Εcca Vandal

LOOKING FOR PEOPLE TO UNFOLLOW

Loma Vista (2026)
Bάνδαλη και ανατρεπτική punk ψυχή, πέρα από κάθε κατηγοριοποίηση
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Στους καιρούς της κοινοτοπίας και του σοσιαλμιντιακού hype, της αποστείρωσης χωρίς προσωπικό χαρακτήρα ή των εμμονών με την καθαρότητα ειδών, υπάρχουν ακόμη εκείνες που επιλέγουν να λειτουργούν ανατρεπτικά. Τα τείχη που επιδιώκει να γκρεμίσει ήδη από το 2017 με το ομώνυμο ντεμπούτο της η Ecca Vandal, γίνονται συντρίμμια με το 2ο LP της. Το "LOOKING FOR PEOPLE TO UNFOLLOW" ήδη από τον τίτλο του δεν χαρίζεται, κάνοντας ξεκάθαρη αναφορά στην επιλογή της να δημιουργήσει απέχοντας από τα social media και όλη την παράνοιά τους, με το κενό των 9 χρόνων να επιβεβαιώνει ότι κάποιες φορές η δημιουργικότητα προηγείται της ανάγκης για διαρκή παρουσία.

Κλεισμένη σε ένα δωμάτιο στην Μελβούρνη με τον συνοδοιπόρο της Richie Buxton, ο οποίος πέρα από τη συμβολή στις συνθέσεις έχει αναλάβει και την παραγωγή του άλμπουμ - με υποδειγματικό αποτέλεσμα - δημιούργησε έναν δίσκο 17 κομματιών που δεν ενδιαφέρεται να εκπροσωπήσει ένα ύφος, αλλά περισσότερο τον αυτοπροσδιορισμό. Το intro "AIRPLANE MODE" προσφέρει μερικά δευτερόλεπτα διαλογισμού που σε αποσπούν από όσα συμβαίνουν και σε αφήνουν να ίπτασαι μέχρι να σε προσγειώσουν με punk ορμή στο "ΕYES SHUT". Κιθάρες σε παραμόρφωση, τα ντραμς του Dan Maio που χτίζουν εκκωφαντική ένταση μέσα από ρυθμικές μετατοπίσεις και νευρικά γεμίσματα και πάνω απ’ όλα τα φωνητικά της Vandal με ένα εύρος που τα καθιστά συνολικά συνδετικό κρίκο, δίνουν τον τόνο του καταιγιστικού μοτίβου στο πρώτο μέρος του δίσκου.

Σε αυτό, πέρα από την punk as fuck αισθητική, D-beat μοτίβα, noise δόσεις και την ωδή στην skate κουλτούρα που αποτελεί κομμάτι της, η Εcca Vandal ξεκινά τη μακρά δήλωση που αποτελεί και φιλοσοφία αυτού του πολυπρισματικού άλμπουμ - γεννημένη στη Νότια Αφρική από γονείς Ταμίλ πρόσφυγες που έφυγαν από την Σρι Λάνκα για να γλιτώσουν τον πόλεμο και μεγαλωμένη στην Αυστραλία, έρχεται ως μη λευκή γυναίκα να διεκδικήσει έναν χώρο που ελάχιστα δίνεται στην hardcore σκηνή. Μεταφέρει το βλέμμα και τη σκέψη στον πόλεμο που τσακίζει και ξεριζώνει τους από κάτω, με οδηγό το βίωμα του παιδιού που γεννήθηκε μέσα σε αυτή ακριβώς την κίνηση, για να βρεθεί σε έναν τόπο όπου πάντα θα λογίζεται ως το "άλλο". Δεν μένει εκεί, ωστόσο, και τα βάζει και με την επιτέλεση της ματσίλας: τα girlie aesthetics στο artwork, αλλά και στις στιλιστικές της επιλογές δεν είναι τα μόνα δείγματα. Tο "BLEED BUT NEVER DIE" είναι το reclaim του δικαιώματος να μιλάει ανοιχτά κάποια για το γυναικείο σώμα και την εμπειρία του μέσα σε ένα περιβάλλον που παραδοσιακά υποτιμά αυτές τις θεματικές. Όλα έρχονται να συμπυκνωθούν στο κομμάτι που έχει ξεχωρίσει, το οργισμένο "CRUISING TO SELF SOOTHE", μέσα από ένα φεμ πρίσμα ανθεκτικότητας και αυτοδιάθεσης, εκείνης που είναι αποφασισμένη να προχωρήσει - ακόμη και μόνη - στο μονοπάτι του αυτοπροσδιορισμού της.

