Dir En Grey: Μια μακάβρια Αλίκη στη θαυμαστή Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου
Το visual kei, το extreme avant-garde και μια μπάντα που μεταμορφώνεται ασταμάτητα επί τρεις δεκαετίες
"Big in Japan", συνήθιζε να λέει ο δυτικός κόσμος για τους καλλιτέχνες που έκαναν μεγάλη επιτυχία στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και μετά. Η επαφή του Ιαπωνικού ακροατηρίου με τις hard/arena/glam rock μπάντες της Δύσης, δεν έφερε κέρδος μόνο στους καλλιτέχνες, αλλά και σε ποσοστό νεαρών αυτού του ακροατηρίου που, εκστασιασμένο με το οπτικοακουστικό υπερθέαμα, έφτιαξε μια ολόκληρη δική του σκηνή, κάπου στα τέλη του πρώτου μισού της δεκαετίας του ‘80.
Με πατέρες της J-Rock σκηνής τους X-Japan, που έδωσαν το όνομα στο ιδίωμα Visual Kei ("visual style") μετά το δεύτερό τους album "Blue Blood" (1989), μια μαγική μουσική σκηνή που έδινε μεγάλη σημασία στη θεατρικότητα, τον λυρισμό, τη γοτθική αλλά ταυτόχρονα και glam αισθητική μέσω του ήχου, των κουστουμιών και του make-up, γεννήθηκε.
Οι Visual Kei καλλιτέχνες ήθελαν απεγνωσμένα να μοιάσουν στα είδωλά τους: David Bowie, T. Rex, Twisted Sister, Motley Crue - όμως αυτό που κατάφεραν, ήταν πολύ καλύτερο από κάθε προσδοκία: μη μπορώντας να αντιγράψουν πιστά τους ήρωες τους από τη Δύση, λόγω φύσης και κουλτούρας, ο ήχος και το image των Visual Kei μπαντών μεταμορφώθηκε τελικά σε μια ολοκαίνουργια μουσική, χωρίς ταμπέλες και ηχητικούς περιορισμούς, που εκτελούσαν τεχνικά άρτια αλλά και με ψυχή καλλιτέχνες που, την εμφάνισή, τα ανδρόγυνα χαρακτηριστικά τα και κουστούμια τους θα ζήλευε ο κάθε Dee Snider.

Τα συγκροτήματα του πρώτου Visual Kei κύματος (X-Japan, Dead End, Buck-Tick) παρέδωσαν την σκυτάλη στη δεύτερη γενιά, αυτή των Malice Mizer, L’Arc En Ciel και Dir en grey, μετά το 1991. Οι Malice Mizer επηρέασαν βαθύτατα το ιδίωμα, οι L’Arc En Ciel το εμπλούτισαν με ακόμα περισσότερα ηχητικά στοιχεία, οι Dir en grey όμως του άλλαξαν μορφή, το έφτασαν στα άκρα και κοίταξαν κατάματα το σκοτάδι της αβύσσου, επηρεάζοντας όχι μόνο τον Ιαπωνικό σύγχρονο rock/metal ήχο, αλλά και την σκληρή μουσική του υπόλοιπου πλανήτη.
Ήταν αρχές του 1997, όταν οι Kyo (φωνή), Kaoru (κιθάρες), Die (κιθάρες) και Shinya (τύμπανα) διέλυσαν την indie μπάντα La:Sadie’s και ένα μήνα μετά, μαζί με τον Toshiya στο μπάσο, δημιούργησαν τους Dir en grey. Το "Dir en grey" δε γράφεται ποτέ "Dir En Grey": από το 2007 και μετά, μεταμορφώθηκε σε "DIR EN GREY", ενίοτε και "DIRENGREY", αλλά το αρχικό concept ήταν χωρίς κεφαλαία στο "en" και το "grey". Σύμφωνα με την μπάντα, η επιλογή του Γερμανικού "Dir", του Γαλλικού "en" και του αγγλικού "grey" έδινε την μετάφραση "grey silver coin", όμως μάλλον υπερισχύει το γεγονός ότι το όνομα απλά ακουγόταν cool, σύμφωνα με τις ρομαντικές, λυρικές επιλογές θεμάτων και λέξεων για τα visual kei ονόματα εκείνης της εποχής.
