OOIOO / Lightning Bolt
The Horizon Spirals / The Horizon Viral
Κάτω από τον ίδιο θόρυβο
Το split των Γιαπωνέζων OOIOO και των Αμερικάνων Lightning Bolt είναι ύμνος σε μια μοντέρνα πειραματική rock εκδοχή. Οι OOIOO ανοίγουν τον δίσκο με ένα (στις πλατφόρμες είναι 2 τα κομμάτια) μακρόσυρτο, ψυχεδελικό 18λεπτο που κινείται σε kraut/noise λογική, αλλά με αυτή τη χαρακτηριστική ιαπωνική ρυθμική εμμονή που κάνει τα πάντα να μοιάζουν σαν τελετουργία σε διαρκή μετάβαση. Δεν υπάρχει κλασική κορύφωση, περισσότερο μια συνεχής περιστροφή ιδεών που θυμίζει έντονα το ευρύτερο σύμπαν των Boredoms και τις πιο κοσμικές εκδοχές του experimental rock. Από την άλλη πλευρά, οι Lightning Bolt μπαίνουν σαν να πατάει κάποιος το reset σε όλη την ένταση του κόσμου και να την ανεβάζει ξανά από το μηδέν. Κλασικά με ωμή, σχεδόν βίαιη ενέργεια, με το γνώριμο δίδυμο τύμπανα και μπάσο να δημιουργεί ένα πυκνό, ασφυκτικό αλλά παράλληλα εκστατικό τοίχο (θορύβου). Ο Chippendale συνεχίζει να παίζει σαν να μην υπάρχει αύριο, ενώ το fuzz του Gibson λειτουργεί σαν φυσική δύναμη που σπρώχνει τα κομμάτια μπροστά χωρίς ανάσα. Δεν υπάρχει μεγάλη εξέλιξη στον ήχο τους εδώ, αλλά υπάρχει μια καθαρή επιστροφή στην πρωταρχική τους μορφή, κάτι που τελικά κάνει το σύνολο να λειτουργεί καλύτερα από όσο περιμένεις. Είναι split που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με νέα ιδέα, αλλά με καθαρή ένταση και experimental, noise, psychedelic rock ταυτότητα, σχεδόν πρωτόγονα.
My New Band Believe
My New Band Believe
Ένα ακόμη τέταρτο των black midi επιστρέφει δισκογραφικά και γυρίζει βλέμματα
Η διάλυση των black midi ήρθε σαν ένα μικρό σοκ, τόσο για τους οπαδούς, όσο και για τον ίδιο τον μπασίστα Cameron Picton, ο οποίος φέρεται να το έμαθε κι αυτός από ένα post του Geordie Greep. Δεν πτοήθηκε, όμως, και το γύρισε κι εκείνος στη σόλο δισκογραφία με ένα project που, όπως μαθαίνουμε, βαπτίστηκε απ’ τις ασυναρτησίες που ονειρεύτηκε σε μία άρρωστη φάση του ο Picton. Το νέο του σχήμα συνεχίζει την Windmill παράδοση, αν και με σαφώς λιγότερη black midi οξύτητα, φέρνοντας πιο πολύ στην πιο ακουστική πλευρά των Black Country, New Road.
Με την υποστήριξη των Caroline, ο Picton συνθέτει μία δική του folky πλευρά του Windmill, με την κλασική αφηγηματικότητα, τεχνική κατάρτιση, και εγγλέζικη ελαφρότητα, σ’ έναν δίσκο που οπωσδήποτε τραβάει την προσοχή. Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν θα συγκινούσε ήδη πέντε χρόνια πριν, όταν ακόμη το ρεύμα που υπηρετεί βρισκόταν στο απόγειο, πόσο μάλλον τώρα που έχουμε ήδη εξοικειωθεί αρκετά με το ηχόχρωμα και το ύφος. Σαφώς πιο προσιτό σε ήχο, όμως με ελάχιστη συναισθηματική επένδυση και διόλου ευκολομνημόνευτες μελωδίες, το ντεμπούτο του Picton μοιάζει να φωτίζεται απ’ το παρελθόν του στους black midi.
