A Prog Session: Superior
Το τίμημα της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας μιας μπάντας εκτός εποχής
Μια νέα εποχή ξεκινάει για τη στήλη, έπειτα από μια δεκαπενταετία εξερευνήσεων αυστηρά στα πεπαλαιωμένα prog χωράφια των πρώτων του δεκαετιών ύπαρξης. Καθώς η εξέλιξη επιτρέπει στα πράγματα να συνεχίζουν να διαδραματίζονται, έτσι και σε μια μουσική στήλη που ασχολείται με το πλέον προοδευτικό από τα ηχητικά παρακλάδια του σκληρού ήχου, αυτή συμβαίνει θέλοντας και μη, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο εξερευνήσεων. Πλέον, ο prog ορίζοντας θα είναι διευρυμένος, επιτρέποντας μας να συζητήσουμε και για παραγνωρισμένους ήρωες των πιο metal ηχοχρωμάτων του προοδευτικού, από καιρό σε καιρό.
Days of progressive past Vol. 82:
Πρώτη στάση αυτής της εξερεύνησης το Kaiserslautern, εκεί όπου, στα τέλη των ‘80s, δημιουργήθηκε μια μπάντα που θα ακολουθούσε το προοδευτικό μονοπάτι που άρχιζε να επιστρέφει εκείνη την περίοδο και στον σκληρό ήχο. Το πρώτο demo των Superior θα ονομαζόταν "Moral Alliance", με τη μπάντα ακόμη να μην έχει διαμορφώσει το lineup με το οποίο θα γινόταν αργότερα γνωστή.
Με ενδιάμεσο ακόμη ένα demo που θα κυκλοφορούσε την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1990, οι Γερμανοί έχουν αρχίσει και σμιλεύουν σιγά – σιγά τον ήχο τους, αν και το 1992 πρέπει να θεωρείται, μάλλον, η σημαντικότερη χρονιά στα πρώιμα χρόνια τους. Εκείνη τη χρονιά, θα κυκλοφορήσει το "Timeshift" demo τους, το οποίο θα αποτελέσει ένα ενδεικτικό δείγμα των ικανοτήτων τους, την ίδια χρονιά που η κυρίαρχη επιρροή τους, θα κυκλοφορούσε έναν από τους δίσκους που θα χαρακτήριζαν συνολικά το ιδίωμα.
Behind (Independent, 1995/CNR Music, 1996)

Ηχογραφημένο στο Roko Soundstudio, το "Behind" αποτέλεσε ένα κοσμογονικό ντεμπούτο από άποψη ποιοτικών εκφάνσεων, καθώς ο αναντίρρητα prog metal χαρακτήρας του το θέλει να περιεργάζεται πολύπλοκες αρμονίες, με κυριότερο εκφραστή τα ηγεμονικά πλήκτρα του Jan-Marco Becker.
Σαφώς, η επιρροή των πρώιμων Dream Theater είναι ευδιάκριτη δια γυμνού ωτός, με το μελαγχολικό ηχόχρωμα των πλήκτρων να υπενθυμίζει τα κοσμικά παιξίματα του Kevin Moore, αλλά και τον εξαιρετικό Micahel Tangermann να έχει ερμηνευτικές ομοιότητες με τον James LaBrie (άκου το πανέμορφο "Tainted Silence" για του λόγου το αληθές). Επιπλέον, η θύμηση των Fates Warning και Queensryche είναι προφανής, αφού η ατμοσφαιρική δραματικότητα, η μελαγχολική μελωδική προδιάθεση και οι πολυεπίπεδες δομές παραπέμπουν ξεκάθαρα εκεί.
Παρά το γεγονός πως το "Images And Words" αποτελεί σημείο αναφοράς για το υλικό του "Behind", κυρίως στη χρήση εναλλαγών ρυθμών και στο προοδευτικό χτίσιμο των συνθέσεων, δεν υπάρχει τόσο έντονη η δεξιοτεχνική επίδειξη που χαρακτήριζε τους Αμερικανούς. Αντιθέτως, περισσότερες ομοιότητες μπορούν να βρεθούν με τους Vanden Plas, αλλά και τους Symphony X σε ό,τι αφορά το κιθαριστικό ρυθμικό μέρος, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το κοινό split των τριών σχημάτων, το 1997.
