«10»: Αξέχαστες εμφανίσεις στην πρώτη δεκαετία του Release Athens Festival

Δέκα συντάκτες καταγράφουν τις αγαπημένες τους συναυλίες στα δέκα χρόνια του φεστιβάλ στην Πλατεία Νερού

Ξεκινώντας το 2016 από την ομάδα της Fuzz Productions, το Release Athens Festival στις τρεις πρώτες χρονιές της διεξαγωγής του κατάφερε να καθιερωθεί στα εγχώρια συναυλιακά δρώμενα της θερινής περιόδου και να γιγαντωθεί στα επόμενα. Από το 2019, επεκτάθηκε με επιτυχία και στον χώρο του metal, οι δύο χρονιές την πανδημίας δεν ήταν δυνατόν να ανακόψουν την δυναμική, οπότε από το 2022 και την επαναφορά στην κανονικότητα έχουμε να μετράμε μόνο προστιθέμενες αξίες.

Με σημείο αναφοράς όλα αυτά τα χρόνια την πάντοτε φιλόξενη Πλατεία Νερού, συνεργασίες με το Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, εξαιρετική οργάνωση και ένα εντυπωσιακό σύνολο εμφανίσεων από ανερχόμενα ονόματα του σήμερα μέχρι θρύλους της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, το Release Athens Festival έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού, προσφέροντας ακαταμάχητες εμπειρίες και αναμνήσεις ζωής.

Όσα έχουν συμβεί από το ξεκίνημα του φεστιβάλ μέχρι το σήμερα τα έχουμε καταγγράψει σε χιλιάδες λέξεις και αμέτρητες εικόνες μέσα από τις σελίδες μας. Και όπως συνηθίζουμε ενίοτε, τραβήξαμε μια γραμμή για να κάνουμε έναν άτυπο απολογισμό με αφορμή την συμπλήρωση φέτος των πρώτων δέκα χρόνων του φεστιβάλ. Δέκα διαφορετικοί συντάκτες λοιπόν κατέγραψαν τις εμφανίσεις που άφησαν το εντονότερο αποτύπωμα, με την βεβαιότητα ότι υπάρχουν πολλές ακόμη για τις οποίες έχουμε να θυμόμαστε πάρα πολλά, αλλά και ότι θα ζήσουμε πολλές αντίστοιχες στο μέλλον.

1
Release Athens - Helloween (2023)
Πάνε πάνω από είκοσι χρόνια από την εποχή που, σκαλίζοντας με περιέργεια τη δισκοθήκη του πατέρα μου, ανάμεσα σε δεκάδες βινύλια, ανακάλυψα το “Live In The UK” των Helloween. Από την πρώτη στιγμή που η βελόνα ακούμπησε το αυλάκι και οι πρώτες νότες πλημμύρισαν τα ακουστικά, η κατάσταση έμοιαζε μη αναστρέψιμη. Ακολούθησαν τα δύο “Keeper Of The Seven Keys” και η μοίρα μου είχε σφραγιστεί οριστικά.
Θυμάμαι τον εαυτό μου λίγο αργότερα, να μαζεύω με ευλάβεια κάθε δεκάρα από το χαρτζιλίκι, μόνο και μόνο για να καταφέρω να αγοράσω το “Live On 3 Continents” box set που μόλις είχε κυκλοφορήσει, αποτελώντας τις ζωντανά ηχογραφημένες μαρτυρίες από την πολύ επιτυχημένη περιοδεία της μπάντας για το “Keeper: The Legacy” Η μουσική τους έγινε το καταφύγιό μου στην πιο πιεστική περίοδο της εφηβείας μου. Διάβαζα για τις Πανελλήνιες και το “Walls Of Jericho” ήταν ο δικός μου τρόπος να δραπετεύω, το “Master Of The Rings” αποτελούσε την προσωπική μου αποφόρτιση από τα βιβλία και το άγχος.\
 
Όλα αυτά τα χρόνια, κουβαλούσα μέσα μου την κρυφή ελπίδα για ένα reunion της μπάντας με τους Michael Kiske και Kai Hansen. Δύσκολο έως ακατόρθωτο καταρχάς, ολοένα και πιθανότερο από την εποχή των Unisonic κι έπειτα, η ιστορία αποφάσισε να μας κάνει το χατίρι μερικά χρόνια αργότερα. Έτσι, φτάσαμε στο 2023, σε έναν πλήρη κύκλο του θυμικού και των συναισθημάτων, που αποτέλεσε κάτι παραπάνω από μια συναυλιακή εμπειρία. 
 
Η συναυλία τους στο Release Athens δεν ήταν για μένα απλώς το highlight μιας δεκαετίας δράσης του Festival, αλλά περισσότερο προσομοίαζε με την εκπλήρωση ενός παιδικού ονείρου. Στεκόμουν εκεί, ανάμεσα σε φίλους, αλλά έχοντας δίπλα μου και τον άνθρωπο που μου άνοιξε αυτή την πόρτα μέσα από τη συλλογή δίσκων του. Τα όσα προηγήθηκαν, από τη βροχή στους Silent Winter, στα growls της Tatiana Shmailyuk, μικρή σημασία είχαν. Βλέποντας το συγκρότημα που ένωσε μουσικά δύο γενιές, ένιωσα τον κύκλο να κλείνει με τον πιο όμορφο τρόπο. Ήταν ένα ορόσημο, μια στιγμή απόλυτης δικαίωσης και συγκίνησης που ξέρω πως θα με συνοδεύει και θα με καθορίζει σε ολόκληρη τη μουσική μου ζωή. Γιατί, τελικά, η μουσική είναι (και) οι άνθρωποι με τους οποίους την ταυτίζεις και τη μοιράζεσαι, ένα βίωμα που οι λέξεις μοιάζουν φτωχές να περιγράψουν επαρκώς.
 
Σπύρος Κούκας
2
Release Athens - Slipknot (2022)
Έχω την αίσθηση ότι το 2022 ήταν μια κομβική χρονιά για το συναυλιακό τοπίο που έχει πια διαμορφωθεί, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε όλη την Ευρώπη. Ίσως η πανδημία μας έβαλε σε μια διαδικασία να επανεκτιμήσουμε την αξία της εμπειρίας έναντι της κατοχής, ίσως ήταν το ακριβώς αντίθετο - δηλαδή η ίδια η εμπειρία να υλικοποιήθηκε παίρνοντας μια νέα περίεργη υφή ιδιοκτησίας; Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί, αλλά από το 2022 και μετά πολλά έχουν αλλάξει. Συνεχόμενα sold out, ένα πολύ μεγάλο πλήθος συναυλιών που θεωρητικά δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει το metal κοινό, καλοκαιρινές συναυλίες σε καταιγιστικούς ρυθμούς και μεγάλα ονόματα κάθε λίγο και λιγάκι στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα στην Ευρώπη περιοδεύουν ασταμάτητα τρομερα πακέτα συγκροτημάτων, ονόματα εκτοξεύονται με απίστευτες ταχύτητες μέσα από τις εμφανίσεις τους, αλλά και τα μεγάλα καλοκαιρινά φεστιβάλ αλλάξανε επίπεδο πηγαίνοντας από το καθιερωμένο τριήμερο στο, ακόμα πιο φανταστικό, τετραήμερο. Είναι ξεκάθαρο στο μυαλό μου ότι το θέμα συναυλίες έχει πλέον χωριστεί σε δύο εποχές, την πριν και τη μετά το 2022.
 
Το πρώτο live που βιώσαμε αυτή την αλλαγή στη χώρα μας, σε εξωφρενικό βαθμό, ήταν αυτό των Slipknot εκείνη την απίστευτη μέρα στην πλατεία νερού. Ας το πάρουμε όμως από την αρχή και λίγο πιο προσωπικά. Ανήκω σε αυτή τη γενιά που η μπαντάρα από την Iowa έπεσε στα μούτρα μας με φόρα ενώ είχαμε ήδη διαμορφώσει ένα μέρος του μουσικού μας πλαισίου, και τα έκανε σμπαράλια όλα! Μα σκρατσάκια και dj στο metal, και τί περίεργα ρεφρέν είναι αυτά, και γιατί χοροπηδάνε και χτυπιούνται έτσι τί το κάναμε εδώ; Για να μην πιάσω την αισθητική που λανσάρουν, λες και είναι οι κατσαρίδες του metal. Τί metal δηλαδή, αυτό δεν είναι metal, βλακείες για πιτσιρίκια είναι και μόνο. Σε δέκα χρόνια δε θα τους θυμάται κανείς…
 
Έτσι το βιώσαμε. Αλλά ταυτόχρονα οι Slipknot, και οι System Of A Down, τα άλλαξαν όλα. Όλα! Η σκληρή μουσική απέκτησε νέο χώρο και τρόπο έκφρασης που μάλιστα δεν έμεινε μόνο στο νεοσύστατο nu metal αλλά απλώθηκε παντού. Οι maggots κατέκτησαν τον κόσμο και, ως δια μαγείας, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, τους θυμούνται όλα!
 