Μια άλλη εξήγηση είναι πως το "Dir en grey" παραπέμπει στο όνομα "Dorian Gray" του Oscar Wilde, το οποίο ενδέχεται να ήταν έμπνευση για την μπάντα. Τέλος, υπάρχει και η εκδοχή της επιλογής του ονόματος από το "Demo 1995" της παλαιότερης visual kei μπάντας Lareine, που περιείχε το τραγούδι "Dir En Gray" - και ίσως αυτή, να ήταν η επικρατέστερη πηγή έμπνευσης.

Το ταξίδι των Diru (συντομογραφία για τους Dir en grey) λοιπόν ξεκινά δισκογραφικά στις 25 Ιουλίου 1997, με το ντεμπούτο ΕΡ "Missa". Τα έξι τραγούδια του, φαίνεται πως ήταν αρκετά καλός λόγος για να τραβήξει την προσοχή του Yoshiki (τεράστιος Ιάπωνας πιανίστας, drummer και ηγέτης των X-Japan) και έτσι να αναλάβει αυτός την παραγωγή των δύο singles που κυκλοφόρησαν το 1998, όπως και το μισό ντεμπούτο album "Gauze", που κυκλοφόρησε στις 28 Ιουλίου 1999 από την East West Japan. Οι επιρροές των δύο μεγαλύτερων εμπνεύσεων των μελών των Diru, οι X-Japan και οι Buck-Tick, είναι εμφανείς στο "Gauze", διαφοροποιώντας το από τις προηγούμενες indie κυκλοφορίες τους. Τραγούδια σαν το "Cage" είναι διαχρονικά και μένουν στην ιστορία της μπάντας και του J-Rock γενικότερα ως instant classics, προσφέροντας την απόλαυση της συναισθηματικά γεμάτης μουσικής της μπάντας, αλλά και την αγάπη τους για το μακάβριο στη θεματολογία και τα video clips. Μακάβριο, όπως και ο τίτλος του δεύτερου album που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2000 από την Firewall Division για λογαριασμό της Sony Music.
Στο "Macabre", οι Diru ξεδιπλώνουν λίγο περισσότερο τις πιο extreme προθέσεις τους ("Deity", Rasetsukoku"), χαρακτηριστικές για το μέλλον της μπάντας, χωρίς όμως να χάνουν ποτέ τον λυρικό και μελαγχολικό τους ήχο ("Macabre", ένα πραγματικό δεκάλεπτο έπος), αρετές που ενισχύονται από τους σκοτεινούς και πάντα ιδιαίτερους στίχους του ποιητή Kyo.
Ο τραγουδιστής και υπεύθυνος για την ποίηση των Diru, Kyo (που πιθανολογείται πως πήρε το όνομά του από τη γενέτειρά του, το Kyoto) είναι ηγετική μορφή, ζωτικής σημασίας για την μπάντα αλλά και για το J-Rock γενικότερα: μια φωνή που μπορεί να βρίσκεται στην ίδια λίστα με αυτές του Mike Patton (Faith No More) και της Diamanda Galas. Ακραίος και γεμάτος πάθος και λυρικό συναίσθημα, ο Kyo χρησιμοποιεί τις χορδές του με τρόπο που πολλές φορές, λειτουργεί και ο ίδιος σαν όργανο που σολάρει πάνω από τις κιθάρες των Kaoru και Die, κάτι που ανάγει τον Kyo σε έναν από τους ιδιαίτερους και αξιοθαύμαστους τραγουδιστές παγκοσμίως.
