«A Buyer's Guide»: Moby
Οδηγός δισκογραφίας για έναν πολυσχιδή μουσικό, που ταξιδεύει ανάμεσα σε ατμόσφαιρες, είδη, διαθέσεις, και κουλτούρες
Ανήσυχος και παραγωγικός, ο Moby είναι ένας από αυτούς τους δημιουργούς που δεν μπορούν να εξηγηθούν εύκολα μέσα από μία ευθεία αφήγηση καθώς η δισκογραφία του μοιάζει περισσότερο με συνεχείς αλλαγές πορείας παρά με εξέλιξη προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Από το hardcore των πρώτων του χρόνων μέχρι την techno περίοδο της ανωνυμίας και από εκεί στην παγκόσμια αναγνώριση με το "Play", κάθε φάση της καριέρας του αντικατοπτρίζει μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου καλλιτέχνη, σαν διαδοχικά πρόσωπα που μοιράζονται όμως την ίδια βασική αντίληψη στον τρόπο που προσεγγίζουν την Τέχνη τους.

Και αυτό που κάνει αυτή τη διαδρομή να ξεχωρίζει δεν είναι τόσο η ποικιλία των ειδών, αλλά ο τρόπος που όλες αυτές οι αντιφατικές κατευθύνσεις συνυπάρχουν χωρίς να ακυρώνουν η μία την άλλη. Ο Moby, όλα αυτά τα χρόνια, έχει καταφέρει να διατηρεί την καλλιτεχνική του ακεραιότητα και ταυτότητα, ακόμη και όταν πάει από το ένα ηχητικό άκρο στο άλλο, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ πλήρως το παρελθόν του, με αποτέλεσμα κάθε περίοδος του να μοιάζει με μια προσωρινή κατοικία μέχρι την στάση. Πίσω από αυτή την ασυνέχεια, όμως, υπάρχει μια σταθερή γραμμή που διαπερνά σχεδόν όλη την καριέρα του.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την τελευταία του εμφάνιση επί ελληνικού εδάφους, σε μια από τις πρώτες μεγάλες συναυλίες στην Πλατεία Νερού, ο Moby επιστρέφει στην Ελλάδα σε ένα ακόμη θεαματικό sold-out για το Release Athens Festival, που φέτος δείχνει να περνάει την καλύτερη χρονιά της δεκαετούς πορείας του. Με αφορμή, λοιπόν, την επικείμενη εμφάνισή του την Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026, δημιουργήσαμε έναν οδηγό με στόχο να χαρτογραφήσουμε όλες αυτές τις διαφορετικές του εκδοχές. Η επιλογή, όπως πάντα είναι υποκειμενική. Συνεπώς, δεν έχει νόημα να εστιάσετε στα άλμπουμ που επιλέξαμε αλλά, περισσότερο, στους λόγους για τους οποίους βρέθηκαν εκεί, καθώς και στον τρόπο που φωτίζουν μια πορεία γεμάτη μετατοπίσεις και αντιθέσεις που κρύβει πίσω της μια σπάνια καλλιτεχνική συνέπεια. [Α.Α.]

Play
(Mute, 1999)
Έχοντας αποξενώσει μεγάλη μερίδα του κοινού του με τα δύο πιο πάνκικα άλμπουμ του, ο Moby ήταν ένας εκκεντρικός και γνωστός καλλιτέχνης, όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν πρώτο όνομα, ούτε είχε αρθρώσει ακόμη το βασικό του καλλιτεχνικό του επιχείρημα. Όλα αυτά άλλαξαν με το "Play", έναν δίσκο που, χωρίς να καινοτομεί στο συνδυασμό techno, blues (με samples παρμένα από field recordings των αρχών του 20ου αιώνα), hip hop, folktronica, και ambient, ήταν απ’ τα λίγα που τρύπησαν το mainstream και βγήκαν στην επιφάνεια. Ο Moby σκόπευε να είναι αυτή η τελευταία του κυκλοφορία, ευτυχώς, όμως, η ιστορία είχε διαφορετικά σχέδια για εκείνον. Μπορεί να είναι άνισο, με το πρώτο μισάωρο να είναι συλλογή από best of και το δεύτερο να χάνεται σε διάφορες κατευθύνσεις - όχι λιγότερο σημαντικές, όμως σίγουρα λιγότερο δημοφιλείς - ωστόσο είναι ένα άλμπουμ που σημάδεψε το τέλος της χιλιετίας και τις ζωές πολλών, κι οπωσδήποτε το άλμπουμ που τον έκανε μεγάλο. [Μ.Κ.Ο.]

