Nevermore: Η ζωή μετά τον Warrel Dane
Τα δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στο σεβασμό, τη δημιουργική ανάγκη και την εμπορική πραγματικότητα
Η συζήτηση γύρω από την επανεκκίνηση των Nevermore με νέο τραγουδιστή τον Berzan Önen, μετά τον θάνατο του Warrel Dane, με την Ειρήνη Τάτση στο ρόλο του συνομιλητή, έφερε στο μυαλό μου ξανά το διαχρονικό ερώτημα που ταλανίζει το σκληρό ήχο. Τι ακριβώς μπορούμε να ορίσουμε ως μπάντα; Είναι μια παρέα μουσικών, ένα εμπορικό brand, μια συλλογικότητα δημιουργών, ή κάτι περισσότερο υπερβατικό, το οποίο δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα πρόσωπα που το σφράγισαν;
Στην περίπτωση των Nevermore, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο φορτισμένο, διότι ο Warrel Dane υπήρξε η φωνή, κυριολεκτικά και μεταφορικά, της μπάντας, μια μουσικά άφθαρτη περσόνα που είχε ταυτίσει την ύπαρξη της με την συγκεκριμένη μπάντα. Το ιδιαίτερο φωνητικό του εύρος, η δραματική του άρθρωση, η ποιητική και συχνά υπαρξιακή του στιχουργική, αποτελούσαν θεμελιώδη στοιχεία της ταυτότητας ενός σχήματος με το οποίο υπήρξε δικαίως ταυτόσημος και αποτέλεσε το δημιουργικό όχημα των ανησυχιών του για δεκαετίες.
Ξεκινώντας από την πιο πρακτική και ίσως λιγότερο ρομαντική διάσταση, ας συμφωνήσουμε πως μια μπάντα δεν αποτελεί μονοπρόσωπη οντότητα. Οι Nevermore δεν υπήρξαν μονάχα ο Warrel Dane, πόσο μάλλον δημιουργικά και συνθετικά, όπου οι κιθαριστικές ομοβροντίες του Jeff Loomis ξεχώριζαν για το ποιοτικό τους βάθος. Έτσι, αν τα εναπομείναντα μέλη, προεξέχοντος του Αμερικάνου κιθαρίστα, αισθάνονται ότι έχουν ακόμη δημιουργική φλόγα μέσα τους και ότι η καλλιτεχνική τους φωνή δεν εξαντλήθηκε με την απώλεια του τραγουδιστή τους, γιατί να τους απαρνηθούμε το δικαίωμα να συνεχίσουν;
Η μουσική, άλλωστε, αποτελεί μια ζωντανή οντότητα που εξελίσσεται. Εάν κάθε μπάντα διαλυόταν οριστικά με την απώλεια ενός βασικού μέλους, ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του σκληρού ήχου θα είχε σταματήσει πρόωρα. Τα παραδείγματα αμέτρητα, με το πλέον χαρακτηριστικό να μιλάει για τους AC/DC, οι οποίοι συνέχισαν την πορεία τους, έπειτα από τον αδόκητο χαμό του Bon Scott, με τα αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε. Επιπλέον, η όποια συνέχιση μπορεί να λειτουργήσει και ως φόρος τιμής στο έργο και τη μνήμη του εκάστοτε αδικοχαμένου δημιουργού, όπως έκαναν καταρχάς οι Avenged Sevenfold, έπειτα από το θάνατο του The Rev. Ένα νέο κεφάλαιο δεν αναιρεί το παρελθόν· μπορεί να το φωτίσει εκ νέου, να το παρουσιάσει σε ένα νέο κοινό και να το κρατήσει ζωντανό στο θυμικό.
Υπάρχει επίσης η ανθρώπινη διάσταση. Οι μουσικοί είναι επαγγελματίες, δημιουργοί, είναι άνθρωποι που έχουν αφιερώσει δεκαετίες σε μια καλλιτεχνική ύπαρξη. Η απαίτηση να «παρκάρουν» το όνομα της μπάντας στο χρόνο μπορεί να μοιάζει ηθικό και λογικό σε όσους το βλέπουμε απ’έaξω κι εκ του ασφαλούς, αλλά για τους ίδιους μπορεί να βιώνεται ως ακύρωση και της δικής τους καλλιτεχνικής πορείας, δίχως τη συγκατάθεση τους.