Προσωπικά τώρα η ατυχία μου με αυτή την τεράστια, και αγαπημένη όσο πολύ λίγες, μπάντα ήταν για χρόνια εκνευριστική. Το 2005 με πυρετό κοντά στο 40 κρατάω το εισητήριό μόνο για ενθύμιο, το 2009 μου είναι αδύνατο να πάω για σοβαρούς προσωπικούς λόγους και το Sonisphere του 2011 με βρίσκει στο στρατό. Όσο απίθανο κι αν ακούγεται το 2022, στα πλαίσια του Release Athens, ήταν η πρώτη φορά που θα έβλεπα Slipknot. Λέω πρώτη γιατί τους έχω δει και έξω στην περιοδεία για το ομώνυμο άλμπουμ.
 
Πριν πω τί έζησα εκείνη τη μέρα θέλω να πάω λίγο πίσω, σε ένα άλλο live πριν αρκετά χρόνια. Έχω το λόγο μου. Λοιπόν σε μια εμφάνιση των Machine Head το 2015 στο Βοτανικό (παρεμπιπτόντως μνημειώδης συναυλία) ζήσαμε το εξής σκηνικό, όσο περιμέναμε μέσα στο χώρο την ώρα για το live, ο dj έβαλε ένα κομμάτι Slipknot… και άνοιξε pit! Για χρόνια το συζητούσαμε με τον κολλητό μου, ότι αν άνοιξε pit επειδή έπαιξε Slipknot από cd τί σκατά θα γίνει όταν ξανάρθουν;
 
Η μέρα εκείνη, πριν τέσσερα χρόνια ήταν μια πολύ ζεστή μέρα, με πολύ δύσκολες συνθήκες για συναυλία, πόσο μάλλον για τόσο μεγάλη συναυλία. Γιατί τόσο κόσμο στην πλατεία νερού δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ μέχρι τότε, ήταν ακραίο. Έχω να καταθέσω ότι στο 45λεπτο ανάμεσα στο τέλος των Sepultura και την είσοδο των Slipknot, αν δεν εμφανίζονταν ένα άγνωστο παλικάρι από το πουθενά να μας χαρίσει ένα μπουκάλι νερό παίζει να είχαμε πάθει κάτι. Ήμασταν βλέπετε πολύ μπροστά και δε θέλαμε καθόλου και για κανένα λόγο να χάσουμε το χώρο μας. Τα νερά μας είχαν τελειώσει από ώρα, είχαμε ήδη φάει κάμποσο ξύλο στα pit των Sepultura, αλλά τη θέση μας δεν την παζαρεύαμε.
 
Εντωμεταξύ ήταν πολύ καλοί κι οι Jinjer αλλά ήταν φανταστικοί οι Sepultura εκείνη τη μέρα! Νομίζω ότι αυτή η συναυλία είχε το καλύτερο lineup που έχουμε δει στο Release. Τέλος πάντων, αφού επιβιώσαμε από τον χαμό των Seps και από το αποπνικτικό διάστημα μέχρι να βγουν οι Slipknot έφτασε η ώρα για το live. Βλέπω κινητά να σηκώνονται παντού γύρω μου και σε αντίθεση με κάθε άλλη φορά, που βλαστημάω με όποιον τρόπο ξέρω και δεν ξέρω όταν συμβαίνει αυτό, εδώ σκάει ένα μικρό χαμογελάκι στην άκρη των χειλιών, με αυτή την ήρεμη ευχαρίστηση που προκαλεί η γνώση αυτού που έρχεται, η ώρα μιας αργοπορημένης αλλά βέβαιης εκδίκησης. Δέχομαι ότι είμαι λίγο υπερβολικός, αλλά δεν είμαι. Το μεγάλο πανί πέφτει, “Disasterpiece”, μετράω τρεις γροθιές στη μάπα, δυο μελανιές στα πλευρά, ένα σπασμένο δόντι του κολλητού μου και τουλάχιστον τέσσερα κινητά στο έδαφος ποδοπατημένα. Χτυπιέμαι με κάθε μου δύναμη, ουρλιάζω δίχως αύριο και ο πιτσιρικάς μέσα μου χαμογελά δικαιωμένος. Για όλους τους λόγους που φαντάζεσαι.
 
Από το ρεφρέν του “Wait And Bleed” είχε ήδη κλείσει η φωνή μου, το σώμα μου πονούσε με τρόπους που δεν ήξερα παλιότερα και η έκσταση χτυπούσε κόκκινα. Τί μου λέτε τώρα για μεγάλα κενά στα κομμάτια, μικρό set, ήχο ή δεν ξέρω και γω τί άλλο… εγώ είχα χαθεί σε ένα άλλο μέρος, σε ένα λάκκο με σκουλήκια και ήταν υπέροχος! Μαρτυρίες της Πέγκυς, ή του Ηλία δεν είμαι σίγουρος, μιλάνε για άτομα που έμπαιναν χτυπημένα στο ιατρείο για να βγουν λίγο μετά κουτσαίνοντας ή δεμένα, και να χωθούν πάλι, τρέχοντας σχεδόν, στα pit. Απίστευτα πράγματα, που δε ζούμε συχνά.
 
Δεν ξέρω πόσο νόημα έχει να πιάσουμε το setlist και την απόδοση, τα είπαν τότε όλα αυτοί που ήταν στο rocking.gr από χρόνια. Ακούσαμε πάντως κομμάτια από κάθε εποχή τους και με κάποια σερί φτύσαμε αίμα. Έχω να πω όμως για δύο highlight που προσωπικά δε θα ξεχάσω ποτέ. Το πρώτο ήταν η φάση του “Spit It Out”. Το γνωστό τρελό σκηνικό που γίνεται σε αυτό το κομμάτι το χάζευα από το πρώτο τους ακόμα live dvd, 20 χρόνια πριν τη συναυλία, και φανταζόμουνα τον εαυτό μου εκεί. Οπότε καταλαβαίνετε ότι αυτό το jumpthefuckup το ονειρευόμουν και το περίμενα πως και πως. Το δεύτερο έχει να κάνει με το encore, όπου έχουν εξαντληθεί όλα τα αποθέματα ενέργειας μέσα μου και μπαίνει “People = Shit”. Θυμάμαι να σκέφτομαι: μπράβο μαλάκες θα πεθάνουμε, χαρήκατε τώρα; Το κλείσιμο με “Surfacing” ήταν υπέρβαση, από όλα μας.
 
Θέλω να καταθέσω ότι, ειδικά τέτοια live, τα χαίρομαι δέκα φορές περισσότερο χωρίς να κοιτάω setlist από πριν. Έχουν αυτή τη δύναμη έτσι, της έκπληξης, που με πηγαίνει πίσω στα χρόνια που οριακά είχαμε internet. Το άλλο που έχω να πω είναι ότι με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, κάθε φορά που σκέφτομαι αυτό το live, ακόμα νιώθω τον πόνο!
 
Βλάσης Λέττας
3
Release Athens - Dream Theater (2025)
Σχεδόν τη μισή μου ζωή περίμενα αυτή τη συναυλία. Τουλάχιστον, απ’ το 2009 που έπεσε στα χέρια μου το "Awake" μυώντας με στην prog, με 1+1 δώρο ελιτισμό. Τι θες, το "Scenes From A Memory" σημάδεψε πολύ κόσμο, κι εγώ έβγαλα το Λύκειο μαζί του, ιχνηλατώντας νότα νότα την ιστορία όπως Veronica και του Nicholas.  Kι όταν πήγα φοιτητής, ένιωθα να ανακαλύπτω ξανά το "Images & Words" και τα σλαπίδια στην κιθάρα του "Take The Time" και το μεγαλείο του Γυάλινου Φεγγαριού. Πολλά καλοκαίρια να τρώω τα μάτια μου πάνω από βιβλία (εξετάσεις -> Πανελλήνιες -> εξεταστική) και κάπου εκεί το "Hollow Years" απ’ τον πιο παρεξηγημένο - εσχάτως δικαιωμένο; - δίσκο των Theater, να με κάνει να σκέφτομαι προδρομικά: «Ναι, ίσως η prog να είναι μουσική για ανθρώπους που θέλουν διακαώς να δραπετεύσουν». Σχεδόν τη μισή μου ζωή περίμενα αυτή τη συναυλία, κι όταν ήρθε επιτέλους, εγώ είχα πια δραπετεύσει. 
 
