Έφτασε η ώρα, φίλες και φίλοι. Μπορείτε εύκολα να φανταστείτε τη συνθήκη που μας ώθησε να στήσουμε αυτό το δεκάρι. Δεν υπάρχει λόγος να το κρύψουμε, ούτε να προσποιηθούμε ότι μας ζόρισε. Ναι, θα παραδεχτούμε περήφανα ότι είχαμε μία πολύ συγκεκριμένη πηγή έμπνευσης, από αυτή την άποψη τασσόμαστε απόλυτα με το post-grunge δόγμα. Όχι, δεν θα μπούμε σε βαθιές αναλύσεις επί του ίδιου του ύφους ή της εποχής που σημάδεψε, ξέρετε πολύ καλά για τι πράγμα μιλάμε.
Μόνο μία ματιά στα ονόματα που ακολουθούν αρκεί για να σβήσουν τα ερωτηματικά. Πρακτικά κάθε σχήμα που στάθηκε κάτω από την ομπρέλα του ιδιώματος, βρέθηκε στο στόχαστρο των πάντων. Από κριτικούς και λάτρεις της υψηλής τέχνης, μέχρι περαστικούς που έψαχναν κάτι να μισήσουν και υπέρμαχους της ροκ καθαρότητας, όλοι είχαν κάτι να προσάψουν. Όλοι; Όχι! Το ανυπότακτο casual κοινό απλά κράτησε τα τραγούδια, τα αγάπησε γι' αυτό που ήταν, και τα έλουσε με πλατίνα και χρυσό.
Οι κάθε λογής επικριτές είχαν πατήματα να βρουν, σαφέστατα. Ο τρόπος με τον οποίο ολόκληρη η σκηνή εξαφανίστηκε από προσώπου γης εν μία νυκτί, σε γρήγορη ανάγνωση από μακριά τουλάχιστον, δεν βοήθησε. Την ίδια στιγμή, το μέγεθος των επιτυχιών είναι τέτοιο που δεν σηκώνει κουβέντα, ενώ το ότι δύο δεκαετίες μετά έχουν αρχίσει να εμφανίζονται εκλάμψεις, δίνει ελπίδα. Η σειρά παρουσίασης είναι αλφαβητική, συνοδεία b-side, από την καλή κι από την ανάποδη, επειδή γιατί όχι. Ραντεβού την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου στο Release Athens Festival.
3 Doors Down
Κατά πάσα πιθανότητα ο πιο δίκαιος τρόπος για να ξεκινήσει αυτό το μικρό αφιέρωμα. Ο αείμνηστος Brad Arnlod με την παρέα του στέκονταν από τα πρώτα τους βήματα σαν την τέλεια απεικόνιση του στυλ που πρέσβευαν. Καμία παραξενιά. Κανένα τουπέ. Καμία, καμία όμως, σκληράδα. Έμοιαζε τόσο εύκολο να τους δείξεις κοροϊδευτικά με το δάχτυλο που δεν ήταν καν αστείο. Μέχρι να σκάσουν τα hooks τουλάχιστον. Και για να μπερδέψουν λίγο περισσότερο τα πράγματα, σε μία εποχή που ο όρος 'one hit wonder' κυριαρχούσε, κατάφεραν να σπάσουν τον κανόνα του σίκουελ και να επαναλάβουν το θρίαμβο του ντεμπούτου με το παραπάνω.
B-side: Η κατάρα του να βρίσκεσαι στο ίδιο άλμπουμ με το "Kryptonite", και στη δεύτερη πλευρά του μάλιστα. Σε κάθε περίπτωση, το
"Life Of My Own" έχει κλεισμένη θέση στη λίστα με τα πιο υποτιμημένα κομμάτια της μπάντας και του ύφους γενικότερα.
