A Prog Session: Älgarnas Trädgård
Η μουσική αποσύνθεση ενός δάσους που δεν κοιμάται ποτέ
Στα διάφορα σκαμπανεβάσματα που συμβαίνουν στην καθημερινότητα, βρίσκεται και η σχέση μου με το διάβασμα. Από καιρό σε καιρό αποτελεί καθημερινή ενασχόληση, ενώ σε άλλες περιόδους υπάρχει δυσκολία να ολοκληρωθεί ακόμη και το πιο βραχύ διήγημα. Παρόλα αυτά, αυτήν την περίοδο χαίρομαι ιδιαίτερα καθώς φαίνεται να επέρχεται μια ομαλοποίηση, μπορώντας σταθερά να βρω χρόνο και να απολαύσω κάποιο από τα διάφορα βιβλία που αγοράζω κατά καιρούς. Ένα από αυτά είναι και οι «Ιτιές» του Algernon Blackwood, ένα κλασικό έργο της λογοτεχνίας του παράδοξου, που πρωτοεκδόθηκε το 1907, σχεδόν 120 χρόνια πριν.
Οι «Ιτιές» είναι το αρχέτυπο αυτού που ονομάζουμε weird fiction. Η υπόθεση φαίνεται απλή, καθώς, πρακτικά, περιγράφει δύο φίλους να κάνουν κανό στον Δούναβη. Όμως, καθώς το ποτάμι φουσκώνει και τους εγκλωβίζει σε ένα απομονωμένο νησί γεμάτο ιτιές, η γεωγραφία παύει να είναι σκηνικό και γίνεται ζωντανός οργανισμός.
Days Of Progressive Past vol. 85:

Ο Blackwood χρησιμοποιεί την εμπειρία του ως φυσιολάτρης για να αντιστρέψει την ειδυλλιακή εικόνα της φύσης. Εδώ, οι ιτιές δεν είναι δέντρα, μα «φρουροί» ενός άλλου, αλλόκοτου κόσμου. Το μεγαλείο του κειμένου έγκειται στην ατμόσφαιρα της απειλής, αφού δεν υπάρχει κάποιο κτήνος να παραμονεύει στις σκιές· υπάρχει μια αίσθηση ότι ο ίδιος ο χώρος προσπαθεί να σε αποβάλει ή να σε θυσιάσει, δημιουργώντας έναν τρόμο κοσμικού ασήμαντου. Η συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος είναι ένα τίποτα μπροστά στις δυνάμεις του σύμπαντος, συγχρόνως με την ποιητική μα κλινική γλώσσα του Blackwood, αποκαλύπτει αυτήν την αίσθηση αρχέγονου φόβου για το άγνωστο, που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η παροντική αναζήτηση της στήλης ενθυμάται μια σουηδική κολεκτίβα των ‘70s, η οποία αρνήθηκε να παίξει κατά τα πρότυπα του κλασικού prog της εποχής της, μα πήρε το το folk της πατρίδας της και το πέρασε μέσα από ένα φίλτρο LSD και υπαρξιακού τρόμου. Ο λόγος γίνεται, φυσικά, για τους Älgarnas Trädgård και το κοσμοϊστορικό τους ντεμπούτο, που ήρθε στο φως 54 χρόνια πριν.
Framtiden Är Ett Svävande Skepp, Förankrat I Forntiden (Silence, 1972)