Whirlwind
1640
Η μεγάλη της Γερμανίας σχολή τώρα και με τα χρώματα της Καταλονίας
Καταλονία, Ισπανία: Η καταγωγή της μπάντας μα και τόπος έμπνευσής της. Δύο χρονολογίες, ισάριθμοι δίσκοι βασισμένοι σε ιστορικά γεγονότα της περιοχής. Από την πολιορκία της Βαρκελώνης το 1714 στο ντεμπούτο του 2022, μεταφερόμαστε ακόμα πιο πίσω, στο 1640. Πολλές χρονολογίες. Σημαντικές πάντως για τους Ισπανούς heavy metallers και σειρά παίρνει η καταλανική επανάσταση, ταυτόχρονα με τον πορτογαλικό πόλεμο ανεξαρτησίας, που αμφότερα γονάτισαν την Αυτοκρατορική Ισπανία. Καιρός ήταν. Μουσικά πάντως στρέφονται πλησίον της περιοχής τους, σε μια χώρα που κυριαρχεί στο είδος για πάμπολλα χρόνια, μητέρα μπαντών όπως οι Running Wild, Helloween, Accept, Primal Fear και πλείστων άλλων. Με τους πρώτους να αγνοούνται και τους τρίτους να βρίσκονται σε συνθετική κάμψη εσχάτως, οι Ισπανοί γεμίζουν ένα κενό επιτυχώς, γεμάτο μελωδίες, ένταση και άρτιο παίξιμο. Οριακά συνδράμει και ακόμα μία παλαιά αυτοκρατορία, εκείνη που γέννησε Judas Priest & Iron Maiden. Περίφημα γεννητούρια και αυτά, με μπόλικους απογόνους. Αυξομειούμενες ταχύτητες, groovy hard rock, επικός και μακρύς επίλογος σύμφωνα με τις διδαχές του Rock’n’Rolf και κάπως έτσι ο δεύτερος δίσκος των Ισπανών πατάει σε γνώριμα εδάφη - ενίοτε και σε Παγωμένη Γη - τα καλλιεργεί περαιτέρω, λειτουργώντας κυρίως ως ισχυρό τευτονικό υποκατάστατο παρά ως placebo.
Rob Zombie
The Great Satan
Δυνατό, βρώμικο, καυστικό και απολαυστικό
Το "The Great Satan" μοιάζει με δίσκο φτιαγμένο από κάποιον που δεν έχει κανέναν λόγο να αποδείξει οτιδήποτε πλέον, αλλά συνεχίζει να υπηρετεί με απόλυτη συνέπεια το δικό του σύμπαν. Ο Rob Zombie δεν αλλάζει φόρμουλα, αντίθετα την σφίγγει ακόμα περισσότερο, γυρνώντας ξεκάθαρα στις εποχές του "Hellbilly Deluxe" αλλά και του "Astro-Creep: 2000", με industrial/groove riffs, horror αισθητική, βρώμικη ενέργεια και αυτή τη μόνιμη αίσθηση μεταμεσονύχτιου δρακουλιάρικου πάρτι μέσα σε ξεχασμένο λούνα παρκ σε παραλιακό αλλά έρημο σημείο. Η επιστροφή των Blasko και Mike Riggs δίνει έντονα παλιομοδήτικα στοιχεία χωρίς να ακούγεται σαν φθηνή αναπαλαίωση, αφού το album κρατά δικό του χαρακτήρα και βρωμιά. Δεν έχει απαραίτητα το τεράστιο κομμάτι, αλλά κομμάτια όπως το "Punks & Demons", το "Black Rat Coffin" και το "The Black Scorpion" κουβαλάνε εκείνη τη χαοτική metal παράνοια που πάντα έκανε τον Zombie να ξεχωρίζει. Υπάρχουν κομμάτια fillers και μερικά ιντερλούδια που θα μπορούσαν να λείπουν, όμως συνολικά ακούγεται σαν ένας 60χρονος που ακόμα καταλαβαίνει ακριβώς πώς πρέπει να ηχεί η μηχανή του. Ε πως; Δυνατά, βρώμικα, καυστικά και απολαυστικά ταυτόχρονα
Moderator
Silent Cinema
Ο απόηχος ενός θερινού σινεμά σε μια αθηναϊκή γειτονιά που ευτυχώς δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί
Στο νέο του άλμπουμ, ο Αθηναίος παραγωγός Moderator εμβαθύνει εκ νέου στην λογική των lo-fi beats και της instrumental trip-hop αισθητικής. Το "Silent Cinema" είναι ένα 40λεπτο άλμπουμ που επιχειρεί να δώσει έμφαση στις εκκωφαντικές σιωπές του κινηματογράφου, όχι για να λειτουργήσει ως «πειραματικό» soundtrack βωβού κινηματογράφου, μα για να τον αναβιώσει αισθητηριακά. Οι επιλογές των λεκτικών και μη samples, οι λούπες από ηλεκτρακουστικά πνευστά και ο σταθερός μα αργός βηματισμός των beats, οικοδομούν ένα διαρκές δραματικό ταξίδι που δεν έχει φθηνές κορυφώσεις.