Υπάρχει μια έντονη εσωστρέφεια και χαρμολύπη στον πυρήνα των περισσοτέρων συνθέσεων, που δίνει βάθος στα κομμάτια και τα κάνει να λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο. Έτσι, το "Behind" δεν πρόκειται για δίσκο άμεσων εντυπώσεων, αλλά για μια δουλειά που αποκαλύπτει τις αρετές της σταδιακά, ακρόαση με την ακρόαση., Ισορροπώντας μεταξύ του τεχνικού και του αισθαντικού δεξιοτεχνικά, οι Superior, από το ξεκίνημά τους, είχαν ξεκάθαρο όραμα και συνθετική ωριμότητα ασυνήθιστη για πρωτοεμφανιζόμενο σχήμα.
Τί ακολούθησε;

Ακολούθως, οι Γερμανοί υπέγραψαν με τη Noise Records, γεγονός που τους έδωσε μεγαλύτερη προβολή και τους οδήγησε σε περιοδεία με ονόματα όπως οι Virgin Steele και οι Angra στη Γερμανία.
Η συνέχεια ήρθε με το "Younique" του 1998, ένα δίσκο που τους έθεσε σε ακόμη πιο πειραματικό μουσικό έδαφος. Τα ποικιλόμορφα keyboard textures, οι sitar ήχοι, τα solo σαξόφωνου, έδωσαν μια πολύπλευρη, ανοικτόμυαλη prog προσέγγιση και το άλμπουμ χαρακτηρίστηκε από πολλά διεθνή μέσα ως σημαντικό.
Το πιο φιλόδοξο και ριψοκίνδυνο έργο των Superior είναι κι εκείνο που τους απομάκρυνε οριστικά από την ασφαλή prog metal συνταγή του "Behind", αφού η μπάντα επιλέγει συνειδητά να διευρύνει την ηχητική της παλέτα, ενσωματώνοντας ετερόκλητα στοιχεία, jazz αποχρώσεις, ambient περάσματα, ακόμα και ανατολίζουσες μελωδίες, δίνοντας στο υλικό μια σχεδόν avant-prog διάσταση.
Αυτό το τίμημα της καλλιτεχνικής εξερεύνησης φαίνεται, τελικά, να το πλήρωσαν, καθώς ο επόμενος δίσκος θα καθυστερούσε τέσσερα ολόκληρα χρόνια, όντας, ταυτόχρονα, και το δισκογραφικό κύκνειο άσμα τους. Το "Ultima Ratio", εν τέλει, θα γεφύρωνε το χάσμα μεταξύ των δύο προηγούμενων δίσκων, όντας ο πιο συνεκτικός και στοχευμένος δίσκος των Γερμανών progsters. Θεματικά, το άλμπουμ καταπιάνεται με ζητήματα θρησκευτικού φανατισμού, ιδεολογικής σύγκρουσης και υπαρξιακής αγωνίας, ενώ, μουσικά, το riffing έχει το κεντρικό ρόλο των συνθέσεων, με τα πλήκτρα πλέον πιο υποστηρικτικά, ενισχύοντας τις ατμοσφαιρικές δυναμικές.
Το διπλό "Ultra - Live" θα ακολουθούσε δύο χρόνια αργότερα, με το σχήμα να μοιάζει σταδιακά αποκαμωμένο από την έλλειψη ενδιαφέροντος – πόσο μάλλον στη – δύσκολη για prog πρίγκιπες – δεκαετία του 2000. Έτσι, το 2007 θα σημάνει η ύστατη παύση δραστηριοτήτων για ένα σχήμα που είχε και το ταλέντο και τις προδιαγραφές για μια σαφώς πιο αναγνωρισμένη και μακρόπνοη καριέρα από αυτήν που, τελικά, κατάφερε. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, πιθανότητες της όποιας επανασύνδεσης δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα, με μονάχα τον Bernd Basmer να έχει συνεχίσει μια υποτυπώδη μουσική καριέρα αξιώσεων, με όχημα τους gothic metallers Nachtgreif.