Δεν είναι μικρό πράγμα να βλέπεις παιδικούς ήρωες επί σκηνής, να όπως όπως ξεπεράσει μετά από χρόνια προσωπικής αλλαγής, και τα τραγούδια να σε χαϊδεύουν αγαπησιάρικα στο σβέρκο σαν αποξενωμένοι συγγενείς και να σου λένε «ρε μπαγάσα μεγάλωσες». Ναι ρε παιδιά, μεγάλωσα. Δεν γέρασα, αλλά μεγάλωσα, και άλλαξα, και πήγα σε μία συναυλία που είχα στο bucket list μου σχεδόν δύο δεκαετίες, κι εκεί κατάλαβα ότι δεν ήμουν πια ερωτευμένος ούτε με την μπάντα, ούτε με το είδος, ούτε είχε την κρισιμότητα που είχε παλιά. Όπως να που βουρκώνω όταν παίζει το "Spirit Carries On", κοπανιέμαι στο αιώνιο riff όπως όπως θεοσκότεινης και αιώνιας νύχτας, ακούω το μπάσο του Myung στο "Panic Attack" και καταλαβαίνω. Και το συγκρότημα άλλαξε, και τα τραγούδια, και οι άνθρωποι που είχα δίπλα μου - shout out σε Χρήστο/Νίκο που μ’ είχαν αγκαλιά όσο τραγουδούσα λάθος (πιθανώς) και φάλτσα (οπωσδήποτε) όπως μισούς στίχους. Κι η αγάπη άλλαξε, μπολιάστηκε με αναμνήσεις και αναφορές, έχασε την υψηλή θερμοκρασία του έρωτα, μα πήρε σχήμα, σαν σφυρηλατημένο μέταλλο που το πετάς στο παγωμένο νερό να κρυώσει. 
 
Σ’ αυτή τη συναυλία, το δώρο δεν ήταν ούτε ότι είδα το συγκρότημα με Portnoy, ούτε ότι έκλεινε μία φανταστική prog μέρα, ούτε η καλή φόρμα του LaBrie. Ήταν κι αυτά, φυσικά, όπως ήταν η ζεστασιά όπως υπενθύμισης. Κομμάτι όπως ικανοποίησης είναι η επανάληψη, ότανδεν σε σαγηνεύει μόνο η μουσική ως μουσική, αλλά ως σημείο αναφοράς και ψηφίδα του ποι@ είσαι. Χαίρεσαι να διαπιστώνεις πως όλα είναι εκεί, όπως τα άφησες, όπως πρέπει, και δεν πα να αλλάζουν οι εποχές, αυτά συνεχίζουν να αναπνέουν, σε θυμούνται, και σε καλούν να γυρίσεις σπίτι.
 
Μάνος Κορνηλάκης-Ορφανουδάκης
4
Release Athens - PJ Harvey (2016)
Αν η ζωή - και οι αναμνήσεις μας - χωρίστηκαν στην προ και μετά Covid εποχή, στην πρώτη κατηγορία λίγα μένουν, αλλά ξεχωρίζουν. Το 2016, η χρονιά που μας συστήθηκε το Release ήταν μια τέτοια περίπτωση με την καθηλωτική PJ Harvey. Το "The Hope Six Demolition Project" έπαιζε ασταμάτητα, η αναμονή είχε φτάσει στα ύψη. Η εμφάνιση που ακολούθησε - και συνολικά εκείνη η φεστιβαλική ημέρα - έβαλε για τα καλά το συναυλιακό μικρόβιο στον οργανισμό της γράφουσας. H PJ Harvey, ως σύγχρονη ιέρεια, στιλιστικά βγαλμένη από έναν μύθο, είχε χαρίσει κάτι τόσο βαθύ και τελετουργικό, που μας είχε μαγνητίσει. Αφήνοντας για λίγο στην άκρη την πιο rock πτυχή της, μαζί με μια μπάντα που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους John Parish και Τerry Edwards, έδωσαν μια μουσικά αξέχαστη εμπειρία και μας τράβηξαν σε έναν κόσμο σκοτεινό, μα και ανθρώπινο. Οι στίχοι που πλανήθηκαν τότε πάνω από την Πλατεία Νερού έμοιαζαν να προμηνύουν όσα θα ακολουθούσαν σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε, κρατήσαμε όμως κάπως εκείνη την συγκίνηση, την μελαγχολία κι έγιναν συνοδοιπόροι. Προσωπικά, τότε άρχισα να καλλιεργώ και ένα διαφορετικό μουσικό κριτήριο. Η συναυλία έπαψε να σημαίνει «θέαμα», ξεκίνησε να υπηρετεί μια άλλη σύνδεση, πιο βιωματική και ουσιαστική, κατά την οποία δεν αφήνεσαι μόνο στα γνώριμα, αλλά σε όσα το άτομο που δημιουργεί επιλέγει να μοιραστεί τη δεδομένη στιγμή. Εκεί δημιουργείται ο χώρος για το αναπάντεχο, το μοναδικό - όπως αυτό που ζήσαμε τότε. 
 
Χαρά Καραγιαννάκη-Μιχαλόγλου
5
Release Athens - Iggy Pop (2019)
Μια από τις βασικές λειτουργίες της μουσικής, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι, είναι η ικανότητά της να δημιουργεί αντιφατικά περάσματα ανάμεσα σε συνειρμικά ηχοτοπία και την πραγματικότητα. Η πρώτη φορά που θα έβλεπα ζωντανά τον Iggy Pop, ένα καυτό Σάββατο πριν από επτά χρόνια, έμελλε να είναι μια τέτοια. Από την πρώτη στιγμή της ανακοίνωσης της συναυλιακής επιστροφής του "νονού του Punk" στα μέρη μας, ζούσα ένα μικρό μύθο. Ναι, σίγουρα, μια συναυλία του Iggy στα πατημένα 72 του, δεν επρόκειτο να είχε την ίδια αίγλη, σκόνη, εκτόνωση, με όσα διαβάζαμε πως γίνονταν τις προηγούμενες δεκαετίες. Τότε, που το ιδίωμα γεννιόταν, το punk σχηματιζόταν, τότε που ο κόσμος φάνταζε ασπρόμαυρος, ίσως και πιο έντονος.
 
Θα ήταν όμως, στο μικρό μου μυαλό, η εκπλήρωση ενός ονείρου. Θα κοινωνούσα από κοντά, την ενέργεια, την αύρα μιας προσωπικότητας που ενσαρκώνει μέχρι και σήμερα μεγάλο μέρος όσων αντιλαμβάνομαι ως καλλιτεχνική, αταλάντευτη, πορεία, ασυμβίβαστη δημιουργία. Αυτό, θα συνέβαινε και σε μια εποχή που προσπαθούσα να συστηθώ εκ νέου με τον θεσμό των "open air festival". Μια ιδανική αφορμή, με ένα σεμιναριακό setlist, κατάλληλο για "πρωτάρηδες" σαν και του λόγου μου.
 
Η τέχνη όμως δεν μιμείται τη ζωή, μα την εκλεπτύνει. Δύο μέρες πριν, θα μάθαινα πως ο παππούς μου φεύγει από τη ζωή. Ένα ξαφνικό εγκεφαλικό επεισόδιο, μια πτώση, και τέλος. Νωρίτερα μες τη χρονιά, το Πάσχα του 2019 όταν και είχαμε ανταμώσει για τελευταία φορά, φάνταζε υγιέστατος. Σίγουρα, ο θάνατος της συζύγου, συντρόφου του για μια (για την ακρίβεια πολλές άμα σκεφτείς τι έζησαν) ζωή, και αγαπημένης γιαγιάς μου δύο χρόνια νωρίτερα, γεγονός από το οποίο ο κυρ-Μήτσος ποτέ δεν επανήλθε ψυχολογικά, σκέπαζε σαν σκιά την οικογένειά μας. Οι σχέσεις μας δεν θα ήταν ποτέ ξανά οι ίδιες.
 