Άλλωστε, μια μπάντα που επιστρέφει με νέο μέλος δεν είναι υποχρεωμένη να αναπαράγει μηχανικά το παρελθόν, ασχέτως αν στην πλειονότητα των περιπτώσεων καταλήγει να κάνει ακριβώς αυτό, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μπορεί, όμως, να επαναπροσδιορίσει τον ήχο της, έχοντας στόχο μια νέα δημιουργική κατεύθυνση, που σέβεται και τιμά τον πρώιμο εαυτό της, αλλά προσδοκά νέες εκφάνσεις της δημιουργικότητας της.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αντίθετης απόψεως. Όταν ένα μέλος δεν είναι απλώς σημαντικό αλλά ταυτόσημο της μπάντας, η συνέχιση κινδυνεύει να μοιάζει με αναπαράσταση μιας κατάστασης, προσομοιάζοντας το σχήμα με ένα επίσημο tribute band (βλ. σύγχρονους Warlord). Στην περίπτωση των Nevermore, ο Warrel Dane δεν ήταν ένας αναλώσιμος frontman, μα ένα πρόσωπο-σύμβολο, η απουσία του οποίου αφήνει πίσω της εκκωφαντική σιωπή. Κάθε επίδοξος αντικαταστάτης, όσο ικανός κι αν είναι τεχνικά, θα κριθεί μέσα από το πρίσμα της άμεσης σύγκρισης μαζί του, σύγκριση συντριπτική καθώς ενισχύεται ακούσια από τις προσταγές του θυμικού.
Περνώντας στο ηθικό σκέλος της εν λόγω κατάστασης, αν το κοινό αντιλαμβάνεται ότι το όνομα χρησιμοποιείται περισσότερο για εμπορική αξιοποίηση ενός καταλόγου παρά για ουσιαστική καλλιτεχνική ανάγκη, τότε η επανεκκίνηση υπονομεύεται από την αρχή. Στον χώρο του σκληρού ήχου, όπου η έννοια της αυθεντικότητας έχει σχεδόν δογματικό χαρακτήρα, η καχυποψία είναι δεδομένη, πόσο μάλλον στη συγκεκριμένη περίπτωση που λάμπει δια της απουσίας του και ο Jim Sheppard, ο αναντικατάστατος μπασίστας των Nevermore από το 1992, ο οποίος υπήρξε ενάντιος στο όλο εγχείρημα επανεκκίνησης.
Θέλετε η αλληλουχία καταστάσεων που έφερε τον Jeff Loomis εκτός των Arch Enemy, θέλετε η λογική δημιουργική ανάγκη του να κυκλοφορήσει νέα μουσική, απευθυνόμενος σε ένα ήδη υπάρχον κοινό από το να εκκινούσε ένα project με νέα ονομασία, υπάρχουν μελανά σημεία στην όλη συνθήκη, τα οποία γίνονται ακόμη εντονότερα αν αναλογιστούμε την πιθανότητα αλλοίωσης της κληρονομιάς της μπάντας. Η συνέχιση δεν αποτελεί ουδέτερη πράξη, μα παράγει νέα δεδομένα που αναγκαστικά επανατοποθετούν το παρελθόν σε ένα νέο πλαίσιο.
Ίσως η απάντηση να μην είναι απόλυτη. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η απουσία ενός ή περισσοτέρων μελών μετατρέπει ένα συγκρότημα σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό· όχι κατ’ ανάγκη ανώτερο ή υποδεέστερο. Η ειλικρίνεια, λοιπόν, στέκει καθοριστική σε αυτές τις περιπτώσεις και η ανοικτή δήλωση πως ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει, που δεν αντικαθιστά αλλά εξελίσσει την προϋπάρχουσα κληρονομιά, μπορεί να καταφέρει να μετατοπίσει τις συζητήσεις και να κατευνάσει τις αντιδράσεις.
Δεν υπάρχει απόλυτη απάντηση στο αν είναι θεμιτό να συνεχίσει μια μπάντα μετά την απώλεια ενός αναντικατάστατου μέλους. Υπάρχουν, όμως, κριτήρια και προθέσεις που προσμετρώνται αναλόγως. Όπως οι ακροατές έχουν δικαίωμα στη μνήμη, αντίστοιχα και οι μουσικοί έχουν δικαίωμα στη ζωή, συνολικά και δημιουργικά. Καλώς ή κακώς, σαν ακροατές έχουμε την τάση να ωραιοποιούμε ένα παρελθόν, θεωρώντας το ιδεατό και ορίζοντας ως άφθαρτα τα έργα και τους συντελεστές που το σμίλευσαν.
Η μουσική, όμως, και συνολικά η τέχνη, δεν είναι κάτι στατικό, μα προχωρά και εξελίσσεται, παραμένοντας ζωντανή και επιδεχόμενη τον όποιο θαυμασμό ή κριτική προέλθει από το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Αν η συνέχεια γεννιέται από πραγματική δημιουργική ανάγκη και όχι από φόβο σιωπής ή οικονομική σκοπιμότητα, τότε μπορεί να σταθεί. Αν όμως λειτουργεί ως απλή διαχείριση κληρονομιάς, τότε θα παραμένει σκιά, επηρεάζοντας το συλλογικό συναίσθημα.
Στην περίπτωση των Nevermore, το στοίχημα δεν είναι αν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τον Warrel Dane. Το στοίχημα στέκει στο αν μπορούν να υπάρξουν ως κάτι που δεν προσποιείται ότι εκείνος δεν είναι αναντικατάστατος. Γιατί ίσως η ωριμότητα δεν βρίσκεται στην αντικατάσταση, αλλά στην αποδοχή ότι ορισμένοι καλλιτέχνες δεν μπορούν να αναπληρωθούν.
