Full Of Hell, Jarhead Fertilizer @ An Club, 28/04/26

Η κόλαση είναι άδεια, όλοι οι δαίμονες είναι εδώ

Από την Ειρήνη Τάτση, 30/04/2026 @ 11:18

Είναι χρόνια που θυμάμαι τους Full Of Hell, να μεγαλώνουν και να γίνονται όλο και περισσότερο ένα από τα συγκροτήματα που βασίλευαν στις προτιμήσεις του ελληνικού κοινού. Ειδικά μετά την κυκλοφορία του εμβληματικού “Trumpeting Ecstasy, τόσο εγχώρια όσο και γενικότερα, οι Full Of Hell άρχισαν να κερδίζουν έδαφος ως ένα συγκρότημα πρωτόλειο χωρίς να είναι πρωτόγονο, γεμάτο ανυποχώρητη οργή και ορμή για πράγματα που έκρυβε μέσα του καιρό. Η συνεχής ανάγκη τους δε, να συνεργάζονται με άλλους καλλιτέχνες παντός τύπου με σκοπό το σπάσιμο των ορίων στη μουσική τους δημιουργία, άνοιξε την πρόσβαση στη μουσική τους και σε κοινά που ίσως να έβρισκαν τους ήχους τους πάρα πολύ δύσκολους. Όσο αυτοί θέριευαν παγκοσμίως, τόσο θέριευε και η ανάγκη και λύσσα του ελληνικού κοινού να απολαύσει ζωντανά μία εμφάνισή τους, μιας που αυτές απέκτησαν θρυλικό στάτους με τα χρόνια.

Αυτό το πάθος, λίγο αργοπορημένα δε, παρ’ όλα αυτά εισακούσθηκε από τη σύμπραξη Smoke The Fuzz και Como Esta Events, που έσπρωξαν την ευρωπαϊκή τους περιοδεία και από τα μέρη μας, έτσι ώστε να κλείσουν αυτό τους το ταξίδι σε μια πόλη που όπως ο Dylan Walker μας εξομολογήθηκε, είχε ακούσει τα καλύτερα και ανυπομονούσε να βιώσει το συναυλιακό της παλμό από κοντά. Το πλήρωμα του χρόνου συμπληρώθηκε λοιπόν κι έτσι, αυτή η μοιραία Τρίτη της εικοστής ογδόης Απριλίου, μας χάρισε βασιλικά παιγμένο ακραίο metal.

Μπορεί το πρωινό οκτάωρο ως ωράριο εργασίας εν πολλοίς να θεωρείται προτέρημα στις μέρες μας, ωστόσο το άγχος του να τα προλάβεις όλα ενώ τρέχεις και για συναυλία είναι ένα φορτίο που δεν θα το θέλαμε σε τέτοιο βαθμό. Ας είναι όμως, και παρά τη ζούγκλα της Αθήνας που χρόνο με το χρόνο δυσχεραίνει αντί να δαμάζεται, φτάσαμε στο An Club που βρισκόταν αντιμέτωπο με τη φιλοξενία ενός δύσκολου live. Με χαρά γρήγορα συνειδητοποίησα ότι σχεδόν σε πλήρη απαρτία, οι Αθηναίοι που στηρίζουν τους Full of Hell εδώ καιρό έσπευσαν για να στηρίξουν την παρουσίας τους, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις όσους έχουν μετεγκατασταθεί μόνιμα στο εξωτερικό.