Ο Kyo έχει νοσηλευτεί πολλές φορές για προβλήματα λαρυγγοφαρυγγικής φύσεως, αποδεικνύοντας πως φτάνει αυτό το πολύτιμο λαρύγγι στα άκρα, κυρίως στις άπειρες συναυλίες της μπάντας μέσα σε αυτές τις τρεις δεκαετίες. Χαρακτηριστικά είναι τα "inward screams" του, τα φωνητικά solos που κατά τα διαλείμματα των άλλων μελών κατά τη διάρκεια συναυλιών, εμπειρία ανατριχιαστική από κάθε άποψη. Πέρα από τους Diru, έχει κυκλοφορήσει διάφορες ποιητικές συλλογές, εκφράζοντας έτσι ακόμα περισσότερο τις ανησυχίες του γραπτώς, όπως άλλωστε κάνει και με τους σκοτεινούς, μελαγχολικούς, διεστραμμένους, αλλά πάντα συνειδητοποιημένους στίχους του στα albums της μπάντας.

Τα θέματα υγείας του Kyo κράτησαν πίσω το συγκρότημα κατά τη διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του "Macabre" το 2000 και για τον επόμενο ενάμιση χρόνο οι συναυλίες ακυρώνονται. Καταφέρνουν να κυκλοφορήσουν μόνο ένα single το 2001, το "Ain’t Afraid To Die", επηρεασμένο στοχουργικά από τις νοσηλείες του Kyo (ένα από τα πανελάχιστα τραγούδια μέχρι σήμερα που δεν μπήκε σε κανένα album). Τον Ιανουάριο του 2002 τελικά και κάτω από αντίξοες συνθήκες, κυκλοφορεί η τρίτη ολοκληρωμένη δισκογραφική κατάθεση, το "Kisou" ("Δαιμονική Ταφή"). Ο ήχος αλλάζει και πάλι μορφή, όντας πιο πειραματικός και prog ανά σημεία, σε σχέση πάντα με το πιο μελωδικό "Gauze" και το πιο βαρύ "Macabre".
Το 2003, οι Diru αποφασίζουν να γίνουν πιο...χυδαίοι, κυκλοφορώντας το τέταρτο album "Vulgar", το πρώτο τους extreme κεφάλαιο, με βαριά και σκοτεινή ατμόσφαιρα, ένας προπομπός για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Η κατάμαυρη ψυχή του album είναι το τραγούδι "Obscure", το οποίο όχι μόνο περιγράφει απόλυτα τη διαστροφή του "Vulgar", αλλά προσφέρει έναν ύμνο της μπάντας με ένα από τα πιο άρρωστα, ανατριχιαστικά, τρομακτικά, υπέροχα video clips στην ιστορία της μουσικής.
Το μεγάλο βήμα για τους Diru έρχεται το 2005. Στις 9 Μαρτίου, κυκλοφορεί το πρώτο τους αριστούργημα, το αξεπέραστο "Withering To Death". Το πέμπτο album της μπάντας δεν είναι απλά το πιο ώριμο μέχρι εκείνη την φάση, δεν είναι απλά το album που παντρεύει όλα τα στοιχεία τους με ιδανικό τρόπο, είναι η κυκλοφορία που κάνει όλα τα παραπάνω μέσα από ένα ταξίδι υψηλής συνθετικής δεινότητας και έμπνευσης, επιδεικνύοντας όχι μόνο στην Ιαπωνία αλλά για πρώτη φορά επίσημα σε όλο τον πλανήτη πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά η απόλυτη προσοχή σε αυτό το μουσικό φαινόμενο από την Osaka: post-punk, alternative rock, gothic, death metal, prog rock και nu-metal, τα ηχοτοπία της μπάντας είναι απέραντα και δεν υπάρχει κανένα όριο που να τους σταματά.