Η ιστορία των Älgarnas Trädgård ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του '70, σε μια Σουηδία που, παρότι ακολουθούσε τους δυτικούς ρυθμούς, διατηρούσε μια βαθιά, σχεδόν μυστικιστική σύνδεση με το φυσικό της τοπίο. Η κολεκτίβα δεν ήταν ένα τυπικό συγκρότημα με σταθερά μέλη, αλλά ένας πυρήνας μουσικών που πειραματίζονταν με την ιδέα της «οργανικής μουσικής». Επηρεασμένοι από τη σουηδική progg σκηνή, αλλά και από τον free jazz αυτοσχεδιασμό και το avant-garde αλλόκοτο, το σεξτέτο επιζητούσε τη δημιουργία ενός ήχου που θα ένωνε το αρχαίο (φολκλορικά όργανα, παράδοση) με το μέλλον (πειραματικά ηλεκτρονικά, στούντιο τεχνικές), διαθέτοντας μια φιλοσοφία εσωστρεφή, σχεδόν μοναστική.
Το 1972 κυκλοφορούν το "Framtiden Är Ett Svävande Skepp, Förankrat I Forntiden" (σε ελεύθερη μετάφραση «Το Μέλλον είναι ένα Ιπτάμενο Πλοίο, Αγκυροβολημένο στο Παρελθόν»), μια ηχητική εμπειρία που ισορροπούσε ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον σουρεαλισμό και για την οποία το τότε κοινό δεν ήξερε που να την κατατάξει ακριβώς. Χαρακτηριστικό αυτού είναι και το γεγονός πως το άλμπουμ δεν ξεκινά με μια μελωδία, αλλά με μια ατμόσφαιρα, καθώς το zither, το βιολί και η χρήση διαφόρων ηλεκτρικών εφέ δημιουργούν μια αίσθηση που θυμίζει τον άνεμο που περνά μέσα από κλαδιά δέντρων σε ένα τοπίο που έχει εγκαταλειφθεί από τον χρόνο.
Ο δίσκος διακρίνεται από μια ροή αποσύνθεσης, όπου τα κομμάτια δεν ακολουθούν γραμμική ανάπτυξη, αλλά αναπνέουν και μεταλλάσσονται οργανικά, με ρυθμούς συχνά διστακτικούς που προκαλούν μια αίσθηση αβεβαιότητας και εσωτερικής ανησυχίας. Η ενορχήστρωση της φύσης αποτελεί κεντρικό πυλώνα, καθώς η μπάντα απορρίπτει την επίδειξη τεχνικής αρτιότητας, επιχειρώντας μέσα από δυσαρμονίες να προσομοιάσει τους απόκοσμους ήχους ενός δάσους. Κοινές συνισταμένες με τους Pink Floyd εποχής "Ummagumma", τους πρώιμους Gong ή το krautrock ρεύμα προφανώς υπάρχουν, μα οι Σουηδοί είναι το παράδειγμα μιας μπάντας που κατάφερε να απομακρυνθεί από τις συμβάσεις του όποιου είδους, δημιουργώντας κάτι που δεν είχε πρόγονο και, δυστυχώς, δεν βρήκε πολλούς άξιους συνεχιστές.
Κομμάτια όπως το "Saturnus Ringar" αποδεικνύουν την ικανότητα της μπάντας να παντρεύει την επιστημονική φαντασία με το αρχέγονο χώμα της Σουηδίας. Υπάρχει μια αίσθηση αστρικής προβολής που είναι αγκυροβολημένη στις ρίζες, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, εξισορροπώντας το κοσμικό με το γήινο και παντρεύοντας την επιστημονική φαντασία με το προαιώνιο χώμα της Σουηδίας. Από αυτή την οπτική, ο ήχος τους δεν προσφέρει εύκολα σημεία προσκόλλησης, αλλά καλεί τον ακροατή σε μια κατάσταση ελεγχόμενης υπνοβασίας, όπου οι μουσικές δομές αιωρούνται σε μια ατμόσφαιρα απόκοσμης, αστρικής μοναξιάς.
Τί ακολούθησε;

Μετά την κυκλοφορία του δίσκου, η κολεκτίβα γνώρισε τη μοίρα πολλών αντίστοιχων πειραματικών σχημάτων. Η έλλειψη επιτυχίας ή αποδοχής, σε συνδυασμό με την ιδεολογική τους αδιαλλαξία, οδήγησε στην αργή αλλά σταθερή διάλυση του πυρήνα τους. Οι μουσικοί που πέρασαν από τις τάξεις τους, συνέχισαν να δραστηριοποιούνται στα παρασκήνια της σουηδικής πειραματικής σκηνής, συμμετέχοντας σε διάφορα jazz-fusion σχήματα, με την κολεκτίβα να μην σταματά να υπάρχει ως concept, αλλά το πνεύμα που γέννησε το ντεμπούτο τους να μην μπορεί να επαναληφθεί με την ίδια ένταση. Ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζει το "Delayed" άλμπουμ τους που ήρθε στο φως κάπως ετεροχρονισμένα το 2001, αφού, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του, αποτέλεσε τον καθυστερημένο κατά σχεδόν 30 χρόνια διάδοχο του "Framtiden Är Ett Svävande Skepp, Förankrat I Forntiden", έχοντας ηχογραφηθεί την περίοδο 1973 – 1974.
Σήμερα, ακούγοντας τα πεπραγμένα τους, γίνεται αντιληπτό πως οι Älgarnas Trädgård δεν έφτιαξαν μουσική για το κοινό των ‘70s, αλλά για τον άνθρωπο που αναζητά το δέος σε ένα τοπίο που καταρρέει, μια μουσική που ψιθυρίζει στο σκοτάδι, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, περιμένοντας τον κατάλληλο ακροατή να την ανακαλύψει κάτω από τις φυλλωσιές του χρόνου.