18
(Mute, 2002)
Να ξεκινήσω με το ότι αυτό παραμένει μέχρι σήμερα το αγαπημένο μου άλμπουμ του Moby, και, κατά τη γνώμη μου πάντα, η πιο ολοκληρωμένη κυκλοφορία του μέχρι σήμερα. Η επιτυχία του "Play" ήταν τόσο εκκωφαντική ώστε, θεωρητικά, κάθε επόμενο βήμα του καλλιτέχνη έμοιαζε καταδικασμένο να συγκριθεί μαζί του. Κι όμως, το "18" καταφέρνει να ακούγεται ταυτόχρονα ως φυσική συνέχεια του προκατόχου του αλλά και ως ένα πιο προσωπικό, πιο ώριμο, και πιο συναισθηματικά φορτισμένο έργο. Οι soul και gospel επιρροές παραμένουν παρούσες, το ύφος γέρνει προς το downtempo, και ο Richard Melville Hall μοιάζει λιγότερο προσηλωμένος στην αναζήτηση του επόμενου μεγάλου single και περισσότερο στη δημιουργία μιας συνεκτικής ατμόσφαιρας. Παράλληλα βέβαια, μας χαρίζει τεράστια κομμάτια όπως το "We Are All Made of Stars", το αδιανόητο "Extreme Ways", και τόσα άλλα. Μπορεί να μην διαθέτει την αίσθηση αιφνιδιασμού και τη δυναμική του "Play", όμως, σε μεγάλο βαθμό, αποτελεί το κορυφαίο απόσταγμα της αισθητικής του δημιουργού του. [Α.Α.]

Everything Is Wrong
(Mute, 1995)
Τρίτος δίσκος για τον Moby κι εδώ είναι που αρχίζει να ξεφεύγει από τα στενά όρια της ηλεκτρονικής, χορευτικής μουσικής και να ξεδιπλώνει το ταλέντο του να πηδάει από στυλ σε στυλ άκοπα, αδιάκοπα και ...με στυλ. Οι γνωστές ατμόσφαιρες υπάρχουν φυσικά ακόμα και τα "First Cool Hive" και "Hymn" αποτελούν εξαίρετα παραδείγματα. Τα μπίτια εκπροσωπούνται χαρακτηριστικότατα με κομμάτια όπως το "Feeling So Real" ή το "Bring Back My Happiness". Όμως εδώ παρεισφρύει και το punk, όσο κι αν αυτό ακούγεται αταίριαστο ή απίστευτο, με κομμάτια όπως το "What Love" και "All That I Need Is To Be Loved" να είναι οι προμετωπίδες του συγκεκριμένου ήχου που ο Moby έμελλε να αγαπήσει και να αναπτύξει ακόμα περισσότερο στον επόμενο δίσκο του. Τα φωνητικά που κάνουν οι έξι guests (πέντε τραγουδίστριες) δένουν μαεστρικά με κάθε τραγούδι δείχνοντας άλλο ένα ταλέντο του μικρόσωμου Νεοϋορκέζου που δεν αναφέρεται τόσο συχνά όσο του αρμόζει. Οριακός δίσκος που αποτέλεσε σημαντικό σκαλοπάτι για την επικείμενη εκτόξευση. [Π.Κ.]