Την ίδια χρονιά, ανοίγουν για πρώτη φορά και οι πόρτες της Ευρώπης αλλά και της Αμερικής για συναυλίες σε μεγάλα festivals: η περιοδεία του "It Withers And Withers" περιλαμβάνει μεγάλες Ευρωπαικές πόλεις, στις οποίες μάλιστα οι εμφανίσεις γίνονται sold out. Ενώ ο Kyo νοσηλεύεται ξανά με προβλήματα στον λαιμό, το 2006 οι Diru δεν χάνουν την ευκαιρία να εμφανιστούν μαζί με τους KoRn στο Family Values, ενώ επιστρέφουν στη χώρα τους για το Loud Park Festival για να παίξουν μαζί με Slayer και Megadeth.
Στις 7 Φεβρουαρίου 2007, δέκα χρόνια μετά τη δημιουργία τους, οι Diru κυκλοφορούν το πιο ωμό και extreme album τους μέχρι και σήμερα, κάνοντας ένα ακόμα μεγάλο βήμα που τους φέρνει πιο κοντά στην αναγνώριση από τον δυτικό κόσμο. Το έκτο και κατάμαυρο album "Marrow Of A Bone", με το επίσης σχεδόν κατάμαυρο εξώφυλλο του Ρώσου καλλιτέχνη και φωτογράφου Dmitri Baltermants, συνδυάζει ακραία hardcore, metalcore και deathcore στοιχεία στο μεγαλύτερο μέρος του, ενώ δεν αφήνει έξω τα τόσο έντονα μελαγχολικά στοιχεία της μπάντας και αυτή την τόσο γνώριμη, ρομαντική τους θλίψη. Οι άρρωστες βιντεοκλιπάρες συνεχίζονται με αυτές για τα singles των "Agitated Screams Of Maggots" και "Clever Sleazoid", το λογότυπο για πρώτη φορά υψώνει το τείχος των κεφαλαίων και ενώνει τις λέξεις σε ένα ασφυκτικό "DIRENGREY".
Το έβδομο θανάσιμο αμάρτημα έρχεται τον Νοέμβριο του 2008, με τον τίτλο "Uroboros" και ένα υπέροχο logo-cover art του καλλιτέχνη Koji Yoda, επηρεασμένο από το εξώφυλλο του "Lizard" των King Crimson. Το album κυκλοφορεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για πρώτη φορά μέσω της The End Records. Ακόμα πιο προοδευτικός σε κάθε του διάσταση, ο Ουροβόρος ελέγχει τη δύναμη και την οργή του "Marrow" ενώ θυμάται νοσταλγικά τον λυρισμό του "Withering", φέρνοντας ταυτόχρονα την μπάντα πολλά βήματα μπροστά ηχητικά. Κάποια από τα πιο όμορφα τραγούδια των Diru μέχρι σήμερα, βρίσκονται μέσα σε αυτό το αριστούργημα: "Glass Skin", "Dozing Green", "Vinushka" μια λίστα ατελείωτη και προκλητική, στα όρια ενός best of, σε ένα album που πιάνει μια ακόμα υψηλότερη κορυφή. Ο κόσμος μαγεύεται όλο και περισσότερο μέσα από τις παγκόσμιες περιοδείες, με εμφανίσεις μαζί με ονόματα όπως οι Deftones, Killswitch Engage και οι Linkin Park.
Το 2010 βρίσκει την μπάντα να περιοδεύει ασταμάτητα και να εμφανίζεται σε μεγάλα festivals όπως το Sonisphere στην Αγγλία, μαζί με τους Iron Maiden, Rammstein, Alice In Chains. Στην Αμερική, κάνουν co-headlining με τους Apocalyptica και ο Kyo μαγεύει το κοινό όταν εμφανίζεται στην σκηνή, ως ενάμιση μέτρο μουσικός γίγαντας μαζί με τους δίμετρους Φινλανδούς, για να τραγουδήσει ζωντανά το "Bring Them To Light" (που στουντιακά ερμηνεύει ο Joseph Duplantier των Gojira).