Avoid: Αν μπορούσε να απομονωθεί το καθαρά μουσικό μέρος του "Citizen/Soldier", τα πράγματα δεν θα ήταν καθόλου άσχημα. Όταν μπαίνει όμως στην κουβέντα το στιχουργικό και η σύνδεση με την εθνοφρουρά των Η.Π. της Α. δεν γίνεται παρά να καταδικάσουμε με συνοπτικές.
Breaking Benjamin
Με τα χρόνια, κάθε φορά που επιστρέφω (σσ. Β.Λ.) σ’ αυτό το άλμπουμ, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι είναι ανάμεσα στα καλύτερα hard rock (ή ό,τι τέλος πάντων) της δεκαετίας του. Τουλάχιστον. Κάθε πιθανή διαφωνία καταρρέει εύκολα με το που μπαίνουν οι πρώτες νότες της κιθάρας του "Diary Of Jane". Ανοίγει και το δίσκο βλέπεις, μετά την εισαγωγή. Βασικά όλο το "Phobia" είναι μόνο δεκάρια, αλλά αν δεν έχει τύχει ποτέ να ακούσεις αυτό ρεφρέν, πρώτα απ' όλα ήρθε η ώρα να βγεις από το καταφύγιο τελικά δεν έγινε το πυρηνικό ολοκαύτωμα, και μετά διόρθωσε άμεσα. Καταραμένε Burnley με τις φοβίες σου. Ειδικά αυτή για τα αεροπλάνα μας έχει στοιχίσει.
B-side: Ωραία χρόνια. Έβαζες να παίξεις Halo και έσκαγε καινούργια κομματάρα Breaking Benjamin, γραμμένη επί τούτου. Σίγουρα στην από δω πλευρά του πλανήτη πολλά τους έμαθαν από το
"Blow Me Away". Ακόμα πιο σίγουρα υπάρχουν αρκετά που αν το ακούσουν θα το αναγνωρίσουν χωρίς να ξέρουν τί είναι.
Avoid: Θα μπορούσε να μπει εδώ ολόκληρο το έκτρωμα που λέγεται "Aurora" ή η συμμετοχή στην εκτέλεση του "Iris", αλλά το "Lady Bug" δε βλέπει τίποτα και πουθενά. Δε φτάνει που την είδαν αμερικανό-πανκιά των 90s ή που οι κιθάρες είναι λίγο χειρότερες από κακές, τα φωνητικά ακούγονται λες και κάτι πολύ άσχημο συνάντησε τον Burnley και του έκλεψε τη θέση. Λίγα το έχουν ακούσει. Ευτυχώς.
Creed
Οι Creed ήταν η μπάντα που όλοι κράζανε και κανείς δεν παραδεχόταν ότι ήξερε απ' έξω και πούλησαν σαν να μην τους ένοιαζε στιγμή. Το Human Clay (1999) έγινε “διαμαντένιο”, με πάνω από 10 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ, και το Weathered (2001) ακολούθησε με πλατινένιο x6 παρακαλώ. Το "One Last Breath" είναι η απόλυτη post-grunge μπαλάντα: η βαριά, βασανισμένη φωνή του Scott Stapp πάνω στα riff του Mark Tremonti (που αργότερα έστησε τους Alter Bridge) και ένα refrain γραμμένο για να το ουρλιάζουν στάδια. Πες ό,τι θες, το ξέρεις στίχο προς στίχο.
B-side: Αν το "One Last Breath" σε κούρασε από τα ραδιόφωνα, πήγαινε στο
"Bullets" από τον ίδιο δίσκο. Πιο σκοτεινό, πιο γρήγορο, με τον Tremonti να θυμίζει ότι πέρα από το να γράφει hits ξέρει και να παίζει κιθάρα, και το κάνει εξαιρετικά.