Wait For Me
(Mute, 2009)
Όταν έχεις πετάξει στην κορυφή των charts, όταν έχεις δεχτεί διθυράμβους, όταν έχεις ξανα-καταβαραθρωθεί για μέτριες κυκλοφορίες, και η μουσική σου εξακολουθεί παρ’ όλα αυτά να παίζει παντού ως household name, τότε τι κάνεις; Ο Richard Hall, πάντως, ακολούθησε τη δική του επιθυμία, κι άρχισε να γράφει έναν δίσκο που θα άρεσε πρώτα και κύρια στον ίδιο. Παίρνοντας τις πιο ambient και θλιμμένες electronica στιγμές του, αφήνει στην άκρη την πανκ, την techno, τα beats και τα χιτάκια, και γράφει έναν δίσκο που θα τόνιζε την πιο ονειρική, εσωστρεφή πλευρά της μουσικής του. Εμπνευσμένος απ’ τον David Lynch, ο οποίος θα σκηνοθετούσε το (μουτζουρωμένο) βίντεο κλιπ του "Shot In The Back Of The Head", ο Moby αποφασίζει ότι η επιβεβαίωση στην τέχνη δεν έρχεται απ’ την ικανοποίηση του κοινού, αλλά απ’ την ικανοποίηση της δημιουργίας, και φτιάχνει ένα εξαιρετικά εσωστρεφές και τρυφερό άλμπουμ, με το οποίο μπορείς να ταυτιστείς. Το "destroyed" δύο χρόνια αργότερα θα συνέχιζε στην ίδια μεταμεσονύκτια μελαγχολία, οπότε δείτε το ως companion piece. [Μ.Κ.Ο.]

Animal Rights
(Mute, 1996)
Έχοντας κυκλοφορήσει ήδη τρία άλμπουμ μέσα σε τρία χρόνια, ο Moby είχε, ως ένα βαθμό, εδραιωθεί ως ένας ανερχόμενος δημιουργός ηλεκτρονικής μουσικής. Παράλληλα όμως, από τη μία αισθανόταν πως δεν έχει καταφέρει όσα θα ήθελε αφού η electronica δεν είχε κάνει ακόμα το μεγάλο μπαμ και, από την άλλη, ένιωθε την ανάγκη να ξεφύγει από κατηγοριοποιήσεις, επιστρέφοντας τελικά στη νεανική του αγάπη για το αμερικανικό hardcore. Το "Animal Rights" πρέπει να έσκασε στους μουσικούς κύκλους των οπαδών του όπως ο Bob Dylan στο Newport Folk Festival, καθώς ο δίσκος, ακόμη και σήμερα, μοιάζει εξωγήινος μέσα στη δισκογραφία του με τους ηλεκτρονικούς ρυθμούς να δίνουν τη θέση τους σε ένα εκρηκτικό μείγμα punk, hardcore, alternative rock και shoegaze επιρροών, θυμίζοντας περισσότερο τους Hüsker Dü, τους My Bloody Valentine, ή τους Mission Of Burma των οποίων το "That's When I Reach for My Revolver" διασκεύασε εδώ ο Moby συστήνοντας το, εκ νέου, σε ένα κοινό που, μάλλον, δεν το είχε ακούσει ποτέ. Αναμενόμενα, πήγε ψιλοάπατο. Ασχέτως της εμπορικής του επιτυχίας όμως, το "Animal Rights" αποτυπώνει μια υπέροχα αντισυμβατική διάθεση ενώ, συγχρόνως, εμπεριέχει σπουδαία τραγούδια όπως τα "Come On Baby", "Somebody To Love", και το "Say It’s All Mine". Διχαστικό και συχνά παρεξηγημένο, σίγουρα, το "Animal Rights" δεν είναι ο ιδανικός δίσκος για να γνωρίσει κανείς τον Moby. Αποτελεί όμως ένα συναρπαστικό τεκμήριο της καλλιτεχνικής του ανησυχίας κι έναν πραγματικά αξιόλογο δίσκο. [A.A.]