Έτσι, η είδηση της απώλειας του παππού, με βύθισε σε μια κινούμενη άμμο. Αυτό το μούδιασμα, που αλυσοδένεται πάνω στο παρόν και το πρόσφατο παρελθόν, επιχειρώντας να αλλοιώσει τις αναμνήσεις μιας ζωής. Οι επόμενες ώρες μέχρι το πρωί του Σαββάτου, με βρήκαν άυπνο, κουρασμένο, αγχωμένο, μπερδεμένο, οριακά γεμάτο ενοχές για τα λόγια που ποτέ δεν ειπώθηκαν, καθώς και στήριγμα στην οικογένεια. Έπρεπε όμως, να πάρω και μια απόφαση. Από το πρωί του Σαββάτου μέχρι νωρίς το μεσημέρι, που θα περνούσα την είσοδο του Release Festival, δεν θυμάμαι πολλά. Μόνο ότι δεν είχα επικοινωνήσει με κανέναν. Η παρέα μου, με βρήκε στο χώρο λίγο πριν την εμφάνιση των ηλιοκαμμένων Shame. Είχε προηγηθεί, πριν τους The Dark Rags, μετά το πέρας της κηδείας και των παρελκόμενων, ένα τηλεφώνημα, να δω πως ήταν οι δικοί μου.
 
Θεωρώ τους αποχαιρετισμούς πολύ προσωπική υπόθεση. Ήξερα πως θα είχα την ευκαιρία, αναπολογητικά, να πράξω τα δέοντα, σε μεταγενέστερο χρόνο, μόνος μου και με τις σκέψεις μου σε μια συνεκτική σειρά. Βέβαια, ίσως και να ήταν μια ανώριμη υπεκφυγή της συνειδητοποίησης της (νέας) πραγματικότητας και μιας ακόμη τραυματικής εμπειρίας, όπως αντιλαμβάνομαι τις κηδείες.
 
Στις 8 Ιουνίου 2019 όμως, επέλεξα ζωή.
 
Αργότερα το βράδυ, με κόσμο συσσωρευμένο μπροστά στη σκηνή και την Πλατεία Νερού έτοιμη να εκραγεί, δεν ήμουν έτοιμος, δεν θα μπορούσα να είμαι. Ήμουν όμως εκεί. Και όταν το προσωπικό μου αγαπημένο "Some Weird Sin" ήχησε, έσπασα, το έχασα. Όλα έβγαζαν πλέον νόημα. Ήμουν ήρεμος σε αυτή την περίεργη αμαρτία μου. Ένα ακόμη "world's forgotten boy" που έβρισκε καταφύγιο σε αυτή την μουσική. Ιδρωμένος, αφυδατωμένος, γεμάτος σκόνη και μελανιές από το πόγκο, αλλά ήρεμος. Θυμάμαι τον Iggy Pop να τρέχει, να χτυπιέται, να μας "μαστιγώνει" με τη ζώνη του ενώ μπουσουλάει, να ουρλιάζει, να κατεβαίνει στη σκηνή, να κερνάει κωλοδάχτυλα. Θυμάμαι βλέμματα κόσμου κάθε ηλικίας, βουρκωμένα, να Τον κοιτούν λες και ήταν ο Μεσσίας. Θυμάμαι το riff του "T.V. Eye" να με διαλύει και να με ανασυνθέτει.
 
Θυμάμαι τον Iggy Pop να στέκεται άχρονος, αέναος, άφθαρτος, απαλλαγμένος από τις υλικές, βιολογικές δεσμεύσεις και περιορισμούς. Θυμάμαι και το νεότερο εαυτό μου να αναθεωρεί για τη δύναμη μιας ζωντανής συναυλίας. "Αν Αυτός, το κάνει αυτό μέχρι και σήμερα επί σκηνής, τι διάολο κάνω με τη ζωή μου", αναρωτιόμουν κατά την επιστροφή στο σπίτι.  Κάτι άλλαξε μέσα μου, τότε. Μια τελετή μετάβασης, είχε λάβει χώρα. Νομίζω πως μέχρι και σήμερα χρωστάω πολλά από όσα μου συνέβησαν μετέπειτα στη ζωή μου, σε αυτή τη συναυλία, σε αυτά τα τραγούδια, σε αυτές τις αναμνήσεις, σε εκείνο το πέρασμα που συντελέσθηκε μέσα μου. Στην κληρονομιά των The Stooges & του Iggy Pop, μεγάλη η χάρη τους, όπως την νοηματοδοτώ εδώ και επτά χρόνια.
 
Αποστόλης Ζαμπάρας
6
Release Athens - Dream Theater (2025)
Τι να πρωτοθυμηθείς και να σκεφτείς για ένα φεστιβάλ στο οποίο έχεις δει τα περισσότερα από τα αγαπημένα σου ονόματα. Και πως να ξεχωρίσεις μια από αυτές τις (ιδρωμένες είναι η αλήθεια) καλοκαιρινές βραδιές, όπου η μουσική πρωταγωνιστεί, η παρέα συμπληρώνει, και η εμπειρία σε κατακλύζει και σε γεμίζει ενέργεια. Αυτά τα δέκα χρόνια, έχουμε δεί μπάντες που μεγαλούργησαν επί σκηνής, μας ξεσήκωσαν και μας ταξίδεψαν. Πως να ξεχάσω τους ισοπεδωτικούς Slipknow, μετά τους εξίσου σαρωτικούς Sepultura. Δεν έμεινε ούτε ανάσα. Η τους θηριώδεις Gojira, σε μια μεγαλειώδη εμφάνιση που μας άφησε με το στόμα ανοικτό. 
 
Ότι και να κάνουμε βέβαια, οι μεγάλες αγάπες δεν ξεχνιούνται. Πόσο μάλλον όταν έρχονται σε μια κομβική στιγμή για τους ίδιους, επανενωμένοι με το lineup που τους γνώρισες, με έναν (ακόμη) εξαιρετικό δίσκο στη φαρέτρα τους, και έχοντας παρέα τους φίλους που έκανες μοιραζόμενος την ίδια τρελή αγάπη για αυτή τη μουσική. Φυσικά μιλάω για τους Dream Theater που παρέα με τους Mastodon και τους Haken μας χάρισαν μια βραδιά που θα μείνει για πάντα στο μυαλό μας. Έχοντας ήδη ζήσει δυο μαγικές βραδιές στην Ιταλία που τους είδαμε σε όλο τους το μεγαλείο, παρέα με τον Χρήστο, τον Παντελή και τον Κωστή, μοιραζόμενοι την ίδια nerd-ουλιάρικη αγάπη για τη μπάντα, με την ανακοίνωση του Release ήμασταν σίγουροι για το ότι θα ζούσαμε κάτι μαγικό εκείνο το καυτό βράδυ του Ιουλίου, στην πλατεία νερού. Και δεν πέσαμε έξω. 
 
Το πιο όμορφο σε αυτές τις συναυλίες, δεν είναι μόνο η προσωπική ικανοποίηση του να βλέπεις μια μπάντα που γουστάρεις να αποδίδει με τον ίδιο τρόπο τα κομμάτια που είναι χαραγμένα στο είναι σου, όπως έκαναν πριν 20-30 χρόνια. Το να μοιράζεσαι την ίδια τρέλα και αγάπη, τον ενθουσιασμό μαζί με τους φίλους σου, είναι αυτό που κάνει και τη συναυλιακή εμπειρία ξεχωριστή και αξιομνημόνευτη. Τραγουδώντας σε σημείο γραφικότητας στίχους και μελωδίες του Petrucci, χοροπηδώντας, μοιράζοντας αγκαλιές και δάκρυα (ναι είμαστε και ευαίσθητοι) στο "The Spirit Carries On". Το νεύμα και μόνο μεταξύ μας, πως καταλαβαίναμε ότι μοιραζόμασταν μια μοναδική βραδιά, συλλογικά και με την ίδια πόρωση για τη μουσική. Τα επιφωνήματα του Μάνου, και ο ακραίος του ενθουσιασμός σε κάθε κομμάτι που μάλλον κι αυτός κάποια στιγμή ονειρευόταν να δει live, όταν άκουγε πιτσιρικάς τους δίσκους ξανά και ξανά. Κι εγώ που κάποτε έλιωνα ώρες ατέλειωτες στην κιθάρα για να βγάλω (ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές) κάποια δύσκολα μέρη, στο δωμάτιό μου στο χωριό, να μην μπορώ καν να φανταστώ ποτέ ότι θα έχω την τύχη όχι μόνο να βιώνω αυτή την εμπειρία, αλλά να την μοιράζομαι με αγαπημένους φίλους με τον ίδιο, παιδικό ενθουσιασμό. 
 
