Chelsea Wolfe
The Dark
Come into the light, creature of the night
Ο στίχος του "Swallower" που συναντάμε νωρίς στο "The Dark", συμπυκνώνει με τον πιο σαφή τρόπο όσα συντελούνται στην ένατη κυκλοφορία της σκοτεινής ιέρειας Chelsea Wolfe. Αφήνοντας αυτή την απότομη εισαγωγή, δύο χρόνια μετά το ανυπέρβλητο "She Reaches Out To She Reaches Out To She" η Wolfe επιστρέφει με ένα άλμπουμ που, παρότι φέρει τον πλέον ταιριαστό τίτλο για τη δισκογραφία της, αποτελεί ίσως την πιο φωτεινή στιγμή της. Αυτή η μετατόπιση δεν έρχεται εν κενώ, αφού μιλάμε για μια singer/songwriter που πάντοτε έγραφε από βαθιά προσωπική θέση, χτίζοντας πολυεπίπεδα ηχοτοπία, όσο βέβαια και μια από τις αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες του σύγχρονου σκοτεινού ήχου. Η μάχη με την υπνική παράλυση τροφοδότησε το "Abyss", η επιστροφή στο οικείο και η απομόνωση του "Birth Of Violence" την έστρεψαν ξανά προς τις folk και ακουστικές καταβολές της. Σε μια ήδη ευρύτατη παλέτα darkwave, metal, goth rock, industrial και drone, η εσωτερική ανάγκη για αλλαγή δεν θα μπορούσε να περιοριστεί.
Ως άλλη Virginia Woolf, αναζητά "ένα δικό της δωμάτιο" για να δημιουργήσει, επαναπροσδιορίζοντας τη ζωή της, σε μια διαδρομή που ξεκίνησε από το 2021 με την επιλογή της νηφαλιότητας και φτάνει μέχρι το κάψιμο της γέφυρας με μια τοξική σχέση. Το "The Dark" γίνεται αυτός ο χώρος, μια απεύθυνση προς το σκοτάδι που την μετασχημάτισε, από μια πιο υγιή θέση. Αυτό αποτυπώνεται και στην αισθητική που συνοδεύει το άλμπουμ - artwork και video clips. Καθαρή και φυσικότερη εικόνα, με ανοιχτούς χώρους, δικά της δωμάτια, κρατώντας σχετική απόσταση από την εικονογραφία του σκότους.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη μουσική; Η Chelsea ρίχνει φως στο σκοτάδι της, καθιστά τον ήχο της περισσότερο προσβάσιμο και αγκαλιάζει την πιο ευάλωτη και goth rock, americana πλευρά της. Η αίσθηση είναι αυτή μιας ιδιότυπης μουσικής séance όπου πλέον πρώτο λόγο έχουν το πιάνο, οι μελαγχολικές κιθάρες που επιστρέφουν εμφατικά, μια σύνθεση και στιχουργική πιο οικεία. Η απώλεια και η επιστροφή στην εαυτή, οι τοξικές σχέσεις, επανέρχονται θεματικά συνηγορώντας στο βιωματικό, ενώ οι πυκνές ηχητικές υφές του παρελθόντος υποχωρούν, αφήνοντας την Wolfe και τη φωνή της πιο μπροστά. Δίπλα της παραμένει ο Ben Chisholm, ωστόσο κομβικό ρόλο στη νέα αυτή ταυτότητα παίζει η σύμπραξη με την παραγωγό και συνθέτρια Jennifer Decilveo (The Strokes, Hozier, Hinds). Στην περίπτωσή τους τα κορίτσια ξενυχτάνε και δημιουργούν, σύμφωνα με την Wolfe, προσεγγίζοντας τη στροφή από τον ακραίο ήχο με τη διάλυση της προηγούμενης φόρμας και την επανασύνθεσή της με άλλα υλικά: pop, folk, goth και alt rock.
