καταλήξει αυτή η προσπάθεια σε μια άνευρη επανάληψη είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτή. Μοιάζει μάλλον δεδομένη, αφού το να χτίσεις κάτι αντάξιο του "Operation: Mindcrime" απαιτεί όχι μόνο έμπνευση αλλά και ένα δημιουργικό περιβάλλον που δύσκολα αναπαράγεται δεκαετίες αργότερα. Το αρχικό έργο υπήρξε προϊόν μιας συγκεκριμένης συγκυρίας, συγκεκριμένων ανθρώπων (βλ. και Chris DeGarmo) αφού έβρισκε μια μπάντα που βρισκόταν στο δημιουργικό της απόγειο και είχε ακόμη πράγματα να αποδείξει, όπως κι έπραξε μέχρι και το κορυφαίο "Promised Land".
Θαρρώ πως το ερώτημα δεν βρίσκεται στο αν χρειάζεται ένα νέο "Operation: Mindcrime". Δεν χρειάζεται και το βεβιασμένο της ύπαρξης του τρίτου μέρους φωνάζει εκμετάλλευση του θυμικού των οπαδών και καλλιτεχνική ξεπέτα. Μερικές ιστορίες λειτουργούν καλύτερα όταν μένουν ως έχουν, καθώς η δύναμή τους βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν εξαντλούνται σε ατελείωτες ή αχρείαστες επαναλήψεις και sequels. Αν το τρίτο μέρος καταφέρει να σταθεί επαρκώς άξιο αυτής της κληρονομιάς, τότε θα πρόκειται για μια μικρή καλλιτεχνική νίκη, αλλά και δεδομένα για μια έκπληξη μεγατόνων. Αν όμως αποδειχθεί, όπως και αναμένεται εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, μια ακόμη προσπάθεια ανακύκλωσης του ένδοξου παρελθόντος, τότε ο κίνδυνος να θυμόμαστε λιγότερο το μεγαλείο του "… Mindcrime" και περισσότερο τις σκιές των συνεχειών του είναι προφανής. Σε έναν κόσμο όπου η νοσταλγία έχει γίνει κομμάτι εκμετάλλευσης εντός της μουσικής βιομηχανία, η ισορροπία ανάμεσα στη μνήμη και στη δημιουργία είναι πολύ λεπτή. Και ο Geoff Tate βρίσκεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη γραμμή, οδεύοντας στο να χαθεί στη λησμονιά του ίδιου του του παρελθόντος.