Τέτοιες στιγμές τις νιώθεις υπερβατικές, και τις αναπολείς μετά από καιρό με μια γλυκιά νοσταλγία, αλλά και μια ευγνωμοσύνη για την τύχη που είχες να τις ζήσεις. Μέσα σ’αυτά τα δέκα χρόνια του Release, έχουμε μοιραστεί κάμποσες τέτοιες βραδιές. "Safe in the light that surrounds me" τραγουδάμε ακόμη, αναπολούμε, και σίγουρα καταστρέψαμε και όλα τα βίντεο των γύρω μας με τις γκαρίδες μας. Άξιζε όμως.
 
Νίκος Καταπίδης 
7
Release Athens - Nick Cave (2022)
Όταν η μέρα προβλέπεται μακρά, χρειάζεται από πριν καλός προγραμματισμός για να τα καταφέρεις όλα όπως πρέπει. Μια τέτοια μέρα ήταν για μένα η 15η Ιουνίου του 2022. Καθημερινή, που σημαίνει το πρωί δουλειά, αλλά και με «υποχρεώσεις» που θα με κρατούσαν σερί εκτός σπιτιού μέχρι τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Πρωινό ξύπνημα λοιπόν, πακετάρισμα όλων αυτών που έπρεπε να πάρω μαζί μου για να τη «βγάλω» ως αργά το βράδυ, καφές, πρωινό και πορεία προς το γραφείο.
 
Αμέσως μετά το σχόλασμα, ανηφόρισα από τον Πειραιά προς την Αθήνα μέσω της Λεωφόρου Συγγρού σταματώντας στο ξενοδοχείο Intercontinental. Πάρκαρα και άλλαξα ρούχα μέσα στο αυτοκίνητο. Βλέπετε, τη συγκεκριμένη μέρα ήταν διαθέσιμος ο κύριος Desmond Child για συνέντευξη από κοντά με την ιστοσελίδα μας και αυτή η ευκαιρία δεν μπορούσε να πάει χαμένη. Μετά από μια καταπληκτική συζήτηση που κάναμε σε μια σουΐτα και την οποία ακόμα θυμάμαι, πήγα τρέχοντας και πάλι προς το αυτοκίνητο. Αναστροφή και πάλι πορεία επί της Συγγρού, αλλά αυτή τη φορά προς την αντίθετη κατεύθυνση, με τελικό στόχο την Πλατεία Νερού.
 
Βλέπετε, Ιούνιος σημαίνει καλοκαιρινές συναυλίες και φεστιβάλ και τη συγκεκριμένη μέρα έπαιζε στο Release Festival ένα συγκρότημα που η ίδια η συναυλιακή μου εμπειρία μου έχει δείξει ότι πρέπει να χάνω μόνο για πάρα πολύ σοβαρό λόγο. Το ευλαβικό 5x5 της Τετάρτης δεν ήταν ένας από αυτούς κι έτσι το «έκαψα» για να βρεθώ εντός της Πλατείας Νερού αρκετά έγκαιρα για το τρίτο όνομα της ημέρας, τους Fontaines DC. Η προαγωγή τους από τα επίπεδα του Death Disco στα επίπεδα της Πλατείας Νερού μέσα σε λίγα μόνο χρόνια δεν είναι αδικαιολόγητη κι αυτό φάνηκε από τον «αέρα» που είχαν εκείνη τη μέρα, αλλά κι από τη φρεσκάδα και την ποιότητα του υλικού τους. Επόμενοι ήταν οι Σκωτσέζοι Mogwai, που περιόδευαν ακόμα για το πολύ καλό "As The Love Continues". Το μισό setlist ήταν από τον συγκεκριμένο δίσκο και η συναυλία κύλισε αρκετά καλά με βάση τις προσδοκίες μου, αλλά η αλήθεια είναι πως όταν στο τέλος έπιασαν 1-2 πολύ παλιά κομμάτια οι κιθάρες ξύρισαν όπως ακριβώς χρειαζόταν για να κλείσουν την εμφατικά.
 
Έχοντας κλείσει περίπου 18ωρο από τότε που είχα ξυπνήσει, τίποτα δεν φαινόταν να με επηρεάζει εν αναμονή του να βγει ο Nick Cave με τους Bad Seeds του στη σκηνή. Παλιότερα δεν τον άκουγα σχεδόν καθόλου και γι’ αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω προς τι ο τόσος χαμός με την πάρτη του στην Ελλάδα. Όταν τον είδα όμως για πρώτη φορά ζωντανά, μόλις το 2017, εκτός του ότι είδα μια από τις καλύτερες συναυλίες της ζωής μου, ένιωσα και ανεπανόρθωτα. Η περιοδεία του 2022 δεν ήταν για την προώθηση κάποιου δίσκου κι έτσι το setlist ήταν μοιρασμένο στην εκτενή του δισκογραφία.
 
Ξεκίνησε καταιγιστικά με κομματάρες από το "Abattoir Blues / The Lyre of Orpheus". Κάπου ενδιάμεσα, μπήκε σφήνα το κλασσικό "From Her To Eternity". Το "Jubilee Street" έδειξε γιατί αγαπάμε τόσο πολύ το "Push The Sky Away". Τα "I Need You" και "Carnage" ήταν διαλείμματα ηρεμίας, για να ακολουθήσει πραγματικός καταιγισμός με την ομοβροντία των hits "Tupelo", "Red Right Hand", "The Ship Song" και "The Mercy Seat". Στο "City Of Refuge" έλαμψε η gospel χορωδία που είχε μαζί του. Το "Into My Arms" ήταν μαγικό. Ένα δίωρο και βάλε είχε περάσει χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, με τον Cave να είναι σαν μαγνήτης που δεν αφήνει το βλέμμα και την προσοχή του να φύγει από πάνω του. Για άλλη μια φορά σκέφτηκα ότι δεν θα σταματήσω να τον βλέπω όποτε έρχεται με αυτό το δαιμονισμένο σχήμα που λέγεται Bad Seeds.
 
Η ημερομηνία στο ρολόϊ είχε αλλάξει, οι δείκτες έδειχναν μία η ώρα, είχα περπάτημα για το αυτοκίνητο, οδήγηση μέχρι το σπίτι, μπάνιο, χαλάρωση από την υπερένταση. Ο χρόνος για ύπνο μέχρι το επόμενο ξύπνημα υπολόγιζα ότι ήταν ένα σκάρτο τετράωρο, αλλά όταν σου δημιουργούνται αναμνήσεις που δεν πρόκειται να ξεχάσεις ποτέ, είναι δυνατό να ασχολείσαι με τον χρόνο, με τον ύπνο και με την κούραση;
 
Παντελής Κουρέλης
8
Release Athens - Arctic Monkeys (2023)
Όταν ξεκίνησα να επεξεργάζομαι για ποιο συγκρότημα θα γράψω σε αυτό το κείμενο, η πρώτη μου σκέψη ήταν οι New Order, σε εκείνη την εμφάνιση που απέδειξε πόσο γιγάντιο συγκρότημα παραμένουν ακόμη. Από την άλλη, πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα πως η καλύτερα και σπουδαιότερή συναυλία που έχω παρακολουθήσει στο Release Athens Festival, και μια από τις καλύτερες της ζωής μου γενικώς, είναι αυτή των Massive Attack. Όταν όμως, τελικά, ξεκίνησα να γράφω, τα πράγματα πήραν μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση. 
 
Βλέπετε, οι συναυλίες και τα Φεστιβάλ στα οποία περνάμε τις ζωές μας δεν μπορούν να μετριούνται μόνο ως οπτικοακουστικά events, αλλά και ως πινέζες που βάζουμε στον χρόνο για να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξη μας και, κυρίως, την πορεία μας, επιστρέφοντας σε αυτά για να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν τότε. Αναπόφευκτα λοιπόν, οι επετειακές αναδρομές, και ειδικά για ένα Φεστιβάλ όπως το Release Athens το οποίο εδώ και δέκα χρόνια αποτελεί σημείο αναφοράς για το συναυλιακό γίγνεσθαι αλλά και ένας τόπος όπου κάθε χρόνο κύκλοι ανθρώπων ανταμώνουμε, μεγαλώνοντας μαζί με αυτό,  ξεκλειδώνουν πράγματα μέσα μας και μας αναγκάζουν τελικά να μιλήσουμε για αυτά που αποφεύγουμε.
 