Hotel
(Mute, 2005)
Μετά τη θριαμβευτική εμπορική πορεία των "Play" και "18", ο Moby επέλεξε να κυκλοφορήσει μια δουλειά που φλερτάρει ανοιχτά με την mainstream pop αλλά και το alternative rock. Το "Hotel" δεν εγκαταλείπει τις ηλεκτρονικές καταβολές του δημιουργού του, αλλά, ταυτόχρονα, δεν εστιάζει σε αυτές καθώς το δυνατότερο στοιχείο του, είναι οι μελωδίες του. Σε μια περίοδο που ο ίδιος πάλευε με αρκετούς εθισμούς, επέλεξε τα 14 καλύτερα κομμάτια από τα 250 που είχε έτοιμα για τον δίσκο, με τα "Lift Me Up", "Raining Again" και "Slipping Away" να γίνονται τεράστιες επιτυχίες. Το "Hotel" όμως παραμένει παρεξηγημένο για πολλούς λόγους. Καταρχάς γιατί και ο ίδιος ο Moby θεωρεί σήμερα πως, παρά την καλογυαλισμένη του παραγωγή, τελικά λείπει από εδώ το συναισθηματικό βάρος. Κατά δεύτερον, γιατί, όπως πολλοί ένιωσαν τότε (μαζί τους κι εγώ ομολογώ), το "Hotel" φάνταζε σαν ένα βολικό επόμενο βήμα, χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις ή κορυφές. Και κατά τρίτον, γιατί η πλήρης απουσία samples, το κάνει να ακούγεται ελαφρώς ξεκομμένο από την ηχητική ταυτότητα του δημιουργού του. Ακόμη κι έτσι όμως, μιλάμε για μία δουλειά που, εικοσιένα χρόνια μετά, παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και, με σιγουριά, ένα άλμπουμ που πρέπει κανείς να έχει ακούσει για να κατανοήσει, συνολικά, το καλλιτεχνικό όραμα του Moby. [A.A.]

Everything Was Beautiful And Nothing Hurt
(Mute, 2018)
Όχι πως από νωρίς ο Moby δεν είχε ασχοληθεί με την trip hop και το downtempo, με το "Play" ήδη να έχει ορισμένα εξαιρετικά δείγματα, όμως στο "Everything…" οι πεσμένοι ρυθμοί και οι ατμόσφαιρες μπαίνουν στο επίκεντρο. Σε μία αντιδραστική εξισορρόπηση απέναντι στα punk (sic) δίδυμα άλμπουμ "These Systems Are Failing" και "More Fast Songs About The Apocalypse" του 2016, ο Moby απομακρύνεται απ’ τον πολιτικό ακτιβισμό, στρέφεται στην ανθρώπινη εμπειρία ως αφηρημένη πνευματική κατάσταση, και γράφει ξανά το ένα καταπληκτικό κομμάτι μετά το άλλο. Η παρουσία διαφόρων γυναικείων φωνητικών που πλαισιώνουν τον γενικά επαρκή, στην καλύτερη ευάλωτο, Richard Hall αδιαμφισβήτητα ανεβάζουν την συνολική ποιότητα του άλμπουμ, όμως η βασική μαγιά είναι οι ίδιες οι υπέροχες συνθέσεις. Πρόκειται για δίσκο σκοτεινό και θλιμμένο, οπωσδήποτε ένα late-career highlight, που πάλλεται από την αίσθηση μίας αποκάλυψης που θα την επιβιώσουμε. Μαύρα σύννεφα έρχονται, κι εμείς τα περιμένουμε έχοντας στο νου μας την Ουτοπία. [Μ.Κ.Ο.]

