All Them Witches

House Of Mirrors

BMG (2026)
Από τον Κώστα Σακκαλή, 18/06/2026
Επιβλητική δισκογραφική επιστροφή με σαφείς γέφυρες στο καλό παρελθόν τους
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Η μονολιθικότηταtm του stoner rock ή αν θέλετε heavy rock είναι κάτι που All Them Witches ποτέ δεν αρνήθηκαν. Σε αντίθεση όμως με το σωρό των συγκροτημάτων του είδους που τη θεωρούν την αρχή και το τέλος των πάντων, οι ίδιοι δεν έμειναν ποτέ εκεί. Κι αυτό τους ξεχώριζε πάντα. Συγγνώμη, μίλησα σε παρελθόντα χρόνο; Λάθος μου. Αυτό τους ξεχωρίζει και τώρα, σε μία μεγαλειώδη και πολυαναμενόμενη επιστροφή μετά από 6ετή απουσία. Το "Nothing As The Ideal" του 2020 είχε επαναφέρει το συγκρότημα στις εργοστασιακές ρυθμίσεις του μετά από κάποιες πιο ανέμπνευστες κυκλοφορίες και πιστέψαμε αφελώς ότι αυτό θα συνοδευτεί και από μία έκρηξη δημιουργικότητας. Να ‘μαστε όμως τώρα έξι χρόνια μετά να λέμε κάλλιο αργά παρά γρήγορα και πρόχειρα, και να είμαστε ευγνώμονες για το χρόνο που χρειάστηκαν για κάτι τόσο ολοκληρωμένο όσο το "House Of Mirrors".

Όπως είπαμε λοιπόν οι All Them Witches δεν έχουν κανέναν πρόβλημα να χρησιμοποιήσουν τα βασικότερα των συστατικών του stoner rock στη μουσική τους και το αποδεικνύουν με το βαρύτατο "Red Rocking Chair" που ξεκινάει το δίσκο. Οι αδρές γραμμές του στην αρχή, ενισχύονται με τόνους χαμηλοκουρδίσματος και πίσω πάλι, ενώ η ενορχήστρωση δε διστάζει να πετάξει μέσα και ένα βιολί πριν παραδοθεί στο fuzz και τα μπάσα. Από μόνο του αυτό θα μπορούσε να είναι το όλον της έμπνευσης για πολλά συγκροτήματα, αλλά όχι για τους ATW. Ο δρόμος από εκεί και μέχρι το τέλος του δίσκου έχει πολλές στροφές, αρκετές μάλιστα και με ακόμα καλύτερη θέα. Το "Culling Line" που ακολουθεί μετά θα μπει απευθείας στα λυρικά αριστουργήματα του καταλόγου τους με ένα solo που ίσως θυμίσει σε κάποιους ότι τα blues ήταν πάντα η βάση του ήχου του David Gilmour.

Ε λοιπόν, τα blues είναι η βάση του ήχου και των All Them Witches. Είτε αυτά εκφράζονται με τον κοφτό τρόπο που μας έκαναν να αγαπήσουμε οι παλιοί καλοί Black Keys (αιφνιδίως και οι φετινοί - αλλά αυτό ανήκει σε άλλο κείμενο) όπως στο "Aethernet" είτε με πιο hard rock, Zepellin-ικό όπως το "Angel On The Wayside". Ας μην αρχίσουμε τις πολλές συγκρίσεις, γιατί αυτό θα είναι κατάφωρα άδικο για το συγκρότημα από το Nashville που έχει έντονη ολοδική του προσωπικότητα η οποία και αποδεικνύεται από τραγούδια που κανένας άλλος δε θα μπορούσε να είχε γράψει και αποδώσει με αυτόν τον τρόπο.

Το "Starting Line" έχει αυτή τη δυναμική εναλλαγή αργού-γρήγορου, απαλού-έντονου, μελαγχολίας-ξεσπάσματος που έχει γίνει σήμα κατατεθέν τους και φυσικά είναι ένα από τα καλύτερα του συνόλου. Όπως και το "Go-Getter" που στάζει συναίσθημα με έναν μοναδικό τρόπο και είναι ιδιαίτερα βαθύ, ειδικά για το πόσο μονοδιάστατο είναι. Το "The Walterweight" είναι άλλη μία απόδειξη ότι τα πραγματικά σπουδαία συγκροτήματα ξέρουν να ντύνουν τη μουσική τους με αυτό το κάτι έξτρα, αυτό που ξεφεύγει από τις αυστηρές ανάγκες της σύνθεσης. Τα στρώματα της ενορχήστρωσης και τα παιξίματα εντός του είναι σεμιναριακά και πραγματικά θα έχει ενδιαφέρον αν ποτέ αναπαραχθεί ζωντανά σε τι βαθμό πιστότητας θα μπορούσε να γίνει αυτό. Κάπου εδώ δε γίνεται να μην σημειώσουμε την παρουσία του Allan Van Cleave (πλήκτρα, βιολί) στο σχήμα, μία επιστροφή από την αρχική σύνθεση και τις καλύτερες στιγμές του παρελθόντος που ίσως αποδεικνύεται ο παράγοντας Χ.

Η δισκογραφική απουσία τους όχι μόνο δεν τους αποπροσανατόλισε, όχι μόνο αποδεικνύεται ότι δεν οφείλεται σε αναζήτηση ταυτότητας, αλλά αντίθετα δείχνει να έχτισε τη γέφυρα με το εξαιρετικό παρελθόν τους. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπορώ να σκεφτώ ώστε κάποιος φίλος του συγκροτήματος που έχει έστω και μία περαστική συμπάθεια απέναντί τους να μην απολαύσει το "House Of Mirrors". Αντίθετα, μπορώ να φέρω δέκα νέους λόγους (όσα ακριβώς και τα τραγούδια) ώστε να πείσω όποιον δεν τους έχει δώσει τη δέουσα προσοχή ότι πρόκειται για ένα από τα μεγάλα rock συγκροτήματα του καιρού μας.

  • SHARE
  • TWEET