Το καλοκαίρι του 2011, οι Diru επιστρέφουν στη δισκογραφία με ένα ακόμα αριστούργημα, το σημαντικότερο στην καριέρα τους, μια ακόμα κορυφή που παραμένει απάτητη έκτοτε: το "Dum Spiro Spero", περιέχει μερικά από τα τελειότερα τραγούδια της καριέρας τους, όπως τα "Different Sense", "Lotus" και "Vanitas", αλλά κυρίως αυτό που από τότε ονομάζω "το μόνο έπος που χρειάζεται να ακούσει κανείς για να κολλήσει για πάντα με τους Diru", το ασύλληπτο δεκάλεπτο "Diabolos" και φυσικά το "Hageshisa To, Kono Mune No Naka De Karamitsuita Shakunetsu No Yami", το οποίο ντύνει τους τίτλους τέλους του horror flick "Saw III". Το "Dum Spiro Spero" δίνει νέο ορισμό στον ήχο της μπάντας, βαφτίζοντας ένα νέο, τεχνικά ώριμο και ακραία prog ιδίωμα.
Ένα χρόνο μετά από εκείνο το μουσικό ταξίδι τελειότητας, κυκλοφορούν το single "Rinkaku", που δηλώνει ευθαρσώς τις αλλαγές που έρχονται και πάλι σε μια μπάντα που διαρκώς εξερευνά και εξελίσσεται. Μια φαντασίωση γίνεται πραγματικότητα στο b-side remix του τραγουδιού, από τον άλλον σύγχρονο θεό της Ιαπωνικής μουσικής, Akira Yamaoka (Silent Hill).
Κάπου εκεί, οι ατελείωτες περιοδείες σταματούν όταν ο Kyo εισάγεται στο νοσοκομείο για μια ακόμα φορά, αυτή με διάγνωση δυσφωνίας και αναγκαστική χειρουργική επέμβαση. Είναι πλέον 2013, όταν η μπάντα καταφέρνει να είναι και πάλι συνεπής δισκογραφικά, κυκλοφορώντας το EP "The Unraveling", το οποίο περιέχει μόνο ένα νέο τραγούδι, αλλά και επανηχογραφήσεις έξι παλαιότερων ύμνων. Η νέα version του έπους "Macabre" extended κατά πέντε λεπτά (από τα έντεκα του original σε δεκαέξι) είναι συγκλονιστικό upgrade που αποδεικνύει για μια ακόμα φορά πως οι Diru δεν γεμίζουν απλά τα singles και bonus δισκάκια με αδιάφορα b-sides και αναίτια remixes , αλλά επαναδημιουργούν με σεβασμό στην κάθε εποχή τους.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την live κυκλοφορία του "Dum Spiro Spero" ένα χρόνο αργότερα, ένα τριπλό album κάτω από το όνομα "Dum Spiro Spero At Nippon Budokan", όπου στα δύο πρώτα CD αποτυπώνεται η μαγεία του όπως η μπάντα το ζωντάνεψε στην ιστορική αρένα του Tokyo, ενώ το τρίτο είναι συμφωνικά, ακουστικά, industrial και ambient re-recordings και remixes του album, με μερικές εκτελέσεις να είναι ακόμα καλύτερες από τις αυθεντικές, όπως το ήδη αξεπέραστο "Diabolos", σε μια εμπλουτισμένη, συμφωνική εκδοχή του.

Μετά τα αλλεπάλληλα προβλήματα υγείας του Kyo που μέχρι ενός σημείου ξεπεράστηκαν, ο καλλιτέχνης αφοσιώνεται στην ποίηση μετά από σχεδόν μια δεκαετία και παράλληλα, δημιουργεί ένα super-group που ονομάζει Sukekiyo, με μέλη των Rentrer En Soi, 9Goats Black Out και Kannivalism. Εκεί ο Kyo, ακολουθεί μια πιο μελωδική μουσική πορεία από αυτή των Diru, αν και πιο avant-garde, experimental και prog στην λογική και αισθητική, με το στιχουργικό κομμάτι καθαρά δικό του, πάντα μελαγχολικό και σκοτεινό.