Από νωρίς κιόλας, ο χώρος του An γεμίζει ασφυκτικά όχι λόγω της ποσότητας κόσμου αλλά του καπνού. Ομολογώ πως με τα νέα συναυλιακά δεδομένα συχνά ξεχνώ πόσο αποπνικτική μπορεί να γίνει η ατμόσφαιρα εάν καπνίζουν σχεδόν όλοι, αυτή τη φορά δυστυχώς το θυμήθηκα. Μια μπύρα για να το ξεχάσω και, στρατηγική θέση μέσα στη λαοθάλασσα έτσι ώστε να χαρούμε και τους συνοδούς των Full Of Hell στην περιοδεία τους, Jarhead Fertilizer. Συνοδούς τώρα, τρόπος του λέγειν, αφού τα συγκροτήματα μοιράζονται δύο μέλη – από τώρα θα δώσουμε τα συγχαρητήρια μας με φανταστική θερμή χειραψία στους Sam DiGristine κι ακόμη περισσότερο στον David Bland που σε θέση σκέτων κρουστών στους Full Of Hell και διπλή θέση κρουστών και φωνητικών στους Jarhead Fertilizer άντεξε το ακατόρθωτο, πραγματικό τέρας αντοχής. Οι Jarhead Fertilizer παλεύουν σε ένα ιδίωμα λίγο πιο στενά οριοθετημένο σε σχέση με τους Full Of Hell, εξερευνώντας το death / grind σε κάθε πιθανό του συνδυασμό.

Από κάπου εκεί λογικά προκύπτει και η ιδία να κάνεις το drummer τραγουδιστή, παρόλο που όπως προείπαμε, εκείνος τα κατάφερε με τρόπο θεαματικό. Οι Jarhead δεν χρειάστηκαν παραπάνω από ελάχιστα λεπτά (θα μπορούσα να πω και τρία κομμάτια, αλλά θα φαινόταν αλλιώς) για να κάνουν το An Club να τρανταχτεί. Με δύο μόλις full length δίσκους στο ενεργητικό τους, η τετράδα βομβάρδισε το χώρο με πρώτης τάξεως κλωτσοπατινάδες, ενώ το κοινό έλαβε γρήγορα το σήμα για να αρχίσει «τα όργανα» από νωρίς στη μικρή moshpit «φωλιά» του An Club. Εμφάνιση για δυνατούς παίχτες που γέμισε μόνο ανυπομονησία τις ψυχές μας.

Το «τράνταγμα» ωστόσο σκόπιμα χρησιμοποιήθηκε ως έννοια, μιας που έχει και μια άλλη πτυχή, ενδεχομένως λίγο αρνητική αλλά στην τελική, αυτό είναι και κάπως θέμα προτιμήσεων. Αυτό που κατάφερα να παρατηρήσω λόγω του συνδυασμού αυξανόμενης εμπειρίας σε συναυλίες σε χώρους του εξωτερικού αλλά και του γεγονότος πως τα συγκροτήματα είχαν δικούς τους ηχολήπτες, ήταν το εξής. Οι εντάσεις κινήθηκαν όλες, σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από αυτά που έχουμε συνηθίσει εδώ πέρα, φυσιολογικές έως και χαμηλές για συνθήκες μικρών club εξωτερικού. Αυτό έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το τι αντέχει ο κάθε χώρος και τα υλικά του ώστε να παραχθεί ένα καλό αποτέλεσμα. Στη δική μας περίπτωση, αυτό που κατάφερε να συμβεί ήταν ότι, ναι μεν λόγω των εντάσεων τα συγκροτήματα είχαν καταπληκτικό ήχο (οι κιθάρες των Full Of Hell για παράδειγμα ήταν από τις πιο καθαρές που έχουμε ακούσει διαχρονικά εντός του An Club), από την άλλη όμως, δημιουργήθηκαν δονήσεις στο κτίριο που δεν θα κρύψω ότι σε στιγμές με άγχωσαν. Σημείωση που την κρατάμε φυσικά για να επιστρέψουμε, αφού πούμε τα βασικά για την εμφάνιση του κυρίως πρωταγωνιστή.

Με το απαραίτητο διαλειμματάκι, τόσο όσο για μία ανάσα, μπύρα ή ό,τι προτιμά ο καθένας, οι Full Of Hell ανέβηκαν στη σκηνή με πραγματικά ολιγόλεπτη καθυστέρηση. O Dylan Walker, αδιαφιλονίκητος μπροστάρης του συγκροτήματος, σκίζει τον αέρα στα δύο με φωνητικά από την κόλαση η οποία, γεμίζει τα σωθικά του. Οι Full Of Hell, έχουν το όνομα, αλλά έχουν και τη χάρη. Μέσω κάποιας μαγικής δύναμης, οι Sam και David συνεχίζουν ακάθεκτοι έναν ηχητικό διασυρμό που εκτείνεται από το grindcore στο sludge, κι από εκεί στο post doom και το death metal. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Full Of Hell, δηλαδή τα ηλεκτρονικά samples που γεμίζουν τον ήχο τους υπό την ακούραστη μαεστρία του Walker, πλέκουν με απόκοσμες υφές το επίγειο κολαστήριο.

