The Twilight Sad
It's The Long Goodbye
Ένας δίσκος - αποχαιρετισμός και μια απάντηση στο ερώτημα: Τι γίνεται με όσα επιβιώνουν μετά την απώλεια;
Περνάμε ώρες, μέρες, μήνες σε χώρους αναμονής νοσοκομείων. Παρατηρούμε τους ανθρώπους μας να χάνονται, λίγο-λίγο κάθε φορά. Να μένει το φάντασμα του εαυτού τους, μέχρι τη στιγμή που ο μακρύς αποχαιρετισμός επισφραγίζεται από το σημείο της μη επιστροφής. Από αυτή τη θέση, οι Twilight Sad μας δίνουν το "It’s The Long Goodbye". Η απώλεια της μητέρας του James Graham από άνοια, η απόγνωση που απλώθηκε στις ζωές της οικογένειας από την διάγνωση μέχρι τον θάνατό της και ο αντίκτυπος που είχε στην ψυχική υγεία της κινητήριας δύναμης της μπάντας, τροφοδότησαν τη σπείρα εκείνη που ποτέ δεν έχει προδιαγεγραμμένη πορεία. Ο κύκλος του πένθους μπορεί να πάρει πολλά μονοπάτια, παγωμένα, καταστροφικά, ενίοτε όμως και λυτρωτικά
Οι Σκωτσέζοι που κινούνται από το ντεμπούτο τους έως σήμερα σε κάθε πτυχή της post-punk και indie θλίψης, δεν είναι άπειροι στην προσέγγιση της, πόσο μάλλον επιφανειακοί. Μουσικά και στιχουργικά, με δυνατότερη (έως τώρα) στιγμή τους το "Νobody Wants To Be Here, And Nobody Wants To Leave", έχουν βουτήξει στο σούρουπο της δυστυχίας - ή και της ζωής - με έναν τρόπο ξεχωριστό. Σε αυτόν χαρίζει υπόσταση ένα κράμα βασισμένο στη μελωδικότητα και μελαγχολία του post-punk και του σύμπαντος των Cure, στο shoegaze wall of sound και στις στρώσεις του θορύβου, όπως και στην σκωτσέζικη σκηνή που αναπτύσσεται σε ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα. Εντός του, το "μουντό" ξεπερνά κατά πολύ τον καιρό - μιλάμε για συνθήκη κοινωνική, ίσως και ιστορική - τα εξηγεί από μια άλλη θέση ο Mark Renton στο "Trainspotting".
Το "It’s the Long Goodbye" χρειάστηκε περίπου επτά χρόνια για να πάρει την τελική του μορφή - χρόνια των οποίων τα συμπυκνωμένα γεγονότα έδωσαν τον πιθανότατα καλύτερο δίσκο του (πλέον) ντουέτου. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη θεματική του. Αν ο μακρύς αποχαιρετισμός είναι ένας σταθμός, εδώ διασταυρώνονται οι διαφορετικές κατευθύνσεις της δισκογραφίας τους σε μια πληρέστερη και ωριμότερη εκδοχή. Ο ήχος ξεσπάει, φεύγει από τις φόρμες του 2014 και οι συνθέσεις του Andy MacFarlane φαίνεται να έχουν συμπυκνώσει τις καλύτερες πτυχές της διαδρομής τους. Το κιθαριστικό στοιχείο ξαναγίνεται πυρηνικό, ενώ ο ρυθμός και τα επίπεδα του ήχου χτίζονται πλειοδοτώντας στην ένταση. Γίνονται μια κραυγή απελπισίας που όμως δεν λειτουργεί χαοτικά και δεν πνίγει τα φωνητικά, που ακούγονται πιο άμεσα και εκτεθειμένα από ποτέ.