Avoid: Αντί τραγουδιού, οφείλουμε να πάμε με το διαβόητο live στο Allstate Arena του Σικάγο (29 Δεκεμβρίου 2002). Ένας μεθυσμένος και φορτωμένος με παυσίπονα Stapp ξάπλωνε στη σκηνή, ξεχνούσε στίχους κι έφευγε στη μέση των κομματιών, τόσο χάλια που τέσσερις θεατές έκαναν μήνυση στην μπάντα. Ο δικαστής την πέταξε, αλλά η ζημιά είχε γίνει: το χαμηλότερο σημείο μιας κατά τα άλλα τεράστιας πορείας.
Fuel
Για όλες τις θεόρατες μεμονωμένες κορυφές που έπιασε το ιδίωμα μέσω συγκεκριμένων κομματιών, η υπόθεση των ολοκληρωμένων κυκλοφοριών ήταν ανέκαθεν διαφορετική. Είτε αυτό αποδοθεί στην εμπορική φύση του υλικού, είτε στην προσέγγιση των συγκροτημάτων, είτε στις απαιτήσεις της βιομηχανίας, είτε όπου αλλού, το αποτέλεσμα παραμένει. Το "Something Like Human" των Fuel είναι μία από τις εξαιρέσεις που δείχνουν ότι το παιχνίδι μπορεί να κερδηθεί με κάθε τρόπο. Γεμάτο μεγάλες γραμμές, τις μελωδίες του Carl Bell πάνω από όλα, τη χροιά του Brett Scallions ακριβώς δίπλα, με παραγωγή από εδώ μέχρι την Πενσυλβανία, και αρκετή ψυχή για να στείλει κάθε σχόλιο περί φθήνιας στον αγύριστο. Κι αν τα σαράντα λεπτά φαντάζουν πολλά, το "Hemorrhage" τα συμπυκνώνει σε κάτι λιγότερο από τέσσερα.
B-side: Χωρίς δεύτερη σκέψη,
"Won't Back Down".
Forever in darkness, λέμε!
Avoid: Θα ήταν σχετικά εύκολο να διαλέξουμε κάτι από τις δύο τελευταίες δουλειές του σχήματος, που επιεικώς πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Επειδή δεν είμαστε τέτοιοι, θα μείνουμε στο ένδοξο 2003 και το βαρύ παράπονο του "Die Like This".
Nickelback
Η πιο μπουχτισμένη μπάντα του πλανήτη και ταυτόχρονα από τις πιο επιτυχημένες, όσο κι αν πολλοί τους έχουν στημένους στη γωνία. Το "Someday", από το "The Long Road" (2003, τρεις φορές πλατινένιο στις Η.Π.Α.), είναι ο Chad Kroeger στο πιο εύπεπτο, μελωδικό του: ένα ρεφραίν που κολλάει σαν τσίχλα στο πέλμα, είτε το παραδέχεσαι είτε όχι. Δύο χρόνια μετά, το "All the Right Reasons" θα έπιανε διαμαντένιο στάτους (10 εκατομμύρια πωλήσεις στις ΗΠΑ, περίπου 18 παγκοσμίως) και θα τους έκανε τον αγαπημένο στόχο κάθε ροκ σνομπ. Οι Καναδοί ήξεραν ακριβώς ποιο κουμπί να πατήσουν.
B-side: Αν θέλετε να δείτε ότι κρύβουν και δόντια, πήγαινε στο
"Never Again" από το "Silver Side Up". Σκληρό κομμάτι για την ενδοοικογενειακή βία, χωρίς ίχνος από τα λαδωμένα refrain που τους χρέωσαν. Η απόδειξη ότι, όταν ήθελαν, έγραφαν και με βάρος.
Avoid: "Something In Your Mouth": όταν έχουν τα χαμηλά τους, πιο πάτος δεν πάει. Θλιβεροί στίχοι, generic riff, και ένα ραπάρισμα έτσι για το κερασάκι στην τούρτα. Μακριά.