Στυλοβάτες του setlist, τα κλασσικά πλέον “Trumpeting Ecstasy” και “Weeping Choir” όπως και το πρόσφατο “Coagulated Bliss”, καθώς τα περισσότερα κομμάτια που ακούσαμε προέρχονται από εκεί. Ωστόσο, δεν έλειψαν κι εκπλήξεις από διάφορα άλλα σημεία της δισκογραφίας των Full Of Hell – είτε από την άρρωστη συνεργασία με τον Merzbow, είτε από παλαιότερα σημεία της δισκογραφίας τους. Αυτό για το οποίο μάλλον όμως δεν ήμασταν τόσο προετοιμασμένοι ήταν η διάρκεια, καθώς είναι γνωστό πως συγκροτήματα σαν τους Full of Hell είναι σχετικά περιορισμένα στο πόσο χρόνο μπορούν να παίξουν, εύλογα, λόγω αντοχών που προκύπτουν από τις έντονες σωματικές απαιτήσεις της μουσικής τους. Οι Full Of Hell όμως τη γέμισαν τη μία ώρα, πράγμα που αντικατοπτρίσθηκε σε σετ άνω των είκοσι κομματιών, μιας που και η δική τους ξεχωριστή διάρκεια είναι κι αυτή σύντομη. Βέβαια, κορωνίδα σε ό,τι ακούσαμε κατά πάσα πιθανότητα να στάθηκε το κλείσιμο, με τη διασκευή στο “Oven” των Melvins.

Πέραν βέβαια των τυπικών της απόδοσης των Full Of Hell που προαναφέρθησαν, μεγάλη νίκη ήταν και η αλληλεπίδραση τους με το κοινό. Ο Walker δεν σταμάτησε τα σκόπιμα ανόητα αστεία – για το ντύσιμό του που θύμιζε τουρίστα, για τα πράγματα που είδε για πρώτη φορά στην Αθήνα, για τις αντιδράσεις μας και το πόσο φιλόξενα ένιωθε. Από κάτω, φυσικά επικρατούσε ο όλεθρος με την κάθε ευκαιρία. Οι ταχύτητες εντός του moshpit αυξομειωνόντουσαν πάντα στη σωστή αναλογία με το επικρατών είδος μουσικής, ενώ μεγάλη μερίδα των παρευρισκόμένων συμμετείχε στους στίχους. Δεν είναι επίσης πολλές οι φορές που βλέπουμε μέλη του προσωπικού ενός χώρου να γίνονται ένα με το κοινό – πράγμα που ομολογεί πολλά για το πόσο και πόσοι περιμέναμε αυτή τη συναυλία.

Λες και ήταν μόλις ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, η πρώτη εμφάνιση των Full Of Hell στην Αθήνα ήταν πλέον γραμμένη στην ιστορία. Κάτι μου λέει πως δεν θα αργήσει να επαναληφθεί.

Φωτογραφίες: Άννα Βασιλικοπούλου

SETLIST

Burning Myrrh
Transmuting Chemical Burns
Pile Of Dead Horses / Kopf Meines Vaters
Ashen Mesh
Crawling Back To God
Shattered Knife
Doors To Mental Agony
Bound Sphinx
Thundering Hammers
Digital Prison
Silmaril
Blue Litmus
Thrum In The Deep
Haunted Arches
Amber Mote
Schizoid Rupture
Bone Coral And Brine
Branches Of Yew
Gnawed Flesh
Barb And Sap
Armory Of Obsidian Glass
Oven (διασκευή Melvins)

  • SHARE
  • TWEET