Dramachine

Χορός Του Θανάτου

Blue Dot Music (2026)
Τα synth παραμύθια της φρικαρισμένης ενηλικίωσης
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Περίπου 5 χρόνια πριν, η "Συγκινησιακή Πανούκλα"  τοποθέτησε με έμφαση τους Dramachine στον μουσικό χάρτη. Εντός και εκτός της παράνοιας που ζούσαμε τότε με τον covid, πιάνοντας το νήμα ενός ιδιόμορφου εγχώριου synth punk revival (χωρίς να εγκλωβίζεται ηχητικά σε στενά όρια), το εξαιρετικό ντεμπούτο των αθηναίων κέρδισε το στοίχημα της σύνδεσης, πατώντας τόσο στην βιωματική ταύτιση μέσα από τον στίχο, όσο και την δυναμική ενός μεταδοτικού μουσικού ρυθμού.

Σε μια συνθήκη που πολλά έχουν αλλάξει - μα "Πάντα Κάτι Μένει", επέστρεψαν με τον "Χορό Του Θανάτου". Ξεκινώντας από τα προφανή, η μεγάλη απόσταση μεταξύ των LP’s, δεν σήμαινε απουσία ή δημιουργική οκνηρία. Το αντίθετο. Η μηχανή δούλευε, στον βαθμό που κατάφερε κάτι όχι πολύ συχνό - χωρίς να συμβιβάσουν την weird synth punk πτυχή τους, να στραφούν πιο έντονα σε άλλα μουσικά μονοπάτια και να απευθυνθούν ανοιχτά σε διαφορετικά κοινά. Οι Dramachine είναι από τις περιπτώσεις που ενώνουν μουσικές φυλές, που βρίσκουν τον χώρο τους τόσο σε αυτοοργανωμένα εγχειρήματα, όσο και σε φεστιβαλικές σκηνές του εναλλακτικού ήχου.

Σε αυτά τα διαφορετικά πεδία, singles που εν τέλει πλαισιώνουν τον "Χορό του Θανάτου" διένυσαν τα χιλιόμετρά τους τα τελευταία δύο χρόνια. Οι διαδρομές της "Λένορμαν" και το "Φάντασμα", έγιναν συντροφιά σε νυχτερινά ηχοτοπία, κέρδισαν θέσεις σε λίστες dj sets και παρέσυραν στην χορευτική τους μανία - η οποία δεν μένει μόνο στο ρυθμικό κομμάτι, αλλά γίνεται μοτίβο που διαπερνά και θεματικά τον δίσκο.

Τα μανιώδη τρυπάνια του gentrification, οι ρυθμοί υπεραπόδοσης που έχουν οδηγήσει το autocorrect να συμπληρώνει σε κάθε μας πρόταση το burnout, εμφανίζονται ήδη από το εισαγωγικό "Πάντα Κάτι Μένει". Η σύγχυση και η απελπισία μιας γενιάς, το οικονομικό αδιέξοδο, η μοναξιά ενός αβίωτου και απόλυτα εξατομικευμένου μοντέλου ζωής - ή καλύτερα επιβίωσης - αποτελούν και εδώ το entry point ενός "ανήκειν" που έχουμε παραπάνω ανάγκη απ’ όσο παραδεχόμαστε.

Η απεύθυνση στο συλλογικό μέσα στη δυστοπία βρίσκει ευρηματικές διεξόδους, επιστρέφοντας στα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων. Αφήνοντας στην άκρη τα happy end που προστέθηκαν μεταγενέστερα (ζούμε εξάλλου στο χειρότερο timeline) οι Dramachine μετατρέπουν τους χαρακτήρες του Collodi και του Andersen σε σύγχρονα υποκείμενα, συναισθηματικά μη διαθέσιμα αγόρια, υπάρξεις παγιδευμένες μέσα σε κόκκινα παπούτσια που στροβιλίζονται μέχρι να συνειδητοποιήσουν πικρά ότι για να βγεις από τον χορό, πρέπει να χάσεις κομμάτια σου. Το εξαιρετικό artwork του εξωφύλλου του Τobias Cohrs μεταφράζει οπτικά τον ήχο - μορφές παραδομένες στη χορευτική μανία μοιάζουν να ματώνουν και να λιώνουν σε ένα ακατέργαστο σύνολο. Αυτές οι distorted εκδοχές των παιδικών παραμυθιών, συνομιλούν με μια ενηλικίωση που συγκρούστηκε αλλά εν μέρει αποδέχτηκε τον φόβο ως μέσο συμμόρφωσης, που επιχείρησε να διαφοροποιηθεί, αλλά προσγειώθηκε ματαιωμένα σε λάθος χρόνο και τόπο.

