Void Droid, Sebia @ Gazarte, 07/02/26
Το πηγαίο και αυθόρμητο όρισαν ως «μυθικό» το συναπάντημα δύο εξαιρετικών εγχώριων σχημάτων
Έχουμε δει τους Void Droid σε μικρούς και μεγαλύτερους χώρους. Στο πλευρό ανίερων τεράτων της σκηνής, ως headliners και σε γεμάτα φεστιβάλ. Στα δέκα και βάλε χρόνια παρουσίας, το σχήμα έχει αποκομίσει τόνους εμπειριών κι έχει φτιάξει ένα ύφος 100% δικό του. Σε περίπτωση που χρειάζονται αποδείξεις, η αλληλουχία των στούντιο κυκλοφοριών τις δίνει απλόχερα. Η απόσταση από την ευθεία heavy rock λογική των πρώτων βημάτων στο μεγαλεπήβολο "Mythic" ξεχωρίζει με γυμνό μάτι. Η συναυλία του Σαββάτου ήρθε απλά ως επιβεβαίωση πως το νήμα που ενώνει το παρόν με το παρελθόν κρατάει γερά.
Ξεκινώντας από την αρχή κι ακολουθώντας με ακρίβεια λεπτού το πρόγραμμα που είχε ανακοινωθεί, οι Sebia πήραν θέσεις ακριβώς στις 21:00. Η πεντάδα δεν χρειάστηκε περισσότερα από λίγα μέτρα για να βρει τα πατήματά της και να κάνει σαφείς τις σύγχρονες μεταλλικές διαθέσεις της. Τα ρυθμικά έστεκαν κυρίαρχα. Τα μικρόφωνα, τόσο το κεντρικό όσο κι εκείνο για τα δεύτερα, ξεχώριζαν καθαρά. Οι κιθάρες παρομοίως, ακόμα κι αν σε στιγμές έμοιαζε να υπήρχε περιθώριο για λίγη ένταση παραπάνω, για το live του πράγματος.

Το υλικό του ντεμπούτου λογικά κι αναμενόμενα αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της εμφάνισης, με τρία νέα κομμάτια να προσθέτουν μία φρέσκια γαρνιτούρα. Από την καρφί mid-2000s γκρούβα του "Get Out Of Your Heads" μέχρι τις όχι-τόσο-λοξές προοδευτικές ματιές του "Need For Redemption" κι από εκεί στο ντουέτο με τη Μαρία Κανελλάκη των This I Owe (μη ρωτήσετε πώς χάσαμε το "Alchemists" πέρσι εδώ γύρω, δεν έχουμε απάντηση) στο "Witch Hunt", τα πενήντα λεπτά του σετ ζέσταναν την ατμόσφαιρα χωρίς πολλά-πολλά.

Η περίσταση υπήρξε πανηγυρική έτσι κι αλλιώς, αφού ο εορτασμός της κυκλοφορίας του "Mythic" συμπέφτει σε μια χρονιά που συμπληρώνεται αισίως μια δεκαετία από την κυκλοφορία του ντεμπούτου άλμπουμ τους, που οριοθέτησε την έναρξη αυτής της ξέφρενης μουσικής πορείας για το σχήμα. Οι Void Droid από τότε έχουν διανύσει πολλά χιλιόμετρα, επιτυγχάνοντας σπουδαία πράγματα και το σχεδόν κατάμεστο Gazarte έμοιαζε ως μια εμφατική επιβεβαίωση της δυναμικής που έχουν πλέον αναπτύξει.