Seether
Μην ρωτήσετε γιατί όχι το "Gasoline", το "Fine Again" ή το τιτανομέγιστο ντουέτο στο "Broken", δεν θα βρούμε ποτέ πειστική απάντηση να δώσουμε. Το ντεμπούτο της μπάντας του Shaun Morgan, τόσο στην κανονική όσο και στη "Disclaimer II" εκδοχή του, έβαλε το όνομα των δημιουργών του με τόση δύναμη στο χάρτη, που πρακτικά δεν γίνεται να χάσει. Τελείως υποκειμενικά ωστόσο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι το "Karma & Effect" στέκεται σαν κάτι παραπάνω από άξιος διάδοχος, κι ανάλογα με τη μέρα μπορεί να κερδίσει την άτυπη σύγκριση στα βιβλία μας. Υπερβολή; Ίσως, αν και η εισαγωγική τετράδα από μόνη της δίνει ένα κάποιο δίκιο στη δήλωση.
B-side: Το κλείσιμο της δεκαετίας του 2000 και η αρχή της επόμενης δεν ήταν ό,τι πιο εύκολο για τη σκηνή. Με τον τρόπο τους, οι Seether κατάφεραν να κρατηθούν φρέσκοι και να ανανεώσουν τόσο-όσο τη συνταγή τους. Και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, το
"Words As Weapons" έχει κάθε λόγο να μπαίνει στην best of κουβέντα, γενικά και αναντίρρητα.
Avoid: "FMLYHM". FFS.
Shinedown
Αν οι Creed και οι Nickelback είναι το παρελθόν του post-grunge, οι Shinedown είναι αυτοί που το κράτησαν ζωντανό. Το "Sound Of Madness" δίνει τον τίτλο στον τρίτο τους δίσκο (2008, δύο φορές πλατινένιο στις Η.Π.Α.) και είναι καθαρόαιμο arena rock: η φωνή-τέρας του Brent Smith, riff που σε χτυπάνε στο στομάχι, ρεφραίν που δεν αφήνει αέρα. Ο δίσκος έμεινε πάνω από 120 εβδομάδες στο Billboard 200 κι έβγαλε το "Second Chance", ένα τρεις φορές πλατινένιο single που σκαρφάλωσε στο #7 του Hot 100. Η στιγμή που το είδος βρήκε δεύτερη ζωή.
B-side: Λιγότερο προφανές, από τον ίδιο δίσκο: το
"Breaking Inside", ντουέτο με τη Lzzy Hale των Halestorm. Πιο σκοτεινό, πιο εσωστρεφές, μακριά από τα ραδιόφωνα, δείχνει πόσο καλά διαχειρίζεται ο Smith και την ένταση και τη λεπτότητα.
Avoid: Το "Diamond Eyes (Boom-Lay Boom-Lay Boom)", γραμμένο για το soundtrack των πρώτων Expendables. Εκεί που το επικό γίνεται γραφικό: ένα chant που ακούγεται σαν παρωδία του εαυτού τους. Η στιγμή που το arena rock πάτησε κάπως υπερβολικά δυνατά το γκάζι.
Staind
Είναι το "It's Been A While" το απόλυτο κομμάτι: αυτόματο κλάμα και σκατά απ' το ποτό; Βεβαίως και μπορεί. Με τον πρώτο στίχο παρατάς γραψίματα και γεμίζεις ποτήρι ουίσκι. Προφανώς η συνέχεια έρχεται με κάτι ανάμεσα σε θολούρα, βαρύ κεφάλι και μισό τραγούδισμα, μισό φωνές, μισό ψιθύρισμα και τη νοσταλγία να χτυπάει κόκκινα. Εκείνα τα χρόνια όλα αυτά τα συγκροτήματα nu-metal τα λέγαμε και οι Staind ήταν από τα κορυφαία. Δε νομίζουμε ότι είναι ψευδής εικόνα του δικού μας μικρόκοσμου, τα δέκα εκατομμύρια μηνιαίων ακροατών στο Spotify και το πάνω από μισό δις που έχει αυτός ο ύμνος είναι μάλλον αρκετή απόδειξη. Μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι όλα κλαίγαμε παρέα τότε, κάθε φορά που έπαιζε.