Βρισκόμαστε στην "Λάθος Εποχή" - ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του άλμπουμ μαζί με την "Αναισθητική"- όπου τα παραμύθια δεν υπάρχουν πια, αισθανόμαστε διαρκώς παρίες, ενώ το κοχύλι που κρύψαμε τη φωνή μας, ανταλλάχθηκε με τον εχθρό. Αποτέλεσμα - οι καρδιές μας κάτεργα και ο πόλεμος να μαίνεται εντός και εκτός των τειχών.

Το εξίσου εθιστικό σημείο του "Χορού Του Θανάτου" είναι πώς όλη αυτή η διόλου εύκολη υπαρξιακή ενδοσκόπηση συνοδεύεται από μια σαφή μετατόπιση του σχήματος στον ηλεκτρονικό και pop ήχο. To punk στοιχείο δεν απουσιάζει, αλλά μετασχηματίζεται, τα synths έχουν πλέον ηγεμονεύσει, το drum machine έχει δώσει τον παλμό μέσα από beats και το αποτέλεσμα είναι περισσότερο από ποτέ χορευτικό. Αυτές οι αντιθέσεις, όπως και η ρευστότητα ως προς το genre, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα έδιναν την εικόνα μιας αναποφασιστικότητας, μοιάζουν να αποτελούν συνειδητή ταυτότητα. Δεν υπάρχει η αγωνία του "ορισμού", ο μουσικός αυτοπροσδιορισμός γίνεται ένα παιχνίδι με τα όρια. Synth punk που ακουμπά το darkwave και το synthpop, rap περάσματα που δεν μοιάζουν ποτέ ξένα (οι συνεργασίες με Sci-fi River και Turboflow3000 βρίσκονται στον πυρήνα αυτής της δημιουργικής ματιάς).

Παράλληλα, ο "Χορός Του Θανάτου" παραμένει αιχμηρά ειλικρινής απέναντι σε όσα διαμορφώνουν το παρόν: στα ιδρύματα-μεσάζοντες της τέχνης, στο αέναο κυνήγι μιας ανάπτυξης που αγοράζει και τελικά ενσωματώνει στον δικό της ρυθμό τα πάντα μέσω των "Venture Capital(s)". Κάπως έτσι, ο δίσκος ένα βήμα πριν το κλείσιμο καταφέρνει να σε επαναφέρει στο entry point. Mόνο που τώρα μέσα από αυτή τη διαδρομή βγαίνεις πιο οργισμένη και εριστική.

Πολλές φορές έχω μιλήσει ή γράψει για τους Dramachine αναφερόμενη στον ρόλο που παίζει η μουσική τους στις νυχτερινές διαδρομές, στα μικρά και μεγαλύτερα ταξίδια εντός του αστικού ιστού. Πλέον νιώθω πως αυτό το ταξίδι, με όλο τον ζόφο, την ειρωνεία και τις μικρές αντιστάσεις που κουβαλά, έχει περάσει σε ένα άλλο επίπεδο: στη σφαίρα της παρατήρησης των ζωών μας. Κάτι ετερόκλητα συλλογικό και ταυτόχρονα βαθιά εσωτερικό, όπου συνυπάρχουν οι αντίρροπες δυνάμεις της ωμότητας και της φροντίδας, σε ένα ηχοτοπίο που πυροδοτεί έναν χορό ικανό να σωματοποιεί τόσο την επιθυμία όσο και την απομόνωση.

Αν όταν τους γνωρίσαμε χρειαζόμασταν ένα soundtrack για νυχτερινές περιπλανήσεις στην πόλη, τώρα η ανάγκη μοιάζει διαφορετική. Ο "Χορός Του Θανάτου" ακούγεται σαν soundtrack της ενηλικίωσης των φρικαρισμένων παιδιών της Αθήνας.

  • SHARE
  • TWEET