Το καλοκαίρι του 2023 θα μπορούσε να είναι το χειρότερο καλοκαίρι της ζωής μου αν δεν ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου γενικώς. Ειδικά δε εκείνος ο Ιούλιος μου άφησε περισσότερα ptsd από όσα πίστευα μέχρι τότε πως θα μπορούσε να σηκώσει ένας άνθρωπος. Καθώς λοιπόν ένα ρολογάκι μετρούσε αντίστροφα προς ένα επώδυνο τέλος που θα μου μάθαινε για τα καλά την πραγματική φύση της απώλειας και του πένθους, και διάφορες σταθερές στις οποίες έβρισκα διέξοδο κατέρρεαν ενώ αγαπημένοι άνθρωποι, με τους οποίους μέχρι τότε είχα καθημερινή επικοινωνία, αποδεικνύονταν κατώτεροι των προσδοκιών και των περιστάσεων, βρέθηκα, σε μια κατάσταση που προσπαθούσα να βρω τι σκατά κάνω (και θα κάνω) σε αυτή τη ζωή.
 
Και, όπως μου έχει αρκετές φορές συμβεί μέχρι σήμερα και, πραγματικά, αισθάνομαι πολύ τυχερός για αυτό, η διέξοδος βρέθηκε στη μουσική αλλά και στους ανθρώπους. Και κάπως έτσι, τον Ιούλιο του ’23, περνούσα τα πρωινά μου στα νοσοκομεία και τα βράδια μου στις συναυλίες και ειδικά στην Πλατεία Νερού, προσπαθώντας να ξορκίσω κάτι λίγο από τα πολλά που πάλευα να διαχειριστώ πρακτικά και συναισθηματικά. Και σίγουρα δεν μετανιώνω για αυτό, καθώς δεν ξέρω πως θα ήμουν αν δεν υπήρχαν εκείνες οι συναυλίες και εκείνες οι αγκαλιές των φίλων να με κρατήσουν όρθιο.
 
Ανάμεσα σε αυτές, για να φτάσουμε, επιτέλους, και στο ζουμί της ιστορίας, ξεχωρίζει η βραδιά που ξαναείδα τους Arctic Monkeys. Και θυμάμαι πόσο δύσπιστος ήμουν από τη στιγμή της ανακοίνωσης της συναυλίας κάποιους μήνες πριν καθώς η εμφάνιση τους στη Μαλακάσα, για εμένα τουλάχιστον, εκείνη τη βραδιά του 2018, ήταν μια άσκαστη απογοήτευση. Αλλά, από την άλλη, είναι οι Arctic Monkeys και ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε μαζί τους με αποτέλεσμα να γνωρίζω από πρώτο χέρι τι σηματοδότησε το ντεμπούτο τους αλλά και πόσα πέτυχαν όλα αυτά τα χρόνια.  
 
Συνεπώς, δεν υπήρχε περίπτωση να μην είμαι εκεί. Και το πιο γρήγορο sold out στην ιστορία του Release, έκανε σαφές πως το ίδιο συναίσθημα μοιραζόταν πολύς κόσμος εκεί έξω. Στις 19/07 λοιπόν, ενώ στο ενδιάμεσο είχα 2-3 φορές αποφασίσει πως δεν θα πάω, έφυγα από τον Ερυθρό Σταυρό για να φτάσω στην Πλατεία Νερού, κουρασμένος, μουδιασμένος κι ελαφρώς ανόρεχτος, λίγο πριν οι Hives ανέβουν στη σκηνή. Ο Μάνος και ο Αντώνης έφεραν τις μπύρες και ο Howlin' Pelle Almqvist ενορχήστρωσε ένα show που ξεσήκωσε τους πάντες (και ήμασταν πολλοί). 
 
Σύντομα όμως, ο πήχης θα ανέβαινε κατακόρυφα καθώς το σπουδαιότερο rock συγκρότημα της γενιάς του θα ανέβαινε στη σκηνή κι εμείς θα μπαίναμε σε ένα σύμπαν όπου ο χώρος και ο χρόνος μικρή σημασία έχουν πια. Το βράδυ εκείνο οι Arctic Monkeys, μέσα σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα που δεν συμβαίνουν κάθε μέρα, θα κατάφεραν να μας παραδώσουν μια εμφάνιση αντάξια - αν όχι ανώτερη - του βάρους που κουβαλάει το όνομα τους. Ακόμη περισσότερο όμως, αυτό που πέτυχαν ήταν να φέρουν χιλιάδες νέους ανθρώπους στην Πλατεία Νερού, με τα αδέρφια τους, τους γονείς τους, ή τους φίλους τους, και να μας θυμίσουν πως το rock’n’roll είναι, καλώς ή κακώς, μια υπόθεση που απευθύνεται πρώτα από όλους στους νέους, και όταν αυτοί μετέχουν σε μια συναυλία, τραγουδώντας κάθε στίχο, ο παλμός είναι διαφορετικός και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται θυμίζει γιορτή.  
 
Και τι δεν ακούσαμε εκείνο το βράδυ; “Brianstorm”, “The View From The Afternoon”, “505”, “R U Mine?”, κάθε κομμάτι και μια ακόμη απόδειξη του σπουδαίου τους ρεπερτορίου, κι ας μην έπαιξαν τα δύο αγαπημένα μου κομμάτια τους από το ντεμπούτο τους(τα “Mardy Bum” και “From the Ritz to the Rubble” για όσους ενδιαφέρεστε). Και παρόλο που όλοι έδωσαν τον καλύτερο τους εαυτό, κάτι που μάλλον το περιμέναμε από τους τρεις τους, αυτός που έκανε την μεγάλη διαφορά ήταν ο  Alex Turner, ο οποίος αφήνοντας στην άκρη τις πόζες και τις τσατσάρες, έκανε σαφές γιατί, πέραν του πόσο κορυφαίος συνθέτης και στιχουργός είναι, όταν θέλει, μετατρέπεται και στον απόλυτο frontman. Με τους Arctic Monkeys, το Release Athens Festival, κέρδισε ένα μεγάλο στοίχημα, πετυχαίνοντας να φέρει ένα τεράστιο γκρουπ στην Ελλάδα, και, κλείνοντας τους για δύο μέρες, να κάνει την εμπειρία εύκολη, πετυχαίνοντας και οι 40.000 άνθρωποι που τους παρακολουθήσαμε από κοντά, όντως να τους δούμε και να τους απολαύσουμε, χωρίς να ταλαιπωρηθούμε ή να χρειάζεται να φέρουμε μαζί μας κιάλια. 
 
Δυστυχώς, όπως εξάλλου έμαθα καλά εκείνο το καλοκαίρι, όλα έχουν αρχή, μέση, και τέλος. Σημασία έχει η διαδρομή αλλά και το τι αφήνεις πίσω σου. Και το συγκρότημα, εκείνο το βράδυ, άφησε μόνο χαμόγελα, ενθουσιασμό, χαρά, και την αίσθηση πως, την επόμενη φορά που θα περάσει από τα μέρη μας, όποτε και αν είναι αυτό, θα είμαστε εκεί για αυτό. Σε προσωπικό επίπεδο, είναι δύσκολο να περιγράψω με λόγια το πόσο απελευθερωτικές υπήρξαν αυτές οι δύο ώρες για έμενα, πόσο ανάγκη τις είχα, και πόσο καλό μου έκαναν. Ακόμη περισσότερο όμως, είναι αδύνατο να περιγράψω πόσο ευγνώμων είμαι για την μικρή μας rocking κοινότητα, για εκείνο το αβίαστο το “μην γράψεις λέξη, σημασία έχει που ήρθες”, και, για όλα αυτά τα μεγάλα, μικρά, αστεία, και συναισθηματικά φορτισμένα, που έχουμε περάσει παρέα στην Πλατεία Νερού τα καλοκαίρια του Release Athens Festival. 
 
Αντώνης Αντωνιάδης
9
Release Athens - Sigur Ros (2016)
Δεν είναι πάρα πολλές οι συναυλίες στη ζωή μου που πήρα την απόφαση να πάω τελικά, ολομόναχη. Αυτό όχι επειδή δεν μου αρέσει να βρίσκομαι μόνη μου σε συναυλίες, αλλά επειδή έχω την τύχη να περιβάλλομαι από ανθρώπους που μοιραζόμαστε τα ίδια πάθη. Μόνο σε πολύ κρίσιμες κακές συγκυρίες, μου έχει λάχει να χρειαστεί να λάβω τούτη την απόφαση. Ωστόσο, για ανθρώπους όχι τόσο τυχερούς, είναι μια απόφαση στην οποία προτρέπω ανεπιφύλακτα, καθώς οι μικρές συσκέψεις με τον εαυτό μας ενώ περιβαλλόμαστε από χιλιάδες άτομα σε ένα χώρο που λόγω της μουσικής και μόνο, μοιάζει οικείος, μπορούν να μας οδηγήσουν σε μια δραστική βελτίωση της σχέσης μας μαζί του. 
 