Η δημιουργία των Sukekiyo, το reboot της φωνής του Kyo και η επέτειος των δεκαπέντε ετών από το ντεμπούτο "Gauze", επιδρούν στην ηχητική πορεία των Diru, που επανέρχονται με το ένατο πόνημά τους με τον ελληνικό τίτλο "Arche" ("Αρχή") το Δεκέμβριο του 2014. Το "Arche" είναι βουτηγμένο στην νοσταλγία των παλαιότερων χρόνων, το visual kei των late ‘90s και τις σκέψεις του Kyo για τις ερμηνείες του παρελθόντος και του μέλλοντος: το αποτέλεσμα είναι ένας μελωδικότατος δίσκος, περισσότερο μελαγχολικός και άμεσος από τους προηγούμενους, με σπάνιες στιγμές ακραίων φωνητικών και χαρακτηριστικών ουρλιαχτών του Kyo. Απόλυτα μαγικό και συγκινητικό το τραγούδι "Kukoku No Kyouon" ("Βήματα Στην Μοναχική Κοιλάδα"), το οποίο δύο χρόνια μετά, ηχογραφείται πάλι με τον τεράστιο καλλιτέχνη και πολυμουσικό Sugizo (Luna Sea, X-Japan, Flare) στο ηλεκτρικό βιολί.
Είναι και η πρώτη φορά που το image της μπάντας, το οποίο αλλάζει με κάθε κυκλοφορία και περιοδεία (βασικό χαρακτηριστικό στο visual kei), δεν είναι τόσο σκοτεινό όσο τα τελευταία δέκα χρόνια (με αποκορύφωμα την "Ghoul" περίοδο της μπάντας μετά την κυκλοφορία του "Dum Spiro Spero") και φέρνει στο νου την ενδυματολογία του ανδρόγυνου visual style του παρελθόντος.
Τον Σεπτέμβριο του 2018 και σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, πάντα εργατικοί και αλλά και εξαντλημένοι από τις απανωτές περιοδείες, οι οποίες δεν έχουν μόνο προωθητικό χαρακτήρα για κάθε νέα δουλειά, αλλά τιμούν το ένδοξο παρελθόν με ολόκληρα anniversary tours παλαιοτέρων albums, το οποίο μετά από σειρά περιοδειών και συλλογών, επιστρέφουν με τη δέκατη δισκογραφική κατάθεση "The Insulated World", την πρώτη στο εικοσαετές σερί τους που δεν κάνει βήμα μπροστά, αν και ποιοτικά δεν κάνει βήματα πίσω - απλά γεφυρώνει επαρκώς στιγμές έμπνευσης από άλλες εποχές και δύσκολες περιόδους δημιουργίας, ειδικά για τον Kyo. Σε κάθε album βέβαια, υπάρχει τουλάχιστον ένα σημείο απόλυτης σύνδεσης και απογείωσης και κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να λείπει και από εδώ, αυτή τη φορά κρυμμένο στον επίλογο "Ranunculus".
Οι αντιξοότητες στη φωνητική διαχείριση δεν υποχώρησαν τα επόμενα χρόνια, ούτε όμως και οι πλούσιες σε πλήθος ζωντανές εμφανίσεις της μπάντας. Σίγουρα είναι εμφανές πως ο Kyo δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τις χορδές του με τον ακραίο τρόπο του παρελθόντος, όμως αντιμετωπίζει το κάθε τραγούδι με τον σεβασμό αλλά και ωριμότητα που αρμόζει και διατηρεί τις δυνάμεις του, δίνοντας αξιοπρεπέστατα performances. Δισκογραφικά, επίσης δεν υπάρχει απουσία, αλλά ούτε απουσία έμπνευσης, καθώς τον Σεπτέμβριο του 2019, ένα χρόνο μετά το "Insulated World", προσφέρουν ένα ακόμα non-album single, το δεκάλεπτο "The World Of Mercy", που συνοδεύεται από ένα υπέροχο, creepy video clip με θέμα τη ζωή των νέων μέσα σε μια οθόνη, την αδιαφορία και την σκληρότητα και το ugrade του bullying, στα οποία οδηγεί αυτή.

