Αν και διατηρεί μια αδυναμία στα progressive και doom ιδιώματα, εξακολουθεί να ακούει κάθε γνωστό και άγνωστο είδος αναζητώντας την περιπέτεια στη μουσική και πιστεύει ότι οι δυνάμεις του χάους και...
Krallice
Scour Order
Μετά από ένα εκτεταμένο διάλειμμα πειραματισμών, οι Krallice επιστρέφουν στις εξαιρετικές δουλειές με τρόπο απόλυτα πειστικό
Είμαι της άποψης πως οι Krallice από το Queens της Νέας Υόρκης είναι μια φρικτά υποτιμημένη black metal μπάντα, ίσως όμως σε κάποιο βαθμό ευθύνονται κι οι ίδιοι: λειτουργώντας περισσότερο σαν ένα jazz σχήμα των ‘60s, κυκλοφορούν από το 2008 συνεχώς νέα άλμπουμ με ελάχιστο promotion, περιοδείες (μέχρι πρόσφατα) μόνο στην χώρα τους και γενικώς με μια αυστηρή προσήλωση στο μουσικό/παικτικό κομμάτι. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο στα τελευταία τους άλμπουμ τα μέλη να αλλάζουν ρόλους και όργανα και να πειραματίζονται με synths κι άλλα μουσικά στυλ. Όλα αυτά δεν βοήθησαν στην δημοφιλία τους, αν και τους κάνουν πιο μοναδικούς.
Όλες αυτές οι εκκεντρικότητες κόβονται μαχαίρι στο δέκατο έκτο άλμπουμ τους με τίτλο "Scour Order": οι Mick Barr (κιθάρα, φωνή), Colin Marston (κιθάρα, φωνή), Nicholas McMaster (μπάσο, φωνή) και Lev Weinstein επιστρέφουν ο καθένας στο κανονικό του όργανο κι όλη η μπάντα στο ευθύ black metal. Βέβαια κι εδώ η λέξη "ευθύ" είναι ιδιαίτερα υπερβολική· οι Krallice είναι μουσικά μια πολύ τεχνική, πυκνή και περίπλοκη black metal μπάντα, ίσως μάλιστα το να τους χαρακτηρίσεις avant-garde δεν στερείται βάσης. Επιστρέφουν λοιπόν σε αυτό για το οποίο έγιναν γνωστοί, με μερικά twists.
Το "Scour Order" λοιπόν - δίσκος που έγινε commissioned από το Roadburn Festival και κέρδισε τις εντυπώσεις στην πρόσφατη εκδοχή του φεστιβάλ - κρατάει την δυσαρμονία των πρώτων άλμπουμ αλλά αυξάνει περαιτέρω την τεχνική δυσκολία, κλείνοντας ελαφρώς το μάτι στο progressive metal. (Τα μέλη των Krallice εξάλλου δεν είναι άγνωστοι στον σχετικό χώρο.) Αυτό όμως που περισσότερο κάνει αίσθηση είναι μια υποβόσκουσα στροφή στο post-minimalism - φυσικά με επιμεταλλωμένο τρόπο - και πιο συγκεκριμένα σε μια ηχητική συγγένεια με τους νεότερους αλλά επίσης φανταστικούς Scarcity. Τα υψίσυχνα ηχοτοπία, οι πριμαριστές κιθάρες και τα επαναληπτικά μοτίβα σε τραγούδια όπως το εναρκτήριο "Agonal Shining" είναι ενδεικτικά.
Η εκπληκτικά διαυγής και λεπτομερής παραγωγή του (διάσημου και σαν παραγωγού) Marston αναδεικνύει τις πλούσιες πτυχές των οργάνων. Οι πεντακάθαρα "παναρισμένες" σε αριστερό και δεξί ηχείο κιθάρες δεν συμπίπτουν σχεδόν ποτέ, παρά συμπληρώνονται ή αντιδιαστέλλονται υποδειγματικά κάτω από δεκάδες riffs και μελωδίες, με το επιβλητικό μπάσο να στέκει μόνο του στο κέντρο και τα τύμπανα να διατηρούν ψηλά τις ταχύτητες - και το black φαίνεσθαι. Πολύ λίγες μπάντες εντός του genre ηχούν τόσο τεχνικά συναρπαστικές όσο οι Krallice, ακόμα και σε σκοτεινά τραγούδια όπως το "Kill The Guardian" ή το 13λεπτο ομώνυμο (που, ναι, θυμίζει κάτι από τα θρυλικά πέντε πρώτα άλμπουμ τους).
Εμμένοντας σε μεγάλες διάρκειες, συνήθως πάνω από 7-8 λεπτά, η μπάντα μετατρέπει κάθε ένα από τα οκτώ κομμάτια του δίσκου σε μια εντυπωσιακή μικρή Οδύσσεια. Στην μεγάλη εικόνα, με το άλμπουμ να ξεπερνάει σε διάρκεια την μια ώρα, ο όγκος της πληροφορίας είναι σημαντικά μεγάλος, ειδικά με την έλλειψη κάποιας concept-ικής ιδέας που θα βοηθούσε την ροή. Από αυτήν την άποψη, το "Scour Order" θα ανταμείψει τις πολλαπλές ακροάσεις. Θεωρώ πως θα ήταν πιο συντριπτικό αν ήταν πιο σύντομο, δεν μπορώ όμως να έχω παράπονο όταν η ποιότητα είναι τόσο υψηλή.
Αυτό που μένει σαν η επίγευση είναι η αίσθηση μιας καταπληκτικής metal μπάντας που λειτουργεί με χειμαρρώδη μουσικότητα, διατηρώντας στην ακρότητα της μια ουσία. Κομματάρες σαν το "Unceasing Path" ή το "Her Green Arms" στέκουν άνετα σαν κορυφαία black metal δείγματα για το 2026 κι οι Krallice συνολικά επιστρέφουν στην δυνατή τους φόρμα, παραμένοντας σε ένα είδος μοναδικής κορυφής: σε εκείνη των καλύτερων συγκροτημάτων που ξεπήδησαν από την αμερικανική extreme σκηνή την τελευταία εικοσαετία. Οι Krallice κρατιούνται ακόμα εκεί, με πείσμα.
