Μοιραζόμενος τις απόψεις του μέσω του Rocking.gr, προσπαθεί να ισορροπήσει στην λεπτή γραμμή μεταξύ υποκειμενικού οπαδισμού και αντικειμενικής οπτικής περί μουσικής. Καθώς κινείται ηχητικά σε μια περιοχή...
Geoff Tate
Operation: Mindcrime III
Ένα άνισο έργο ενός δημιουργού που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το ίδιο του το παρελθόν
Δεν πέρασε πολύς καιρός από εκείνες τις σκόρπιες σκέψεις σχετικά με την επιστροφή του Geoff Tate στο concept του "Operation: Mindcrime", με το άλμπουμ να κυκλοφορεί, πλέον, εδώ και μερικές ημέρες, κουβαλώντας ένα δυσβάσταχτο ειδικό βάρος στις πλάτες του. Βλέπετε, όταν αποφασίζεις να επιστρέψεις σε ένα από τα σημαντικότερα θεματικά άλμπουμ στην ιστορία του progressive metal, δεν έχει σημασία να γράψεις μονάχα μερικά συμπαθητικά τραγούδια. Στην πραγματικότητα, επαναπροσεγγίζεις ολόκληρη την κληρονομιά ενός μυθικού έργου, όντας αντιμέτωπος με την τάση των μύθων να καταπίνουν σχεδόν τα πάντα γύρω τους.
Προφανώς, ο Geoff Tate δεν είναι αφελής, επιλέγοντας να επιστρέψει στην, ίσως, σπουδαιότερη στιγμή της καριέρας του. Γνωρίζει πολύ καλά το ειδικό βάρος αυτού του τίτλου, όπως και ότι η οποιαδήποτε απόπειρα συνέχειας δεν θα κριθεί αποκλειστικά ως αυτόνομο έργο, αλλά ως αντανάκλαση ενός αριστουργήματος που εξακολουθεί να δεσπόζει, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, στην αφρόκρεμα του σκληρού ήχου. Την ίδια στιγμή, όμως, τον ξαναφέρνει στην επικαιρότητα, προσφέροντας δημοσιότητα και ενδιαφέρον στο λυκόφως της καριέρας του, κάτι που υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα συνέβαινε σε αυτόν το βαθμό.
Υπό αυτό το πρίσμα, το νέο άλμπουμ του Αμερικάνου ερμηνευτή μοιάζει διαρκώς διχασμένο ανάμεσα στην επιθυμία να σταθεί μόνο του και στην αδυναμία να αποκοπεί από το παρελθόν που επικαλείται. Στις καλύτερες του στιγμές, στις οποίες ανήκει αδιαμφισβήτητα το πρώτο single του δίσκου, υπάρχει μια αίσθηση σκοπού, με ουσιαστικές δυναμικές και τον Tate να καταφέρνει να αναδεικνύει τα θετικά στοιχεία των παροντικών του δυνατοτήτων. Ομολογουμένως, σε αυτές τις μεμονωμένες στιγμές, αμφιταλαντεύεσαι πως ίσως αυτή η επιστροφή έχει, τελικά, λόγο ύπαρξης.
Ρεαλιστικά, όμως, η πλάστιγγα γέρνει ξεκάθαρα κατά τη ροή του δίσκου. Το βασικότερο πρόβλημα του άλμπουμ δεν είναι η ανεπάρκεια έμπνευσης, αφού σε αρκετές στιγμές ακούγεται αξιοπρεπές, επαγγελματικό, ακόμη και μερικώς εμπνευσμένο. Είναι η αστάθεια και η ανεπάρκεια συνέπειας, αφού οι καλές του ιδέες μοιάζουν ημιτελείς, δίχως να τους δίνεται χώρος ή χρόνος να ξεδιπλωθούν. Την ίδια στιγμή, η απόπειρα αναβίωσης της ατμόσφαιρας του πρώτου μέρους μοιάζει με στείρα αντιγραφή, αφού η κινηματογραφική διάσταση απουσιάζει, δίνοντας τη θέση της σε κάτι μάλλον ρηχό συναισθήματος και ουσίας.