B-side: Το riff που ανοίγει το
"Open Your Eyes" είναι πιθανότατα από τα πιο χαρακτηριστικά των πρώιμων zeroes. Τουλάχιστον στη mainstream σκληρή rock. Χαμηλό κούρδισμα, βαρύς ήχος, μαυρίλα στους στίχους, χαρισματική φωνή, πολύ συναίσθημα. Όταν μπαίνει το ερώτημα τί είναι το post-grunge και γιατί το λέμε έτσι, το "Break The Cycle" δίνει όσες απαντήσεις χρειάζονται.
Avoid: Προφανώς στον ήχο του post-grunge υπάρχουν πολλές αυθεντικά κακές στιγμές. Κάποιες ακραία μάλιστα. Ένα όμως είναι που στέκει σίγουρο: τίποτα δε νικάει, μάλλον, το "Wannabe". Η ανατριχίλα από την ετεροντροπή αφήνει πίσω και μονόλογο του Michael Scott. Κι εκεί που λες δε γίνεται, δεν έχει τρόπο να πάει χειρότερο, κατρακυλάει κι άλλο. Αν μάλιστα γίνει το λάθος και διαβάσεις στίχους, παγώνει ολόκληρο το είναι σου.
Stone Sour
Ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαίο να υπάρξουν οι Stone Sour, αν όχι για τις τραγουδάρες (βασικά ολόκληρες δισκάρες) που έβγαλαν, τουλάχιστον γιατί η φωνή του Corey είναι τόσο πλούσια και βαθιά εκφραστική, που έπρεπε να βρει και τέτοιο χώρο. Το δεύτερο άλμπουμ ήταν ένα θεόρατο άλμα για την μπάντα καταφέρνοντας να κόψει για τα καλά τα δεσμά με το μητρικό σκάφος. Το "Through Glass" έπαιζε καθημερινά στα ραδιόφωνα, τα ντόπια λέμε τώρα όχι μόνο τα αμερικάνικα, και ισορροπούσε την πιο επιθετική πλευρά του ομώνυμου, του "30/30-150" και των άλλων πιο in your face κομματιών του. Η τύχη μας χαμογέλασε τελικά το 2010 και τους είδαμε live, η μπάντα όμως κάπως αποφάσισε και δεν το έπαιξε.
B-side: Υπό κανονικές συνθήκες εδώ θα έμπαινε "Taciturn" (από τα πιο αγαπημένα Stone Sour γενικά), "Tired" ή "Bother". Αλλά για να είναι πιο ουσιαστική η παρουσίαση στο
"A Rumour Of Skin", ένα πιο δυνατό, αλλά ταυτόχρονα χαρακτηριστικό post-grunge, κομμάτι. Γενικά το πρώτο
"House Of Gold & Bones" είναι πραγματικά πάρα πολύ καλός, γεμάτος τραγουδάρες και έναν Corey συγκλονιστικό. Λείπει πολύ αυτή η μπάντα ρε γαμώτο.
Avoid: Δεν ήταν καθόλου κακός δίσκος το "Audio Secrecy", καθόλου κακός. Αλλά αυτό το "Hesitate" ρε παιδί μου τί το θέλανε; Και το πίστευαν πολύ ε, το έκαναν και single με βίντεο κι απ' όλα. Ακόμα και οι σούπερ φλώροι που υπογράφουν αυτές τις λέξεις βάζουν εδώ τα όρια τους. Εύκολο skip, μόνιμο.