Ένα χρόνο μετά, η μπάντα μας δίνει μια γεύση από τον προπομπό του επερχόμενου album, το (τριακοστό δεύτερο στην ιστορία τους, παρακαλώ) single με τίτλο "Oboro" (κλασσικά συνοδευόμενο με ασύλληπτης αισθητικής video) και το καλοκαίρι του 2022, αποδεικνύουν πως η έμπνευση είναι ανεξάντλητη και πως όσο δισκογραφούν, εξερευνούν τους εαυτούς τους ηχητικά, προσφέροντας ένα ακόμα αριστούργημα, το εντέκατο album "Phalaris", με εξώφυλλο, τίτλο και concept εμπνευσμένο από τον ομώνυμο τύραννο της Δωρικής αποικίας στην Ιταλία, τον έκτο αιώνα π.Χ. και χάλκινο ταύρο που κατασκεύασε, για να βάζει μέσα στην άδεια κοιλιά του αυτούς που ήθελε να βασανίσει, πυρακτώνοντας τον ταύρο και ψήνοντας τους ζωντανούς. Μουσικά, το album έχει την σκοτεινή, προοδευτική λογική του "Uroboros" και τη χαοτική διάθεση του "Dum Spiro Spero".
Το 2026 είναι και πάλι η χρονιά τους, αφού έχοντας δώσει ήδη το single "The Devil In Me" δύο χρόνια νωρίτερα ως το μόνο δείγμα νέου album, έχουν ανακοινώσει το δωδέκατο βήμα τους "Mortal Downer" για τον Απρίλιο - μια δουλειά που εμείς οι λάτρεις τους αναμένουμε με μεγάλη αγωνία, όχι μόνο για την νέα εξέλιξη του ήχου τους, αλλά και τη φωνητική προσέγγιση του Kyo, αφού τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρείται πάλι με τις φλεγμονές και την έντονη καταπόνηση των χορδών του - ενδεχομένως μια προσέγγιση που μπορεί να κάνει τη φωνή του σχεδόν αγνώριστη, λαμβάνοντας υπόψη το πρόσφατο single των Sukekiyo και τη χροιά του σε αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, οι Dir en grey είναι μια μπάντα έχει κατακτήσει εδώ και δεκαετίες το δικό της ήχο και έχει δημιουργήσει το δικό της σύμπαν: δεν είναι εύκολο, ούτε μικρό πράγμα η τόσο ισχυρή ταυτότητα και ο τόσο ιδιαίτερος και αναγωρίσιμος ήχος, σε ένα σερί ποιοτικών και υψηλών προδιαγραφών δισκογραφικών καταθέσεων. Από το 1997 και τρεις πλέον δεκαετίες, οι Kyo, Kaoru, Die, Toshiya και Shinya μεγάλωσαν μαζί, ωρίμασαν μαζί, αγάπησαν μαζί και πόνεσαν μαζί, και το κυριότερο, είναι ακόμα μαζί, μια μοναδική σύνθεση που κανένα κομμάτι αυτού του μουσικού παζλ δεν εφθάρη, δεν χάθηκε, δεν αντικαταστάθηκε. Ακριβώς όπως μου χάρισαν το εισιτήριο για ένα μαγικό ταξίδι πριν 24 χρόνια, η συνέπεια, έμπνευση και αξια τους μπορεί να το κάνει με μεγάλη ευκολία με όποιον ασχοληθεί μαζί τους, σε οποιοδήποτε σταθμό της πορείας τους και να ξεκλειδώσει τις απολαύσεις για τις οποίες προσκυνούμε μόνο μια θεότητα σε αυτό το lifetime, την Μουσική.
"And I hope that this day can turn into a wonderful day and that’s why tomorrow, I will wipe away the layers of tears again and I won’t stop walking, because I can meet you in the future that is to come for one more day - you’re Alice now and words won’t reach you anymore and what this place is". (Kyo)
