Υπαρξιακά δεμένος με την λογοτεχνία και τη μουσική, χαρτογραφεί και τις δύο με την υπενθύμιση ότι οι χάρτες δεν είναι ποτέ ο τόπος ο ίδιος. Του αρέσει ό,τι μπορεί να περιγράψει ως πολύχρωμο, παραμυθικό,...
Beth Orton
The Ground Above
Στον ένατο δίσκο της τριακονταετούς καριέρας της, η Αγγλίδα μουσικός μοιάζει να περνά μία δεύτερη δημιουργική εφηβεία
Πέφτεις πάνω στη νέα δουλειά μίας μουσικού που δισκογραφεί τακτικότατα εδώ και τρεις δεκαετίες. Ακούς, ξαφνιάζεσαι θετικά, κοντοστέκεσαι. Σε εκπλήσσει η ποιότητα ή το καινούργιο; Σκαλίζεις την δισκογραφία της να βρεις τι έπαιζε στις αρχές της∙ κάτι προφανώς πολύ πιο εμπνευσμένο, υποθέτεις, που επιβιώνει ξεφτισμένο στο σήμερα. Κι όμως, όχι. Όπως όλα δείχνουν, δεν πρόκειται για μία διαδρομή που προσπαθεί τριάντα χρόνια μετά να αναβιώσει το ένδοξο παρελθόν, ούτε για μία συνεπή καλλιτέχνιδα που υπηρετεί τον ήχο της χωρίς διακυμάνσεις. Η Beth Orton, εδώ και λίγα χρόνια, μοιάζει να βρίσκεται σε έναν νέο μουσικό αστερισμό. Απ’ τις μέρες της folktronica και του indie rock, η Beth Orton έχει αφήσει να κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, και ήταν με το "Weather Alive" (2024) που έκανε μία σημαντική στροφή σε πιο chamber folk μονοπάτια, με post rock τύπου κλιμακώσεις και jazz απολήξεις, διατηρώντας όμως τον singer/songwriter πυρήνα.
Το "The Ground Above" συνεχίζει την ίδια πορεία ωρίμανσης, λέξη που εδώ δεν μεταφράζεται ως «καλό, μα αδιάφορο», όπως συνηθίζεται σε βετεράνους που έχουν την τεχνογνωσία αλλά τους λείπει η έμπνευση. Πρόκειται για σαράντα επτά λεπτά αναστοχαστικής, ζεστής μουσικής, που αφήνει να επιφανούν όλες οι εύθραυστες πτυχές της Beth Orton. Με το πιάνο σε επιφανή θέση ως πρόσφατη ανακάλυψη συνθετικής προσέγγισης, ήπια κρουστά και πνευστά, το "The Ground Above" διέπεται από λεπτούς, μα αποφασιστικούς χειρισμούς της μελωδίας και της έντασης (ηχητικής, συναισθηματικής, ή νοηματικής). Ο αιθέριος χαρακτήρας του δίσκου αντιδιαστέλλεται με την βραχνή φωνή της Orton, που παραπέμπει στην κουρασμένη ευγένεια του David Bowie και του Nick Cave, με τρέμουλο που σέβεται το συναίσθημα χωρίς να το σπρώχνει στο μελό, και εξάρσεις που υπερβαίνουν την ισχύ των φωνητικών χορδών.
Υπάρχει ποιητικότητα στους στίχους, που κερδίζει περισσότερο όταν αφήνεται στην συναισθηματική διαφάνεια και τον εξομολογητικό τόνο, παρά στην αυστηρότητα της ομοιοκατάληκτης φόρμας. Χωρίς υπερβολή, όμως, εν τέλει πείθει μαζί με τις προθέσεις της Orton να εκφραστεί καλλιτεχνικά, όχι όμως και επιτηδευμένα, είτε πρόκειται για την επικότητα ενός "I′m invincible as grief / Violent as a blade of spring released" που ανοίγει ως δήλωση τον δίσκο, είτε τη spoken word ευαλωτότητα του "I’ll Miss You".
Πρωταγωνίστρια του δίσκου είναι αναμφίβολα η Beth Orton, όμως είναι δύσκολο να μην αποδώσω τα του καίσαρος τω Καίσαρη στις instrumental στιγμές που ανεβάζουν τον δίσκο με την δεξιότητά τους. Ο Christos Stylianides με την τρομπέτα του τόσο στο ομώνυμο, όσο και στο "Before I Knew" και "Waiting" δίνει μία νοσταλγική διάσταση στον δίσκο παρά την σχετικά μειωμένη του παρουσία, ενώ το παίξιμο του Vishak Nayak επίσης, ξεχωρίζει, πλάι στον Chris Vatalaro που αναλαμβάνει την μερίδα του λέοντος στις ηχογραφήσεις. Το τζαμάρισμα και η δουλειά με πολλά διαφορετικά άτομα στο διάστημα ενός χρόνου έδωσαν στην Orton την ευκαιρία να διαλέξει ανάμεσα σε διάφορες versions εκείνη που περισσότερο την ικανοποιούσε, όμως παράλληλα κάνουν δύσκολο να ξεχωρίσουν συγκεκριμένα άτομα για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα – όπως ας πούμε την κιθαριστική δουλειά που έχει γίνει στο "Cigarette Curls", την οποία μάλλον πιστώνεται ο Adrian Utley των Portishead.
Συνολικά αψεγάδιαστος, ο ένατος δίσκος της Αγγλίδας μουσικού εκφράζει μία late-career κορύφωση που σπάνια συναντάμε. Όχι πως μέχρι τώρα η Beth Orton δεν έδειχνε ποιότητα και αξιόλογη καλλιτεχνική παρουσία, όμως θα πω ότι ελάχιστα την ξεχώριζαν από την υπόλοιπη σκηνή της. Αντιθέτως, ο τωρινός ήχος της είναι εκείνος που την φέρνει πιο κοντά στην δημιουργική αυτοπραγμάτωση, τόσο ηχητικά, όσο και ποιοτικά, και μαζί με τον προκάτοχό του, το "The Ground Above" μπορεί να συγκαταλέγεται στον ανθό της δουλειάς της, αλλά και στις πιο καλοφτιαγμένες κυκλοφορίες στο είδος για τη φετινή χρονιά.