Μια τέτοια απόφαση ήταν κι εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου που είπα στον εαυτό μου πως δεν γίνεται να χάσω την ευκαιρία να απολαύσω τους Sigur Ros. Πριν μια δεκαετία, δεν ήταν καθόλου δεδομένο πως ονόματα μεγάλα και φρέσκα στο είδος τους ή και γενικότερα, θα συμπεριλάμβαναν την Ελλάδα ως στάση στις ευρωπαϊκές τους μετακινήσεις. Ούσα τότε στα 22 μου χρόνια, δεν είχα κιόλας χρονικά τη δυνατότητα να τους συναντήσω στην προηγούμενη εμφάνισή τους στη χώρα μας, μα ούτε και οικονομικά στο εξωτερικό. Η συναυλιακή εμπειρία στην Ελλάδα, υπήρξε ως τότε πολύπαθη για πολυάριθμους λόγους, οπότε κάθε ευκαιρία να βιώσεις ένα όνομα που ειδάλλως δεν πίστευες ότι θα καταφέρεις να συναντήσεις, δεν ήταν μια από αυτές που οι μουσικολάτρες άφηναν εύκολα να φύγει. 
 
Προερχόμενη στον κύκλο των οπαδών των Sigur Ros από εκείνους που έφτασαν στο μαγικό τους κόσμο μέσω της post rock υφολογικής τους μεριάς, οι Sigur Ros ήταν τρόπον τινά, ξωτικά για όσους ήρθαν από το metal, χάζεψαν με το post-rock και στη μετεφηβεία τους μόνο, πολύ δειλά άρχισαν να εξερευνούν το χώρο της indie και της art pop, μάλλον δεν ήξερα τι θα με βρει. Η μαγεία των Sigur Ros συναποτελείται από όλα αυτά τα υλικά, υποσχόμενα πάντα να σε ταξιδέψουν κάπου όμορφα, που δεν υπάρχουν έγνοιες μα κυρίως, κακία. Με άγνοια «κινδύνου» της επιβλητικότητας της μουσικής τους, άρχισα πολύ νωρίς να ετοιμάζομαι για ένα τεράστιο ταξίδι.
 
Βλέπετε, από την εφηβεία μου κι έπειτα μένοντας σε μια αρκετά μη προσβάσιμη περιοχή της Αθήνας χωρίς αυτοκίνητο, είχα δεσμευτεί στον εαυτό μου ότι αυτό δεν θα σταθεί λόγος για να χάσω μια αγαπημένη συναυλία. Ήταν η πρώτη χρονιά το 2016, που το Release Festival μας συστήθηκε ως διοργάνωση, και παρευρισκόμενη στην συναυλία της PJ Harvey λίγες μέρες νωρίτερα, ένιωσα την ασφάλεια να επισκεφθώ έναν χώρο που έμοιαζε καλά οργανωμένος ολομόναχη, μιας και έτσι έτυχε. Παρόλο που αυτός ο χώρος ήταν πάρα πολύ μακριά από το σπίτι – πράγμα που επέστρεψε να με δαγκώσει, αλλά σε αυτό θα επιστρέψουμε.
 
Μετά από περίπου δύο ώρες στα Αθηναϊκά μέσα μαζικής μεταφοράς, που τότε, νοσταλγώ, δεν ήταν τόσο εφιαλτικά όσο σήμερα, η μυρωδιά της θάλασσας γλύκαινε την ατμόσφαιρα που ήταν ήδη κάπως «βαριά», όχι από διάθεση, μα από υγρασία. Η παρουσία εκεί από τις πρώτες ώρες κατέστη σημαντική, μιας που οι Afformance υπήρξαν από τις πλέον αγαπημένες παρουσίες της εγχώριας ορχηστρικής μουσικής της προηγούμενης δεκαετίας. Ο Theodore δεν αφορά ακριβώς τα μουσικά μου γούστα αλλά αποδίδει πάντοτε ακμαία, ενώ θυμάμαι χαρακτηριστικά εκείνη τη συναυλία ως την πρώτη μου γνωριμία με τους DIIV. Από τους Black Angels δεν θυμάμαι πολλά μιας που ποτέ δεν κατέληξαν άκουσμα με το οποίο δέθηκα. Ιστορίες που κάθε μία ξεχωριστά επιδέχονται αρκετά περισσότερα σχόλια, μα όχι σε αυτή την ιστορία.
 
Περιμένουμε καρτερικά λοιπόν τους Ισλανδούς μάγιστρους. Αρκετός κόσμος, σε σημείο που μου προξένησε μεγάλη απορία το αν έχουν τόσο κοινό στην Ελλάδα τέτοια συγκροτήματα. Το σύμπαν, λες και ήξερε ότι κάτι μαγικό επρόκειτο να συμβεί σε αυτά τα μερικά τετραγωνικά μέτρα σε μια γειτονιά της Αττικής, συνωμοτεί και αποφασίζει να βρέξει, τόσο όσο η βροχή να κάνει την παρουσία της αισθητή, όχι όμως περισσότερο από όσο μια χώρα μηδενικά οργανωμένη απέναντι στη βροχή ήταν ικανή να αντέξει. Είναι εντυπωμένη στο μυαλό μου, η εικόνα όπου μια αστραπή πίσω από τη σκηνή, σηματοδοτεί την έναρξη της εμφάνισης των Sigur Ros. Σαν σε μεταφυσική συμφωνία, τα επί σκηνής φώτα, ή μάλλον light show (ανάθεμα κι αν ξέραμε τι θα πει πραγματικό light show σε συναυλία τότε εδώ κάτω), χόρευαν με τις αστραπές και τις ψιχάλες, ανεβάζοντας αυτό που είχαν σχεδιάσει οπτικά οι Sigur Ros σε ένα επίπεδο που δεν θα μπορούσε τεχνικά από μόνο του να επιτευχθεί ούτε με αίτηση. Εκείνες οι κάθετε κολώνες φωτός, το φωτεινό backround, οι φωτισμένες «σταγόνες», τα γραφιστικά visualizer από πίσω, σε έναν κόσμο που το AI slop δεν υπήρχε παρά μόνο ως εφιάλτης ή επεισόδιο του Black Mirror, όλα χόρευαν κλείνοντας το μάτι το ένα στο άλλο. 
 
Σε λίγο πιο προσγειωμένες παρατηρήσεις, θεαματική ήταν και η ποιότητα του ήχου παρά τη δυστροπία του καιρού. Μεγάλες απαιτήσεις από το setlist δεν είχα μιας και ήταν η πρώτη μου επαφή, μα μου έλειψε μόνο λίγη περισσότερη παρουσία του Valtari - η έντονη αντ’ αυτού, παρουσία του “()”, ισοστάθμησε την εμπειρία. Ανάμεσα στα ισλανδικά και τη δική τους φανταστική γλώσσα, οι Sigur Ros γνωρίζουν καλά να χρησιμοποιούν τις φωνές ως στοιχεία έμφασης στην πανέμορφη μουσική τους. Η εμβληματική παρουσία του Jónsi Birgisson, συγκέντρωνε τα βλέμματα, ιδιαιτέρως σε στιγμές που έκανε το ξεχωριστό - η στιγμή που πιάνει το δοξάρι για να αγγίξει την κιθάρα, είναι σεναριογραφημένες από το θεό τον ίδιο. Ένα πραγματικό όνειρο.
 
Λέω όνειρο, καθώς με έναν περίεργο τρόπο, νιώθω πως όλοι οι παρευρισκόμενοι, το μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας δεν το είδαμε, παρά το είδαμε. Εξηγώ: η συχνότητα που, κοιτώντας γύρω μου, εντόπισα ανθρώπους να γέρνουν το κεφάλι προς τον ουρανό και να κλείνουν τα μάτια, όσο και αυτή που έπιασα τον εαυτό μου να επιδίδεται στη συγκεκριμένη κίνηση, ήταν αξιομνημόνευτη. Στιγμές προσωπικής ανάτασης και ευφορίας, με τη βροχή να μας χαϊδεύει το πρόσωπο, και να νιώθουμε αυτό το καλό «μόνοι», υπήρχαμε ή δεν υπήρχαμε τέτοιοι στον υλικό κόσμο. Στιγμές που ο καιρός, το θέαμα και η συνθήκη, σε γεμίζουν ελπίδα πως αυτός ο κόσμος, έχει ακόμη ομορφιά. Άλλωστε, εμείς οι γηραιοί emo, ξέρουμε πως “I like walking in the rain because nobody knows I’m crying”. Είχε γράψει για τότε ο Θεοδόσης, πως, «Μη νομίζεις ότι αυτήν τη στιγμή μπορείς να δεις κάτι καλύτερο από αυτό που έζησες εχτές το βράδυ». Δέκα χρόνια αργότερα, η συγκεκριμένη ρήση έρχεται να επιβεβαιωθεί αλλά και να επεκταθεί στο γεγονός πως, δεν έχουμε ζήσει πολλά καλύτερα πράγματα από εκείνο το βράδυ.
 