Three Days Grace
Για να καταλαβαινόμαστε και να κινούμαστε σε λογικά πλαίσια ας ξεκινήσουμε απ’ το εξής: είναι πολύ δύσκολο να βρεις πάνω από πέντε μπάντες σκληρού ροκ πιο μεγάλες και πιο πετυχημένες τα τελευταία πάμπολα χρόνια από τους Three Days Grace. Ναι σε ακούω όταν λες άλλο Αμερική άλλο Ευρώπη, αλλά όταν μιλάμε για post-grunge, alt-metal και άλλα τέτοια ραδιοφωνικά, όλα είναι πιο μεγάλα από’ κει! Όλα! Και επειδή οι παραδόσεις είναι για να τιμούνται, οι πρώτοι δίσκοι είναι οι καλύτεροι. Ντεμπούτο λοιπόν, "I Hate Everything About You" και ο πλανήτης στα πόδια τους. Κάθε φορά που μπαίνει τούτο το... ψιλό-καλό δισκάκι λοιπόν και μόλις φτάνει στο τρίτο του κομμάτι, ανανεώνεται η πίστη μου στις αντοχές της φωνής μου και την ανεκτικότητα του γείτονα.
B-side: Το δεύτερο άλμπουμ στέκεται αν όχι καλύτερο τότε σίγουρα εξίσου καλό με το πρώτο. Το
"Time Of Dying" είναι πασίγνωστο κι αυτό, για τους Three Days Grace μιλάμε, αλλά λιγότερο πασίγνωστο από άλλα τους. Κομματάρα όμως με στίχους που ανοίγουν και αδειάζουν μπουκάλια το ένα μετά το άλλο. Το καλό που τους θέλω να είναι στο setlist.
Avoid: Το "I Am The Weapon" από το "Explosions". Ακόμα κι αν προσπεράσουμε τα κακά riff και το λάθος ρυθμικό, ακόμα κι αν πάρουμε σαν fun τη γέφυρα, έρχεται το απόλυτο cringe ρεφρέν και σκύβουμε το κεφάλι με ένα γιατί να φεύγει ξέπνοο. Το χειρότερο είναι όμως ότι δεν έπαιζε χωρίς αντίπαλο, ο υπόλοιπος δίσκος βάζει δυνατό συναγωνισμό. Αλλά αυτό το έκαναν και βίντεο τρομάρα τους!
The Pretty Reckless
Αν νομίζατε ότι θα ξεμπερδεύατε έτσι εύκολα, σκεφτείτε ξανά. Δεκτό, με ψύχραιμη ματιά, η πρόταση των Pretty Reckless είναι πολύ ανοιχτόμυαλη (κι όμως) για να δικαιολογήσει τελείως τον post-grunge χαρακτηρισμό με το γράμμα του νόμου. Την ίδια στιγμή, αφενός οι αναφορές στο κλασικό ροκ των nineties είναι εκεί με το παραπάνω και αφετέρου η λογική τους είναι τόσο ξεδιάντροπα ραδιοφωνική, με αποτέλεσμα η ταμπέλα να εμφανίζεται από μόνη της. Το άστρο της Taylor Momsen έχει μόνο να προσθέσει σε αυτό. Ο γενναίος κατάλογος των υπέρ-χιτ μας προβλημάτισε περισσότερο από όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε, εν τέλει όμως η επιλογή ήταν μονόδρομος.
B-side: Ερωτούμε: Έχουν ωριμάσει αρκετά οι συνθήκες για να παραδεχθούμε ως ανθρωπότητα ότι το
"House On A Hill" είναι ανάμεσα στις καλύτερες μπαλάντες της περασμένης δεκαετίας. Και απαντούμε: Βεβαίως!
Avoid: Στα πρώτα χρόνια του κουαρτέτου, περίπου τα πάντα γύρω τους έμοιαζαν 100% hit or miss. Στην πλειοψηφία τους, έπεφταν στην πρώτη κατηγορία. Το "Hit Me Like A Man" ανήκει ξεκάθαρα στην δεύτερη.