Το "Silent Cinema", με το συγκλονιστικό του εξώφυλλο, τα ανατολίτικα έγχορδά του και τον διάχυτο πνευματισμό του, είναι ένα γράμμα αντίστασης ενάντια στους χαοτικούς και αγχωτικούς σύγχρονους ρυθμούς. Μην περιμένεις κάτι σε soundtracks Wong Kar-wai, αλλά αν περιπλανηθείς στις γειτονιές των νιάτων σου και κρυφακούσεις διαλόγους, αναζητώντας όλα όσα σε έπλασαν, θα νιώσεις. Εγώ, για τους δικούς μου λόγους, κόλλησα άσχημα.
Confess
Metalmorphosis
Κλασσική σουηδική σχολή sleaze rock ή μήπως όχι ακριβώς;
Το τέταρτο άλμπουμ των Confess είναι γεγονός . Στο Metalmorphosis θα αναπολήσεις τις δόξες του ιδιώματος στα τέλη της δεκαετίας του 80. Δηλαδή τους Skidrow, τον Ozzy περιόδου No Rest For The Wicked", τους Mötley Crüe, τους W.A.S.P. Αυτά από την αμερικάνικη σχολή, γιατί μετά μπλέκεται και pop metal σουηδικό ύστερα αλλάζει ξανά το σκηνικό μέχρι σε σχεδόν speed metal με το "Running To My Death" και φτάνουν σε emo punk με το "Plague Of Steel".
Αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα, οι Confess θέλουν να τα χωρέσουν όλα στο ίδιο καζάνι χωρίς να διαμορφώνουν ένα ενιαίο μίγμα, το οποίο θα είχε πολύ ενδιαφέρον. Φτάνουν το μπέρδεμα στο κλείσιμο με το "Silvermalen" οριακά μέχρι και σε folk metal. 10 τραγούδια 5 διαφορετικά στυλ τουλάχιστον. Δεν ξέρω καν αν θέλουν να τους τοποθετούμε στην κατηγορία του Σουηδικού sleaze rock.
Στα τραγούδια γενικά υπάρχει ποιότητα, καλά παιξίματα, η πρωτοτυπία βέβαια αμφισβητείται, αλλά το μεγάλο πρόβλημα είναι η μη ξεκάθαρη μουσική ταυτότητα. Αυτό σίγουρα τους περιορίζει κατά τη γνώμη μου το κοινό, αντί να τους το ανοίγει. Πρέπει να είσαι πολύ μεγάλος παίχτης για να μπορέσεις να τραβήξεις οπαδούς από διαφορετικά είδη στη σημερινή εποχή. Η τελευταία μεγάλη rock μπάντα που το πέτυχε αυτό ήταν οι Jane’s Addiction.
Καλό αλλά μπερδεμένο!
Jo Berger Myhre
Penta
Δοξαριές σε ρόλο storyteller και ήχοι που δραπετεύουν
Μόλις πριν από λίγους μήνες μιλήσαμε για το "Live Manoeuvres" του Jo Berger Myhre - την ζωντανή απόδοση του "Unheimlich Manoeuvre" άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 2021 - και ο Νορβηγός μπασίστας (ηλεκτρικό μπάσο και κοντραμπάσο) μας παρουσιάζει ήδη τον διάδοχο του. Στο "Penta" βρίσκουμε μαζί του ξανά τους ίδιους μουσικούς (Morten Qvenild σε πιάνο, synths, Kaveh Mahmudiyan σε tambek, daf και bendir, Jo David Meyer Lysne σε κιθάρα και Synnøve Sætre Hveem φωνητικά) και, κυρίως, την ίδια διάθεση για μια ανορίοτη ηχητική αναζήτηση.
Το υλικό του "Penta" είναι πολυμορφικό: κάποιες στιγμές αισθάνεσαι πως γεύεσαι μια ατμοσφαιρική οργανική ambient, άλλες πως βουλιάζεις σε μια ρετροφουτουριστική ηλεκτρονική folk κι άλλες πως πατάς με τα δύο πόδια σε modern jazz έδαφος. Καμία εντύπωση δεν επικρατεί τελικά. Ρευστή και γεμάτη δυναμικές, η μουσική ρέει ελεύθερη κι απρόβλεπτη, με κύριο της μέλημα την βαθιά μελωδικότητα και την σχεδόν μυστηριακή ατμόσφαιρα. Κύριο όπλο είναι φυσικά η εκπληκτική ενορχήστρωση, σε ένα σχεδόν μαγικό πάντρεμα υφών και ήχων. Το "Penta" αποτελεί ένα ακόμα θαυμάσιο άλμπουμ για τον ταλαντούχο συνθέτη και αφήνουμε πρόθυμα τις δοξαριές του να μας πουν ήσυχες ιστορίες.