Τα όμορφα πράγματα, όμως, έχουν τη δική τους δυσκολία ενίοτε και αυτό θα γινόταν μερικώς αντιληπτό με την έναρξη της εμφάνισης τους, αφού για ένα διάστημα των δύο – τριών πρώτων κομματιών του set τους, θα εμφανίζονταν κάποια προβλήματα ηχητικής φύσεως. Στη μεγάλη εικόνα, η μπάντα διαχειρίστηκε άψογα την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, αφού το επικοινωνιακό κρεσέντο του Αντρέα απορρόφησε μεγάλο μέρος της αναταραχής. Στα μικρά – μικρά, όμως, έλαχε η πρώτη εμφάνιση τους χωρίς τον επί χρόνια ηχολήπτη της μπάντας να εμφανίσει κάποιες απρόβλεπτες αναποδιές, που εν πολλοίς θα ακύρωναν το soundcheck που είχαν πραγματοποιήσει μερικές ώρες νωρίτερα, με τα ανεπαίσθητα αποτελέσματα να γίνονται αντιληπτά κυρίως με την έναρξη του “Lahaina Noon”.

Ας είναι, όμως. Πραγματικά, μιλάμε για ένα γεγονός που επηρέασε περισσότερο τους ίδιους παρά το κοινό, αφού το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς υπήρξε απολαυστικό μουσικά, παρουσιάζοντας το ποικιλόμορφο δημιουργικό πρόσωπο των Πατρινών σε ολόκληρο το καλλιτεχνικό του φάσμα. Άλλωστε, το “Mythic” υπήρξε μια τέτοια δήλωση διεύρυνσης μουσικών οριζόντων και όσο και αν το πιο ανατατικό heavy rock υλικό των πρώτων δίσκων είναι επιθυμητό - όπως, άλλωστε, φάνηκε από τις εκδηλώσεις λατρείας κατά την εκτέλεση παλαιότερων τραγουδιών του καταλόγου τους - η πιο pomp και μεγαλεπήβολη φύση του πιο πρόσφατου δημιουργήματος τους δείχνει έναν δρόμο συναρπαστικό, που οι ίδιοι μπορούν και θέλουν να εξερευνήσουν περαιτέρω.

Πέραν των αμιγώς μουσικών που διαδραματίστηκαν και δικαίως κέρδισαν το πιο θερμό μας χειροκρότημα, οφείλουμε να αναφερθούμε σε δύο επί μέρους στιγμές της βραδιάς. Καταρχάς, η αναφορά του Αντρέα σε μια, δυστυχώς, εκλιπούσα κυρία στην οποία δίδασκε πιάνο, θα επιτρέψουν την εδώ παράφραση της γνωστής φράσης του Μπιλ Σάνκλι. Η μουσική, βλέπετε, δεν είναι ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου, αλλά πολλές φορές κάτι ακόμη πιο σημαντικό, αφού δίνει νόημα και σκοπό στη ζωή, χρωματίζοντας την με τα χρώματα του ψυχισμού μας.

Έτσι, η συγκίνηση του frontman της μπάντας καθώς προλόγιζε την - εξαιρετική - εκτέλεση του “Whisper Of Stars”, του πιθανόν κορυφαίου άσματος που έχει συνθέσει μέχρι στιγμής το σχήμα, ήρθε και ολοκλήρωσε ακριβώς αυτήν την βαρυσήμαντη υπόσταση της μουσικής σαν τέχνη κι επιστήμη, σαν χάσιμο κι εκτόνωση, ως ένας θρίαμβος της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Κι αν τα όσα ακολούθησαν στο encore ανέβασαν τους τόνους και υπενθύμισαν το heavy rock υπόβαθρο που αγαπήσαμε στις πρώτες τους κυκλοφορίες, η προαναφερθείσα σύνθεση και η νοητή της σύνδεση με το “Chameleon White”, αποτέλεσαν τα highlights μιας βραδιάς που επιστέγασε την πρώτη δημιουργική δεκαετία της μπάντας.
Φωτογραφίες: Τατιάνα Γιόβα
Lahaina Noon
Relampago Del Catatumbo
Praying Mantis
Hum Of Taos
Natron Red
Marianna Trench
In Darvaza
Chameleon White
The Watermaker
Tunguska
Whisper Of Stars
Encore:
Super ego villain
Zarathustra