Με τη βροχή, ένα τρακάρισμα στο τραμ, τη νυχτερινή συγκοινωνία και δεν θυμάμαι τι άλλο, έφτασα στο σπίτι μου 3 και κάτι ώρες αργότερα από τη λήξη της συναυλίας. Δεν ένιωσα καθόλου κουρασμένη. Μοναχά έτοιμη να αντιμετωπίσω οποιαδήποτε δυσκολία ήρθε μπροστά μου τους επόμενους μήνες. Μπορεί στο μέλλον, να ριχτήκαμε σε pit, να χορέψαμε μέχρι τελικής πτώσεως, να κλάψαμε, και πολλά ακόμη στο Release Festival, η εμφάνιση των Sigur Ros όμως, μέχρι και σήμερα, είναι πηγή ζήλειας για τους ανθρώπους που δεν την έζησαν, και μια ανάμνηση που άλλαξε τα στάνταρ στο τι περιμέναμε να δούμε ζωντανά από πολλά συγκροτήματα.
 
Ειρήνη Τάτση
10
Release Athens - Manowar (2019)

Οι Manowar υπήρξαν ανέκαθεν το αγαπημένο μου (metal) συγκρότημα, η πρώτη αγάπη και παντοτινή που λένε, με τους Manilla Road να έρχονται λίγο πιο μετά και να στέκονται σχεδόν δίπλα τους, σε διαφορετικό context. Παρότι η τρέλα μου για τη μουσική με έχει οδηγήσει να βρεθώ σε εκατοντάδες συναυλίες σε διάστημα που πλέον υπερβαίνει τις τρεις δεκαετίες, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, δεν είχα καταφέρει να δω τους Manowar όπως πρέπει. Αυτή η «αδικία» έμελλε να αποκατασταθεί το 2019, με την συναυλιακή επιστροφή των Manowar στην Αθήνα μετά από δώδεκα ολόκληρα χρόνια και το March Metal Day με το αδιανόητο setlist - μεγάλη πληγή διαχρονικά.

Όπως τον παλιό καλό καιρό, οι φήμες είχαν οργιάσει για κάποιο διάστημα ενώ είχε ανακοινωθεί αποχαιρετιστήρια περιοδεία που τελικά ως συνήθως δεν ήταν τέτοια, οπότε η πολυπόθητη επίσημη ανακοίνωση ήρθε εν τέλει προκαλώντας ταυτόχρονα ανακούφιση και έκπληξη, καθώς εκείνη τη χρονιά το Release πραγματοποίησε μετά από τρεις χρονιές ένα μεγάλο άνοιγμα στο χώρο του metal, βάζοντας παράλληλα περισσότερες ημέρες.

Δεν θα αναφέρω το κλισέ «οι μέρες κυλούσαν βασανιστικά» ή «οι μέρες δεν περνούσαν με τίποτα» γιατί πολύ απλά δεν ισχύει και δεν θα ισχύει ευτυχώς για όσο η γη θα συνεχίζει να περιστρέφεται με σταθερό ρυθμό. Οι μήνες λοιπόν πέρασαν όπως περνούν πάντα και η μεγάλη Παρασκευή έφτασε. Ο γνωστός υπέρ του δέοντος έλεγχος του αρχηγού Joey DeMaio στο billing και τα διαδικαστικά δεν επέτρεψε μία ημέρα που συνολικά θα προσέφερε περισσότερες συγκινήσεις. Προφανώς υπήρχαν και τα καθιερωμένα ερωτηματικά που πάντοτε αποτελούσαν μέρος του μύθου των Manowar. Στην προκειμένη, ένα ακόμη ερωτηματικό που προστέθηκε ήταν η παρουσία δύο φρέσκων μελών και πως το γεγονός αυτό θα επηρέαζε τη συνολική απόδοση.

Αυτό που μπορώ να θυμηθώ σαν τώρα, είναι ότι στο τεράστιο χρονικά διάλειμμα μετά τους Rhapsody Of Fire και μέσα σε γενικότερο κλίμα ευφορίας ανάμεσα σε αδελφούς, φίλους και γνωστούς, δεν είχα χαμπαριάσει πως μετρούσαμε αντίστροφα για τη μεγάλη στιγμή της έναρξης. Και ότι δεν είχα πιάσει τη θέση που έπρεπε. Ξέρετε, οι γνωστές μαλακίες που κάνουμε και μετά μετανιώνουμε για μια ζωή. Ευτυχώς, σαν από μηχανής θεός βρέθηκε μπροστά μου ο «ξάδελφος» που δεν χαμπαριάζει και άνοιξε το δρόμο για να ακολουθήσω μέχρι τις πρώτες σειρές. Και θα τον ευγνωμονώ γι' αυτό σε όλη μου τη ζωή. Θα κουβαλάω και ένα μικρό βάρος που δεν είχα δίπλα μου τον Κώστα τον Πολύζο, νομίζω όμως ότι με καταλαβαίνει. Με καταλαβαίνει φαντάζομαι και όποιος είχε κάποια στιγμή την τύχη να δει ένα αγαπημένο του, μεγάλο συγκρότημα, από πολύ κοντά.

Όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ είχα την δυνατότητα να τα καταγράψω στην αντίστοιχη ανταπόκριση, τα έχω ξαναδιαβάσει αρκετές φορές έκτοτε, και δεν θα άλλαζα ούτε ένα σημείο στίξης. Ακόμα και υπό το πρίσμα του οπαδισμού που δεν αποβάλλεται αποτελώντας δεύτερη φύση, ακόμη και αν έχουμε την τάση υπετονίζουμε τις αξίες και υποβαθμίζουμε όποιες ατέλειες, πιστεύω πως καλώς ειπώθηκαν όσα έπρεπε να ειπωθούν.

Εν τέλει, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι το συνολικό βίωμα, τόσο το προσωπικό, όσο και το συλλογικό. Νομίζω ότι όλοι όσοι ήταν εκείνο το βράδυ στην Πλατεία Νερού αντιλήφθηκαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τη μαγεία, παρά την όποιες επιμέρους παρατηρήσεις. Τη μαγεία που περικλείουν τα πραγματικά μεγάλα τραγούδια, τη μαγεία που περικλείει μια μεγάλη συναυλία, τη μαγεία που περικλείει ένα συγκρότημα που έχει καταφέρει να χαρακτηρίζεται μεγάλο, και βεβαίως τη μαγεία του τεράστιου Eric Adams, ενός από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές στην ιστορία της rock και metal μουσικής.

Με τους Manowar να έχουν ακούσει δικαίως η αδίκως πολλά, ειδικά στην χώρα μας όπου λατρεύονται παραπάνω από τον μέσο όρο, η εμφάνιση του 2019 στην Αθήνα τους έφερε σε μια θέση που θεωρώ ότι αξίζουν, στο κλειστό club δηλαδή των metal συγκροτημάτων που μπορούν να προσελκύσουν πενταψήφιο αριθμό θεατών. Αντί κλεισίματος, θα ήθελα να μεταφέρω ακόμη μία εικόνα από εκείνη τη βραδιά. Στο pit που δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια του "Fighting Τhe World", θυμάμαι σαν τώρα να αντικρίζω και να αγκαλιάζω έναν αλλόφρονα Χρήστο Καραδημήτρη να τραγουδά και να το χαίρεται με την ψυχή του, όπως ίσως δεν έχει τύχει να τον ξαναδώ ποτέ σε συναυλία. Γιατί εκτός από την μεγάλη εικόνα, την ίδια δύναμη έχουν στη μνήμη και οι μικρότερες, οι πιο προσωπικές. Και είμαστε βεβαίως τυχεροί που την τελευταία δεκαετία το Release μας έχει προσφέρει τη δυνατότητα να αποτυπώσουμε στη μνήμη μας αρκετές τέτοιες εικόνες, μεγαλύτερες ή μικρότερες.

Θοδωρής Ξουρίδας

  • SHARE
  • TWEET