Ταυτόχρονα, η διαχείριση του concept έχει εντελώς διαφορετική προσέγγιση σε αυτό το τρίτο μέρος, αφού το ενιαίο αφηγηματικό σύμπαν του άλμπουμ του 1988, έχει δώσει τη θέση του σε μια χρήση μοτίβων που σκοπό έχουν την επίκληση στη νοσταλγία. Στην πραγματικότητα, ο τίτλος του άλμπουμ χρησιμεύει ως συμβολικό κεφάλαιο, χωρίς να καταφέρνει να χτίσει πραγματική δραματουργική συνέχεια ή να το επεκτείνει δημιουργικά. Μάλιστα, και μουσικά υπάρχει μια διαρκής αίσθηση ότι ο δίσκος φοβάται να αφεθεί, είτε προς μια πιο progressive κατεύθυνση, είτε προς μια πιο ατμοσφαιρική διάσταση, δίχως να επιτυγχάνει να μπλέξει αρμονικά τους δύο κόσμους.
Η σχέση του Geoff Tate με το ίδιο του το παρελθόν είναι στο επίκεντρο της συζήτησης (και) αυτού του προσωπικού του δίσκου. Το "Operation: Mindcrime III" επιχειρεί, κατά κάποιον τρόπο, να κλείσει αυτόν τον κύκλο. Να επαναδιεκδικήσει ένα κομμάτι της ιστορίας που ο Tate θεωρεί, ίσως δικαιολογημένα ως ένα σημείο, δικό του. Ωστόσο, η ίδια αυτή πρόθεση λειτουργεί τελικά και περιοριστικά, αφού κάθε νέο του πόνημα συγκρίνεται αναπόφευκτα με κάτι ιστορικά και δεδομένα μεγαλύτερο από το ίδιο.
Είναι, όμως, συγκινητικό πως ο Tate δεν ακούγεται αδιάφορος, κάθε άλλο. Η φωνή του, παρά τα αναπόφευκτα σημάδια του χρόνου, εξακολουθεί να διαθέτει εκφραστικότητα και θεατρικότητα, ψήγματα αυτού του μετάλλου που τον έχουν τοποθετήσει στο βάθρο των κορυφαίων ερμηνευτών που έχει δει ο σκληρός ήχος. Δεν φτάνει, φυσικά, τα δυσθεώρητα επίπεδα των late ’80s, αλλά δεν νομίζω πως περίμενε και κανείς κάτι τέτοιο πλέον.
Θαρρώ ότι είναι προφανές πως η συζήτηση θα ήταν διαφορετική αν το άλμπουμ έφερε οποιονδήποτε άλλον τίτλο πέραν του συγκεκριμένου. Αν μιλούσαμε απλώς για τη νέα προσωπική δουλειά του Geoff Tate, πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν πολύ πιο επιεικώς, μπορώντας θεωρηθεί μία από τις καλύτερες – αν όχι η κορυφαία – προσωπικές του κυκλοφορίες, γεγονός που, σε έναν βαθμό, εξακολουθεί να ισχύει. Σε σύγκριση με άλλες δουλειές της post-Queensrÿche εποχής του, το επίπεδο είναι σαφώς ανώτερο, οι συνθέσεις πιο εστιασμένες και η συνολική αισθητική πιο συνεκτική. Ωστόσο, όπως αναμενόταν, το "Operation: Mindcrime III" αποτυγχάνει να δικαιολογήσει πραγματικά την ίδια του την ύπαρξη ως συνέχεια ενός μυθικού δίσκου, όπως κάθε τι αξιοπρεπές λυγίζει στη σύγκριση με κάτι ανεπανάληπτο.