"Why are you leaving me? Why are you slowly leaving me?". Όλα τα παραπάνω παίρνουν σάρκα και οστά σε αυτή τη σπαρακτική επανάληψη από το εναρκτήριο "Get Away From It All". Η στιχουργική επαναληπτικότητα, μοτίβο του Graham σε όλο τον δίσκο, λειτουργεί ως συναισθηματικός χάρτης. Κιθάρες βουτηγμένες στο reverb συντρίβουν τον χώρο γύρω τους, την ατμόσφαιρα όμως καθορίζει η φωνή. Ο θόρυβος σε κάθε λεπτό του δίσκου λειτουργεί ως βήμα προς την απελευθέρωση, πλησιάζοντας ανά διαστήματα noise και post-rock φόρμες, όπως στο "TV People Throwing TVs at People". Το "Attempt a Crash Landing - Theme" είναι άλλη μια τέτοια περίπτωση, το μοτίβο "συσσώρευση, διατήρηση, έκρηξη" δομείται σταθερά από τον όγκο στο κιθαριστικό μέρος, έως την εισβολή των ντραμς. Πίσω από αυτά βρίσκεται ο ντράμερ των Arab Strap, David Jeans, συνεχίζοντας το ιστορικό συνεργασιών μεταξύ των δύο σχημάτων (βλέπε Gentle Sinners).
Οι συμμετοχές δεν περιορίζονται εκεί, με τον Alex Mackay των Μogwai στο μπάσο, αλλά και την καταλυτική παρουσία του Robert Smith. Οι σχέσεις Cure και Twilight Sad πηγαίνουν αρκετά πίσω, ξεπερνούν τη μουσική επιρροή, ενέχουν καλλιτεχνικό μοίρασμα και κοινές περιοδείες. Εδώ κάνουν ένα ακόμη βήμα. O Smith συμμετέχει σε τρία κομμάτια και μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές του δίσκου. Το "Waiting For The Call" είναι μια τέτοια, ένα εξαιρετικό δείγμα τόσο για την αποτύπωση της στιχουργικής μετατόπισης των Twilight Sad - οι μεταφορές δίνουν πλέον τη θέση τους στην ρεαλιστική αποτύπωση του βιώματος, όσο και στην μουσική πτυχή του. Την φρίκη της αναμονής για ΤΟ τηλεφώνημα πλαισιώνει αρχικά ένα χορευτικό beat, βγαλμένο μέσα από τα 80s, με κιθάρες (MacFarlane και Smith) να δίνουν τον δυναμικό τόνο της κλιμάκωσης. Στα layers τους πατούν τα μελωδικά synths, μικρές δόσεις συναισθηματισμού μπροστά σε αυτό που επιφυλάσσει το μέλλον. Αντίστοιχα και στο "Dead Flowers", με την έμφαση εδώ να δίνεται τόσο στις κιθάρες και τα πλήκτρα του Smith, όσο και στο ρυθμικό section. Τα 7 λεπτά του κομματιού είναι ένα παράθυρο στην σκοτεινή παρακαταθήκη των Cure, μέσα από τα φίλτρα των Σκωτσέζων.
Πλησιάζοντας στο τέλος, μεταφορικό και κυριολεκτικό, η απώλεια είναι παρούσα, ο πόνος σωματοποιείται. Βρισκόμαστε στην πιο καθαρή shoegaze στιγμή του δίσκου και το riff του "Chestwound to the Chest" έρχεται σε παραμορφωμένα κύματα. Και είναι το αργό τράβηγμα της κιθάρας που ανοίγει μια πύλη για να ξεδιπλωθεί ο στίχος. Με θέση που αλλάζει, πότε επιστρέφοντας στην παιδικότητα εκείνου που χάνει την μητέρα του, πότε ως μητέρα που έχει περάσει στην άλλη πλευρά, αφήνεται απόλυτα στο "σκοτάδι που ελκύει". Για να μπορέσεις να βγεις από τον ζόφο, πρέπει να περάσεις από μέσα και αν δεν κυλήσουν δάκρυα σε αυτό το σημείο της ακρόασης, κάτι δεν λειτουργεί σωστά.
Το "It’s the Long Goodbye" είναι μάλλον ο δίσκος που έχω ακούσει περισσότερο μέσα στο 2026. Η διαχείριση της απώλειας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κάποιο sympathy point, ίσα ίσα, είναι εκείνο το καύσιμο που δίνει τη διέξοδο, τον τρόπο να εκφραστεί η αγάπη που μένει, αλλά και η αδυναμία μπροστά στο μη αναστρέψιμο. Αν μιλάμε - προσωπικά ναι - για έναν από τους δίσκους της χρονιάς, αυτό οφείλεται σε δύο συστατικά: στην κατάκτηση μιας νέας κορυφής για τους Twilight Sad και στην απόλυτα ατόφια προσέγγιση του θρήνου. Το αναπόφευκτο καθιστά μακροπρόθεσμα το "It’s the Long Goodbye" έναν μελαγχολικό συνοδηπόρο.