Moby
(Instinct, 1992)
Το ομώνυμο ντεμπούτο αποτελείται από demos που o Moby δεν σκόπευε να κυκλοφορήσει. Η δισκογραφική Instinct, όμως, τα εξέδωσε κρατώντας τον σε καθεστώς συμβολαιικής ομηρίας, ο Moby τα αποκύρηξε, ξεπερνώντας την rave σκηνή όταν αυτή ήταν στα πάνω της, και έχοντας αποφασίσει ότι θέλει να αλλάξει καλλιτεχνική πορεία. Ακόμη κι αν περιλαμβάνει techno και EDM κομματάρες, όπως το "Go", το "Drop the Beat" και το "Next Is the E", το "Moby" δεν είναι αντιπροσωπευτικό του ποιος έγινε ο Richard Hall αργότερα, παραμένει, όμως, μία διαπίστευση του από πού ξεκίνησε. Πλάι στην punk, το industrial, και την alt, o Moby ξεκίνησε και απ’ την υπόγεια και ανήσυχη rave κουλτούρα της Νέας Υόρκης, δουλεύοντας ως DJ, γράφοντας ηλεκτρονική μουσική ως καταληψίας ενός παλιού εργοαστασίου, κι έχοντας ιδιαίτερη αφοσίωση στη χριστιανική του πίστη. Το "Moby" μπορεί να μην ήταν πρωτοπόρο ή ρηξικέλευθο, όμως φαινόταν πως ο Moby, συνολικά, ήταν. [Μ.Κ.Ο.]

All Visible Objects
(Little Idiot, 2020)
Το κίνητρο πίσω από την κυκλοφορία του "All Visible Objects" ήταν πολύ αγνό, μιας και τα κέρδη από τις πωλήσεις του κατευθύνθηκαν σε οργανώσεις που αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και για τα δικαιώματα των ζώων, για τα οποία ο Moby ενδιαφέρεται διαχρονικά. Αυτό ήταν και ό,τι καλύτερο είχε να παρουσιάσει ο συγκεκριμένος δίσκος, μια και στο μουσικό του μέρος, τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς και καλά. Το παρελθόν είναι παρελθόν κι οι βουτιές σε αυτό δεν έχουν πάντα (για την ακρίβεια, δεν έχουν σχεδόν ποτέ) τα αποτελέσματα που επιθυμούμε. Εδώ ο Moby επιχείρησε μια επιστροφή στην περίοδο των ‘90s και της techno και house μουσικής που έπαιζε τότε, αλλά η έλλειψη φρεσκάδας, η επαναληψιμότητα, μαζί και με μια μικρή επιτήδευση καταδίκασαν τον δίσκο να μείνει χαμηλά στις προτιμήσεις των οπαδών του και ταυτόχρονα στον πάτο της λίστας μας. [Π.Κ.]

Almost Home: Live At The Fonda Theatre, LA
(Little Idiot, 2014)
Τον Οκτώβριο του 2013 ο Moby έδωσε μια σειρά συναυλιών στο Fonda Theatre του Los Angeles, οι οποίες ήταν ιδανικές για έναν οπαδό. Το πρώτο set, διάρκειας μιας ώρας, ήταν από τον τότε πιο πρόσφατο δίσκο του, "Innocents". Το δεύτερο set, διάρκειας άλλης μιας ώρας, ήταν γεμάτο με τις γνωστές επιτυχίες από τους πιο εμπορικούς του δίσκους. Εκτός αυτού, ένα μισάωρο encore έδωσε στους τυχερούς παρευρισκόμενους μερικά ακόμα hits, επεκτείνοντας τη συνολική διάρκεια στις δυόμιση ώρες. Οι guest τραγουδίστριες και τραγουδιστές έκαναν παρέλαση σε όλο αυτό το μικρό residency, μεταφέροντας επί σκηνής για τα κομμάτια στα οποία συμμετείχαν αυτό το extra touch που κάνει τόσο ξεχωριστές τις στουντιακές τους εκτελέσεις. Όταν όλο αυτό αποτυπώνεται σε ήχο και βίντεο, είναι μια αγορά που κάθε οπαδός θα ήθελε στη δισκοθήκη του και στην τηλεόρασή του. Σούπερ χορταστική κυκλοφορία από την οποία δεν λείπει σχεδόν τίποτα. [Π.Κ.]
Spotify Playlist