Σε αυτό που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως δεύτερο μέρος του άλμπουμ, το punk στοιχείο εξακολουθεί να είναι ο βασικός άξονας. Γύρω του, βέβαια, αναπτύσσονται τόσες άλλες υφές, που ειλικρινά το genre bending περνάει σε άλλα επίπεδα. Ενδεικτικό το σημείο που την anarcho-punk τσίτα του "DANCE IN DEBT" διαδέχονται τα beats του "GHOSTS", καθώς και το επιβλητικό flow της Vandal που ανήκει σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές στα φωνητικά του δίσκου, οδηγώντας στην κορύφωση της πολιτικής διάστασής του. Το σβήσιμο των ταυτοτήτων από την αποικιοκρατία και τη λευκή υπεροχή, τα αορατοποιημένα σώματα, βγαίνουν ξανά στο προσκήνιο μέσα από την διάλυση των συμβόλων των καταπιεστών.

Αν οι θεματικές που διαπερνούν τον στίχο αρνούνται την μονοθεματική κατηγοριοποίηση, αυτό συμβαίνει ακόμη πιο εμφατικά με τον ήχο. Η Ecca Vandal δεν νοιάζεται να συλλέξει τις μουσικές αναφορές και να τις αραδιάσει σε κάτι που θα κατέληγε χαοτικό. Έχοντας ένα jazz μουσικό αυτί που διαμόρφωσαν οι μουσικές σπουδές της στο είδος, έχει μια διαφορετική αντίληψη της ίδιας της σύνθεσης. Τα hip hop στοιχεία έχουν ενσωματωθεί στους ρυθμούς των συνθέσεων και παίρνουν τα ηνία σε στιγμές όπως το "BLEACH", οι pop μουσικές αναφορές επίσης αναδεικνύονται από τις αποχρώσεις στο "VERTICAL WORLDS" έως το δεύτερο μέρος που νοητά το σηματοδοτεί το αφοπλιστικά ευαίσθητο "IT'S OK NOT TO BE OK". R&B, synths και jazz πιάνο, trip hop ατμοσφαιρικότητα και μουσικά μοτίβα που κάνουν ευθεία αναφορά στην νοτιοασιατική κληρονομιά της συνυπάρχουν σε ένα αταξινόμητο σύνολο που ενέχει όλη την ιστορία της. Το "ΤΗΕΝ ΤΗERE’ S ONE" είναι ίσως η πιο ιδιαίτερη στιγμή μουσικά, όπου η ταυτότητά της βρίσκει πιο έντονα μουσική υπόσταση στον συνδυασμό trip hop και bhangra ρυθμού, δίνοντας χώρο για να ανθίσει η πιο προσωπική καλλιτεχνική της γλώσσα.

Συνολικά, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι, παρά το εύρος του που χαιρετάει ανοιχτά το χάος, δεν καταλήγει κατακερματισμένο ή ασύνδετο. Οι μεταβάσεις από τα punk ξεσπάσματα στο hip hop groove κι από τα ηλεκτρονικά περάσματα σε πιο ευαίσθητες pop ή jazz πτυχές, δένουν γιατί αποτελούν όλα στοιχεία μιας ταυτότητας που η Ecca Vandal κάνει δική της. Βγάζει μπροστά όλες τις διαφορετικές πλευρές της, τις μουσικές σπουδές, την punk που μίλησε στην ψυχή της όταν άκουσε πρώτη φορά Fugazi, τους ήχους που κουβαλά περήφανα ως ενεργό κομμάτι της κοινότητάς της - δεν υπάρχει χώρος για μια επιφανειακή αισθητική αναπαράσταση.

Μέσα στην ειλικρίνειά του, το "LOOKING FOR PEOPLE TO UNFOLLOW" δεν αφήνει αμφιβολίες για το ποια είναι η Ecca Vandal εν έτει 2026. Το μόνο που μένει είναι να δούμε αυτή την έκφραση επί σκηνής, με την πρώτη ευκαιρία να μας δίνεται στις 15 Ιουνίου στο Release Athens Festival.

  • SHARE
  • TWEET