Το εναρκτήριο "Cold" συστήνει αυτή τη νέα κατάσταση. O στίχος "When i’m next to you, feels so cold" αντηχεί στο γοτθικό, folk περιβάλλον, οι νότες του πιάνου χτυπούν φλέβα, τα φωνητικά στέκονται δίχως κανένα εφέ και παραμόρφωση. Σε αυτό το σημείο, αλλά κάπως και σε ολόκληρο το άλμπουμ, χαράσσεται μια παράξενη διαδρομή. Από τη μία βρίσκονται η Emma Ruth Rundle και η Ethel Cain - αν και για να μην παρερμηνευτεί η σύνδεση, εκείνες είχαν αρχικά περπατήσει σε μονοπάτια που η Wolfe άνοιξε νωρίτερα. Από την άλλη, η PJ Harvey και σε ορισμένες στιγμές η Florence Welch. Ειδικά με την τελευταία, μοιάζουν να συναντιούνται δύο διαφορετικές τάσεις μιας μεγάλης μουσικής σύναξης μαγισσών: το απόκοσμο και το φωτεινό, η τελετουργία και το ανθεμικό. Περνώντας στο "Seethe", έχουμε μια από τις πιο δυνατές στιγμές του δίσκου, με τη Wolfe στο μπάσο που χαράσσει τη διαδρομή του κομματιού και την κιθάρα του Troy Van Leeuwen των Queens of the Stone Age να φέρνει τις εκρήξεις.
Από το "Humours" κι έπειτα η συνομιλία με το σκοτάδι γίνεται πιο έντονη. Είναι υπέροχη η αντίθεση στα φωνητικά της Chelsea με τις κραυγές των Kælan Mikla, κλείνοντας το μάτι στο darkwave μέχρι εκείνη την απότομη διακοπή. Τo δωμάτιο που λέγαμε πριν, τώρα είναι ένα σκοτεινό δάσος, τόσο με στιγμές που ακούγονται Cure-ίζουσες ή alt των βρετανικών 80s, όσο και ως ένα διαχρονικό γράμμα στις γυναίκες singers/songwriters ("I'm not There", ομώνυμο). Στο τελευταίο, μια λιτή στιγμή κορυφώνεται σε ένα απελευθερωτικό κλείσιμο με την συμβολή της Stella Mozgawa, ντράμερ των Warpaint και του μπασίστα Justin Meldal-Johnsen (Air, Beck).
Οι συμμετοχές δεν τελειώνουν, αφού στο εξαιρετικό "Death Is Not the End" ο κιθαρίστας των Nine Inch Nails, Robin Finck και τα ντραμς του Matt Chamberlain (Fiona Apple, Tori Amos) δίνουν το sludge βάρος πάνω από το οποίο αιωρείται η μαγική, θολωμένη φωνή της. Εκεί και στο "Τurn the Key" συναντάμε ό,τι πιο κοντινό στην εποχή του "Hiss Spun". Το πιάνο και τα βιολιά που πλαισιώνουν το κλείσιμο του ρομαντικού "Dancer in the Sky", γίνονται η τελεία-υπενθύμιση της μεταμόρφωσης.
Στο "The Dark" η ενδοσκόπηση παραμένει βασικό στοιχείο, αν και εδώ οι συνθέσεις δεν φέρνουν εκείνη τη ρήξη που ίσως θα το κατέτασσε ανάμεσα στην καλύτερη τετράδα των άλμπουμ της. Βρίσκεται ωστόσο πολύ κοντά και ειδικά στο πλαίσιο μιας 20ετούς πορείας αξίζει την προσοχή. Επίσης, η αγάπη μεγαλώνει με τις ακροάσεις. Αυτό οφείλεται στην ειλικρίνεια της προσέγγισης και τη δημιουργική δύναμη που κρύβει το να μην επιτελείς προς τέρψη τρίτων. Ρίχνοντας τα ξόρκια της, ως άλλα "Di te perdant, te maledico", η Chelsea Wolfe γκρεμίζει τα τείχη του ζόφου βρίσκοντας ποια είναι στο σήμερα.
P.S. Η ομορφιά του "The Dark" θα αποδειχθεί και επί σκηνής, στο live της Chelsea Wolfe τον Δεκέμβριο. Άχαστο.
